Κάποιο πρωϊνό, ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός ( 9ος -10ος αἰ.), καθισμένος σέ μιά γωνία, ἄκουγε τό πνευματικό του παιδί τόν Ἐπιφάνιο, πού διάβαζε ἕνα λόγο τοῦ μεγάλου Βασιλείου.
Ὅσην ὥρα διαρκοῦσε ἡ ἀνάγνωση, ξεχυνόταν μιά εὐωδία σάν ἀπό πολύτιμα ἀρρώματα. Ὅταν τελείωσε ἡ ἀνάγνωση, χάθηκε καί ἡ εὐωδία. Ἔκπληκτος ὁ Ἐπιφάνιος στράφηκε πρός τόν ὅσιο:
-Ἐξηγησέ μου σέ παρακαλῶ, τί εὐωδία ἦταν αὐτή;
Κι ὁ ὅσιος, ἐπειδή εἶχε δεῖ αὐτόν πού σκορποῦσε τήν εὐωδία, ἀποκρίθηκε:
-Ἄγγελοι Κυρίου εἶχαν συγκενρωθεῖ ἐδῶ, παιδί μου. Ἕνας μάλιστα, θέλοντας νά τιμήσει τά λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θύμιαζε γύρω μας χαρούμενος.
Ἡ ἔκπληξη καί ἡ ἀπορία του Ἐπιφανίου κορυφώθηκαν. Ὁ ὅσιος λοιπόν συνέχισε πιό ἀναλυτκά:
-Σέ τρεῖς περιπτώσεις οἱ ἄγγελοι θυμιάζουν καί μυρώνουν τούς ἐκλεκτούς τοῦ Θεου: Πρῶτον, ὅταν διαβάζουν τά ἱερά βιβλία, ὁπότε τούς κυκλώνουν γιά ν’ ἀκούσουν κι αὐτοί. Δεύτερον, ὅταν προσεύχονται καί συνομιλοῦν μέ τό Θεό, ὁπότε συμπροσεύχονται κι ἐκεῖνοι μέ πόθο. Τρίτον, ὅταν ὑπομένουν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κόπο, πόνο καί τιμωρίες, ὁπότε τούς μυρώνουν καί τούς παρακινοῦν στόν ἀγώνα τῆς εὐσέβειας.