Κουμπιά

Κυλιόμενο Μήνυμα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλόστοργοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλόστοργοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

«Φιλόστοργοι» Μέρος Γ' (Τελευταῖο). Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (γιὰ παιδιὰ καὶ νέους). Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Φιλόστοργοι» Μέρος Γ'

Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (γιὰ παιδιὰ καὶ νέους). (1895)
Διαβάστε τὰ ὑπόλοιπα πατῶντας: «Φιλόστοργοι»

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ἦταν συγκινητικὸ νὰ τὸν βλέπει κανείς, σὰν ζωντανὴ ζυγαριά, νὰ εἶναι φορτωμένος ἕνα σάκο γεμᾶτον λάχανα ἢ φύλλα πίσω στὴν πλάτη, καὶ νὰ σηκώνει, ἀχώριστον ἀπὸ τὸ σῶμα του, ἄλλον ὀγκώδη σάκο κρεμασμένον μπροστά, στὴ βράκα του μὲ πολλὲς δίπλες.
Ἦταν αὐτὴ ἡ ἀρρώστια ποὺ τὴ γιάτρευε κρυφὰ ὁ Νικόλας ὁ Μανάβης.
Ἔζησε μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του (δουλεύοντας τίμια) κι ἀνάθρεψε πέντε ἢ ἕξι παιδιά, πού... δὲν ἦταν δικά του.
Πέθανε, ὁ καημένος, ἐδῶ καὶ τέσσερα ἢ πέντε χρόνια, καὶ βρῆκε ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους του.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

«Φιλόστοργοι» Μέρος Β' Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (γιὰ παιδιὰ καὶ νέους). Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Φιλόστοργοι» Μέρος Β'

Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (γιὰ παιδιὰ καὶ νέους)
Διαβάστε τὰ ὑπόλοιπα πατῶντας: «Φιλόστοργοι»

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η  κυρα-Πράπω μὲ εἶδε καὶ μὲ φώναξε:
- Ἔλα... ἐσὺ ποὺ ἔχεις γουρλίδικο χέρι, μοῦ λέει.
Μοῦ θύμισε ἀμέσως ὅτι πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες εἶχε τύχει νὰ χαθεῖ ἕνα παιδί, κι ἐκεῖνο, ὅπως τώρα, εἶχε πέσει στὰ χέρια της, τὴν ἴδια βραδινὴ ὥρα. Ὅτι ἐγώ, ὅταν τὸ εἶδα νὰ κλαίει στὰ χέρια της καὶ νὰ ζητάει τὴ μαμά του, τοῦ ἔδωσα μιὰ δεκάρα γιὰ νὰ μερώσει.
Ὅτι, κατὰ καλὴ σύμπτωση, ἀμέσως μετὰ τὴ δεκάρα, ἔτυχε νὰ παρουσιαστεῖ ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ, ποὺ τὸ ἀναζητοῦσε ὧρες πρίν, καὶ νὰ ἔρθει νὰ τὸ συμμαζέψει.
Ἔσκυψα καὶ κοίταξα τὸ παιδί.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

«Φιλόστοργοι» Μέρος A' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (γιὰ παιδιὰ καὶ νέους). Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Φιλόστοργοι» Μέρος A'

Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (γιὰ παιδιὰ καὶ νέους)
Διαβάστε τὰ ὑπόλοιπα πατῶντας: «Φιλόστοργοι»

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ἕνα πρωὶ πρὶν τρία χρόνια, ἦταν τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων, ἡ κυρα-Πράπω ἡ Σκαλιώτισσα, μιὰ ψηλή, χοντρὴ γυναικάρα πενῆντα ὀκτὼ χρονῶν, εἶχε σηκωθεῖ νὰ πάει νὰ κάνει ἐπίσκεψη στὴ νονά της στὰ Πατήσια.
Εἶχε σπιτάκια μὲ μεγάλη αὐλή, σὲ μιὰν ἄκρη τῆς πόλης, ὁποὺ ἔτρεφε γίδες καὶ προβατίνες καὶ κότες καὶ φραγκόκοτες καὶ περιστέρια.
Τὸ γάλα τὸ πουλοῦσε ὀγδόντα λεπτὰ τὴν ὀκά, μὲ τὸ δικό της τὸ μετρίδι. Τὰ περιστέρια, μόνο σὲ ἔκτακτες περιστάσεις, χωρὶς ὁρισμένο τιμολόγιο, ἂν τῆς εἶχε πνίξει κανένα ἡ γάτα ἢ ἂν ἔβρισκε πελάτες Γάλλους ἢ Ἰταλοὺς τοῦ θεάτρου.