Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας (Ἐβρ.11,24-26 καὶ 32-40)
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως
Ἔπειτα πάλι ἀναφέρει ἄλλο γνωστὸ στοὺς Ἑβραίους παράδειγμα καὶ μᾶλλον ἀνώτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Ποιό, λοιπόν, εἶναι αὐτό;
«Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ (Ἐξαιτίας τῆς πίστεώς του ὁ Μωυσῆς, ὅταν μεγάλωσε καὶ ἔγινε ἄνδρας, ἀρνήθηκε νὰ ὀνομάζεται βασιλόπουλο, γιὸς τῆς κόρης τοῦ Φαραώ·), μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λὰῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν (θεώρησε καλύτερο καὶ προτίμησε νὰ κακοπαθεῖ μαζὶ μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ἔχει τὶς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις τῆς ἁμαρτίας, νὰ ζεῖ δηλαδὴ ἄνετα καὶ μὲ τιμὲς ὡς Αἰγύπτιος ἄρχοντας μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες ποὺ καταπίεζαν τοὺς Ἰσραηλῖτες), μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν (θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου τὶς περιφρονήσεις ποὺ ἔμοιαζαν μὲ τὸν ὀνειδισμὸ καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἀργότερα θὰ ὑπέμενε ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὰ ὅλα διότι εἶχε καρφωμένα τὰ μάτια του στὶς οὐράνιες ἀνταμοιβές)» (Ἐβρ.11,24-26).
Σαν νὰ τοὺς ἔλεγε: «Κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν ἄφησε ἀνάκτορα καὶ μάλιστα ἀνάκτορα λαμπρά, οὔτε τέτοιους θησαυρούς, οὔτε περιφρόνησε τὸν τίτλο τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλιᾶ, ὅπως ἔκανε ὁ Μωυσῆς». Καὶ ὅτι δὲν τὰ ἄφησε τυχαῖα, τὸ φανέρωσε λέγοντας: «Ἠρνήσατο (Ἀρνήθηκε)»· δηλαδή, τὰ μίσησε, τὰ ἀποστράφηκε· ἐφόσον ὁ οὐρανὸς ἦταν μπροστά του, ἦταν περιττὸ νὰ θαυμάζει τὰ ἀνάκτορα τῆς Αἰγύπτου.
Καὶ πρόσεχε πόσο θαυμαστὰ τὸ ἔθεσε ὁ Παῦλος. Δὲν εἶπε: «ἐπειδὴ θεώρησε ὡς μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὸν οὐρανὸ καὶ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν στοὺς οὐρανοὺς»· ἀλλὰ τί; «Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ (Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου τὶς περιφρονήσεις ποὺ ἔμοιαζαν μὲ τὸν ὀνειδισμὸ καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἀργότερα θὰ ὑπέμενε ὁ Χριστός)».
Θεώρησε λοιπὸν μεγαλύτερο πλοῦτο το νὰ ἔχει «τὴν περιφρόνηση τοῦ Χριστοῦ»· διότι θεώρησε προτιμότερο τὸ νὰ περιφρονεῖται γιὰ τὸν Χριστὸ παρὰ νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει· ἔτσι καὶ αὐτὸ καθ' ἑαυτὸ ἦταν μισθός.
«Μᾶλλον», λέγει, «ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ. (Προτίμησε περισσότερο νὰ κακοπαθεῖ μαζὶ μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ)».
«Ἐσεῖς δηλαδὴ ὑποφέρετε χάριν τοῦ ἑαυτοῦ σας, ἐνῷ ἐκεῖνος προτίμησε νὰ ὑποφέρει χάριν τῶν ἄλλων. Καὶ μὲ τὴ θέλησή του ριψοκινδύνευσε τόσο πολύ, ἐνῷ μποροῦσε νὰ ζεῖ μὲ εὐσέβεια καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθά)». πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν (παρά νὰ ἔχει προσωρινὴ ἀπόλαυση ἁμαρτίας)», λέγει.
«Ἁμαρτία» εἶπε τὸ ὅτι δὲν θέλησε ὡς τότε νὰ συμπάσχει μὲ τοὺς ἄλλους· «αὐτό, λέγει, «ὁ Μωυσῆς τὸ θεώρησε ἁμαρτία».
Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνος θεώρησε ἁμαρτία το νὰ μὴν κακοπαθεῖ πρόθυμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἄρα εἶναι μεγάλο ἀγαθὸ ἡ κακοπάθεια, στὴν ὁποία ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα. Καὶ αὐτὰ τὰ ἔκανε, ἐπειδὴ προέβλεπε κάποια μεγάλα ἀγαθὰ· γι’ αὐτὸ καὶ ἔτσι μίλησε.
«Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ. (Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου τὶς περιφρονήσεις ποὺ ἔμοιαζαν μὲ τὸν ὀνειδισμὸ καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἀργότερα θὰ ὑπέμενε ὁ Χριστός)» (Ἐβρ.11,26).
Τι σημαίνει «τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ»; Δηλαδή «το νὰ περιφρονεῖται γι’ αὐτὰ ποὺ περιφρονεῖστε καὶ ἐσεῖς», τὴν περιφρόνηση ποὺ ὑπέμεινε ὁ Χριστὸς· ἢ ὅτι «γιὰ τὸν Χριστὸ ὑπέμεινε, ὅταν τὸν περιγελοῦσαν γιὰ τὴν πέτρα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔβγαλε νερὸ»· «ἡ δὲ πέτρα (καῚ ἡ πέτρα)», λέγει, «ἦν ὁ Χριστός (ἦταν ὁ Χριστός)» (Α΄Κορ. 10,4)· (βλ. Ἔξ.17,1-6: «Καὶ ἀπῇρε πᾶσα συναγωγὴ υἱῶν Ἰσραὴλ ἐκ τῆς ἐρήμου Σὶν κατὰ παρεμβολὰς αὐτῶν διά ῥἤματος Κυρίου καὶ παρενεβάλοσαν ἐν Ῥαφιδεὶν· οὐκ ἦν δὲ ὕδωρ τῷ λαῷ πιεῖν. καὶ ἐλοιδορεῖτο ὁ λαὸς πρὸς Μωυσῆν λέγοντες· δὸς ἡμῖν ὕδωρ, ἵνα πίωμεν. καὶ εἶπεν αὐτοῖς Μωυσῆς· τί λοιδορεῖσθὲ μοι, καὶ τί πειράζετε Κύριον; ἐδίψησε δὲ ἐκεῖ ὁ λὰὸς ὕδατι, καὶ διεγόγγυζεν ἐκεῖ ὁ λὰὸς πρὸς Μωυσῆν λέγοντες· ἱνατὶ τοῦτο; ἀνεβίβασας ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου ἀποκτεῖναι ἡμᾶς καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν καὶ τὰ κτήνη τῷ δίψει; ἐβόησε δὲ Μωυσῆς πρὸς Κύριον λέγων· τί ποιήσω τῷ λὰῷ τούτῳ; ἔτι μικρὸν καὶ καταλιθοβολήσουσί με. καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· προπορεύου τοῦ λαοῦ τούτου, λὰβε δὲ σεαυτῷ ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ· καὶ τὴν ῥάβδον, ἐν ᾗ ἐπάταξας τὸν ποταμόν, λὰβε ἐν τῇ χειρί σου καὶ πορεύσῃ. ὅδε ἐγὼ ἕστηκα ἐκεῖ πρὸ τοῦ σὲ ἐπὶ τῆς πέτρας ἐν Χωρὴβ· καὶ πατάξεις τὴν πέτραν, καὶ ἐξελεύσεται ἐξ αὐτῆς ὕδωρ, καὶ πίεται ὁ λαός.
Ἐποίησε δὲ Μωυσῆς οὕτως ἐναντίον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Πειρασμὸς καὶ Λοιδόρησις, διὰ τὴν λοιδορίαν τῶν υἱῶν Ἰσρὰὴλ καὶ διὰ τὸ πειράζειν Κύριον λέγοντας· εἰ ἔστι Κύριος ἐν ἡμῖν ἢ οὔ;
(Ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ἰσραηλιτῶν, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν ἔρημο Σὶν κατὰ τμήματα καὶ κατασκήνωσαν στὴ Ραφιδείν. Ἐκεῖ ὅμως δὲν ὑπῆρχε νερό, γιὰ νὰ πιεῖ ὁ λαός. Καὶ οἱ Ἰσραηλῖτες ἔβριζαν τὸν Μωυσῆ λέγοντας: ‘’Δῶσε μας νερὸ νὰ πιοῦμε!’’. Καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: ‘’Γιατί μιλᾶτε ὑβριστικὰ ἐναντίον μου; Καὶ γιατί πειράζετε τὸν Κύριο μὲ τὴν ἐλλιπῆ σας πίστη;’’· δίψασε λοιπὸν ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐκεῖ γιὰ νερὸ καὶ γόγγυζαν ἐναντίον τοῦ Μωυσῆ λέγοντας: ‘’γιατί μᾶς τὸ ἔκανες αὐτό; Μᾶς ἔβγαλες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, γιὰ νὰ φονεύσεις ἐμᾶς καὶ τὰ παιδιά μας καὶ τὰ ζῶα μας μὲ τὴ φοβερὴ δίψα;)».
Μὲ θερμὴ προσευχὴ βόησε ὁ Μωυσῆς πρὸς τὸν Θεό: ‘’Τί νὰ κάνω, Κύριε, στὸν λαὸ αὐτόν; Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ μὲ λιθοβολήσουν μὲ μανία’’. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωυσῆ: ’’Προχώρησε μπροστὰ ἀπὸ τὸν λαὸ αὐτόν, πᾶρε μαζί σου μερικοὺς ἀπὸ τοὺς γεροντότερους τοῦ λαοῦ· πᾶρε στὰ χέρια σου τὴν ράβδο, μὲ τὴν ὁποία χτύπησες τὸν Νεῖλο ποταμό, καὶ προχώρησε. Ἐγὼ λοιπὸν θὰ ἔχω σταθεῖ ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ ἐσένα στὴ γυμνὴ πέτρα τοῦ ὅρους Χωρήβ.
Χτύπησε τὴν πέτρα καὶ θὰ ἀναπηδήσει νερὸ ἀπὸ αὐτήν, γιὰ νὰ πιεῖ ὅλος ὁ λαός’’.
Ὅπως εἶπε ὁ Θεός, ἔτσι ἔκανε ὁ Μωυσῆς ἐνώπιον τῶν Ἰσραηλιτῶν. Καὶ ἔδωσε μάλιστα στὸν τόπο ἐκεῖνον τὸ ὄνομα «Πειρασμὸς καὶ Λοιδόρηση» ἐξ αἰτίας τῶν ὕβρεων τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ διότι πίκραναν τὸν Κύριο ἐκπειράζοντάς Τον ἀπιστῶντας μὲ τὸ νὰ λένε:’’ Εἶναι ἄραγε ὁ Θεὸς μαζί μας ἢ ὄχι;’’)»
Καὶ πῶς εἶναι «ὀνειδισμὸς τοῦ Χριστοῦ»; Ἐπειδὴ ἀπορρίπτουμε αὐτὰ ποὺ παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς προγόνους, περιφρονούμαστε, ἐπειδὴ προστρέχουμε στὸν Θεό, κακοπαθοῦμε. Ἦταν φυσικὸ καὶ ὁ Μωυσῆς νὰ περιφρονοῦνταν ὅταν ἄκουσε: «Μήπως θέλεις νὰ μὲ φονεύσεις, μὲ τὸν τρόπο ποὺ φόνευσες χθὲς τὸν Αἰγύπτιο;»
(βλ. Ἔξ.2,11-15: «Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πολλαῖς ἐκείναις μέγας γενόμενος Μωυσῆς, ἐξῆλθε πρὸς τὸὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ. κατανοήσας δὲ τὸν πόνον αὐτῶν ὁρᾷ ἄνθρωπον Αἰγύπτιον τύπτοντά τινα Ἑβραῖον τῶν ἑαυτοῦ ἀδελφῶν τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ· περιβλεψάμενος δὲ ὧδε καὶ ὧδε οὐχ ὁρᾷ οὐδένα καὶ πατάξας τὸν Αἰγύπτιον, ἔκρυψεν αὐτὸν ἐν τῇ ἄμμῳ. ἐξελθὼν δὲ τῇ ἡμὲρᾳ τῇ δευτὲρᾳ ὁρᾷ δύο ἄνδρας Ἑβραίους διαπληκτιζομένους καὶ λέγει τῷ ἀδικοῦντι· διὰ τί σὺ τύπτεις τὸν πλησίον; ὁ δὲ εἶπε· τὶς σὲ κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ᾿ ἡμῶν; μὴ ἀνελεῖν μὲ σὺ θέλεις, ὃν τρόπον ἀνεῖλες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον; ἐφοβήθη δὲ Μωυσῆς, καὶ εἶπεν· εἰ οὕτως ἐμφανὲς γέγονε τὸ ῥῆμα τοῦτο;
(Μετά τὴν πάροδο ἀρκετοῦ χρόνου ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν βρῆκε καὶ τὸν περιέσωσε ὡς βρέφος καὶ ἀνέλαβε τὴν ἀνατροφή του ἡ κόρη τοῦ Φαραώ, ὅταν ὁ Μωυσῆς ἔγινε μέγας γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμή του, ἐξῆλθε ἀπὸ τὰ αἰγυπτιακὰ ἀνάκτορα καὶ ἐπισκέφθηκε τοὺς ὁμοεθνεῖς του, τοὺς Ἰσραηλῖτες.
Ἐνῷ παρακολουθοῦσε καὶ ἔβλεπε τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴ θλίψη τους, εἶδε ἕναν Αἰγύπτιο νὰ χτυπᾶ ἕναν Ἑβραῖο, ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς Ἰσραηλῖτες.
Ὁ Μωυσῆς κοίταξε ὁλόγυρά του ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, δὲν εἶδε κανένα καὶ ἀφοῦ χτύπησε θανάσιμα τὸν Αἰγύπτιο τὸν φόνευσε καὶ ἔκρυψε τὸ πτῶμα του στὴν ἄμμο.
Τὴν ἄλλη μέρα ἐξῆλθε πάλι τὸ Μωυσῆς, εἶδε δύο Ἑβραίους νὰ διαπληκτίζονται καὶ λέγει σὲ αὐτὸν ποὺ ἀδικοῦσε τὸν ἄλλο:’’ Γιατί ἐσὺ χτυπᾶς τον πλησίον σου;’’
Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε μὲ ἀναίδεια:’’ Ποιός σὲ ὅρισε ἄρχοντα καὶ δικαστὴ σὲ μᾶς; Μήπως θέλεις νὰ φονεύσεις καὶ ἐμένα, ὅπως φόνευσες χθὲς τὸν Αἰγύπτιο;’’)»)
Αὐτὸ ἐπίσης εἶναι «ὀνειδισμὸς τοῦ Χριστοῦ», τὸ νὰ ὑποφέρει κανεὶς μέχρι τέλους καὶ μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Χριστὸς ὀνειδιζόταν καὶ ἄκουγε: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ (ἐάν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ)» (Ματθ.27,39-40: «Οἱ δὲ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, καὶ λέγοντες· ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν! σῶσον σεαυτὸν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ
(Στὸ μεταξὺ ἐκεῖνοι ποὺ περνοῦσαν κοντὰ ἀπὸ τὸν σταυρό, Τὸν ἔβριζαν καὶ κουνοῦσαν μὲ περιφρόνηση καὶ κακία τὰ κεφάλια τους καὶ ἔλεγαν:
‘’Ἐσὺ ποὺ θὰ γκρέμιζες τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ξαναέκτιζες, σῶσε τώρα τὸν ἑαυτό σου. Ἐὰν εἶσαι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπὸ τὸν σταυρὸ’’)»)· καὶ τὰ ἄκουγε ἀπὸ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους σταυρωνόταν, ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ὁμοεθνεῖς Του.
Αὐτὸς εἶναι ὀνειδισμὸς τοῦ Χριστοῦ, ὅταν κάποιος περιφρονεῖται ἀπὸ τοὺς δικούς του, ὅταν κάποιος περιφρονεῖται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐεργετεῖ· διότι καὶ Ἐκεῖνος τὰ ἔπαθε αὐτὰ ποὺ ἐκείνους ποὺ εὐεργέτησε. Ἐδῶ ὁ Παῦλος ἀνύψωσε τοὺς Ἑβραίους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθυνόταν μὲ τὴ συγκεκριμένη ἐπιστολή, δείχνοντας ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς τὰ ἴδια ἔπαθε καὶ ὁ Μωυσῆς, δύο πρόσωπα δηλαδὴ ἔνδοξα.
Ὥστε ὁ ὀνειδισμὸς αὐτὸς εἶναι μᾶλλον τοῦ Χριστοῦ παρὰ τοῦ Μωυσῆ, ἐπειδὴ ἔπαθε ἀπὸ τοὺς δικούς Του τέτοια. Ὅμως οὔτε ὁ Μωυσῆς ἔπαθε κάτι, οὔτε ὁ Χριστὸς δὲν ἔστειλε κεραυνοὺς πρὸς τιμωρία τους, ἀλλὰ περιφρονοῦνταν καὶ τὰ ὑπέμενε ὅλα, παρὰ τὸ ὅτι ἐκεῖνοι κουνοῦσαν περιπαικτικὰ τὰ κεφάλια τους.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἦταν φυσικὸ τέτοια νὰ ἀκοῦνε καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ ἐπιθυμοῦν τὴν ἀνταπόδοση λέγει ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Μωυσῆς τέτοια ὑπέφεραν.
Ἄρα λοιπὸν ἡ ἄνεση εἶναι τῆς ἁμαρτίας, ἐνῷ ἡ περιφρόνηση τοῦ Χριστοῦ. Τί λοιπὸν θέλεις; Τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Χριστοῦ ἢ τὴν ἄνεση;
«Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γὰρ μὲ διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεῶν, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν.
(Καὶ τί ἀκόμη νὰ λέω καὶ νὰ διηγοῦμαι; Πρέπει νὰ σταματήσω, διότι δὲν θὰ μοῦ φτάσει ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸν Γεδεῶν καὶ τὸν Βαράκ, τὸν Σαμψῶν καὶ τὸν Ἰεφθάε, γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφῆτες)» (Εβρ.11,32).
Κατηγοροῦν μερικοὶ τὸν Παῦλο, γιατί ἀναφέρει σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Σαμψῶν καὶ τὸν Ἰεφθάε. Τί λές; Αὐτὸς ποὺ ἀνέφερε τὴν πόρνη Ραάβ, δὲν θὰ ἀναφέρει αὐτούς; Μὴ μοῦ ἀναφέρεις τὴν ἄλλη ζωή τους, παρὰ μόνο τὸ ἂν πίστεψαν ἢ ἔλαμψαν ὡς πρὸς τὴν πίστη.
«τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας (καὶ τοὺς προφῆτες οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ εἶχαν πίστη, καταπολέμησαν καὶ ὑπέταξαν βασίλεια)».
Βλέπεις ὅτι ἐδῶ δὲν παρουσιάζει τὴ λαμπρὴ ζωή τους· διότι δὲν ἦταν αὐτὸ προηγουμένως τὸ ζητούμενο· ἀλλὰ ἡ ἐξέταση προηγουμένως ἦταν γιὰ τὴν πίστη.
Διότι, πές μου, δὲν τὰ κατόρθωσαν ὅλα μὲ τὴν πίστη; Πῶς; «Μὲ τὴν πίστη», λέγει, «καταπολέμησαν βασίλεια οἱ ὅμοιοι μὲ τὸν Γεδεῶν. Ἄσκησαν δικαιοσύνη».
Ποιοί; Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ παραπάνω. Τὴ φιλανθρωπία ἐδῶ τὴν ὀνόμασε ‘’δικαιοσύνη’’.
«Ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν. (Πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός)».
Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ λέγει γιὰ τὸν Δαβίδ. Καὶ ποιές ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις πέτυχε; Αὐτὲς ποὺ τοῦ εἶπε, ὅτι τὸ σπέρμα του, ὁ Μεσσίας, θὰ καθίσει στὸν θρόνο του.
«Ἒφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας. (Ἒφραξαν στόματα λιονταριῶν, ὅπως ὁ Δανιήλ, ἔσβησαν τὴν καταστρεπτικὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὸν κίνδυνο τῆς σφαγῆς)».
Πρόσεχε πὼς ἦταν μέσα στὸν ἴδιο τόν θάνατο, ὁ Δανιὴλ περικυκλωμένος ἀπὸ τὰ λιοντάρια, οἱ τρεῖς παῖδες μέσα στὸ καμίνι τοῦ πυρός, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακώβ, περιβαλλόμενοι ἀπὸ διάφορους πειρασμούς, καὶ ὅμως δὲν ἀπογοητεύτηκαν. Πράγματι αὐτὸ εἶναι πίστη· ὅταν τὰ γεγονότα ἐκπληρώνονται ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι προσδοκοῦμε, τότε πρέπει νὰ πιστεύουμε ὅτι τίποτε τὸ ἀντίθετο δὲν ἔγινε, ἀλλὰ ὅλα ἦταν ἐπακόλουθα. «Διέφυγαν τὸν κίνδυνο τῆς σφαγῆς».
Αὐτὸ νομίζω πάλι ὅτι τὸ λέγει γιὰ τοὺς τρεῖς Παῖδες.
«Ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων.
(Πήραν δύναμη, καὶ ἔγιναν καλὰ ἀπὸ ἀρρώστιες, ἀναδείχθηκαν ἰσχυροὶ καὶ ἀνίκητοι στὸν πόλεμο· ἔτρεψαν σὲ φυγὴ τὶς ἐχθρικὲς παρατάξεις καὶ τὰ πολυπληθῆ στρατεύματά τους)» (Ἐβρ.11,34).
Ἐδῶ ὑπαινίσσεται ἐκεῖνα ποὺ συνέβησαν κατὰ τὴν ἐπάνοδό τους ἀπὸ τὴ Βαβυλῶνα. «Ἀπὸ ἀσθένειες», λέγει· δηλαδή, ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία.
Ὅταν πιὰ εἶχαν ἐγκαταλείψει τὰ ἰουδαϊκά, ὅταν δὲν διέφεραν σὲ τίποτε ἀπὸ τὰ ὀστᾶ τῶν νεκρῶν, τότε ἔγινε ἡ ἐπάνοδός τους.
Πράγματι, ποιός θὰ ἔλπιζε νὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ τὴ Βαβυλῶνα, καὶ ὄχι μόνο νὰ ἐπανέλθουν, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνουν ἰσχυροὶ καὶ νὰ τρέψουν σὲ φυγὴ τὰ στρατεύματα τῶν ἐχθρῶν; «Σέ μας ὅμως δὲν συνέβη κάτι τέτοιο», λέγει. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι τύποι τῶν μελλοντικῶν.
«Ἒλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν (Μὲ τὴν πίστη ποὺ εἶχαν στὴν ὑπερφυσικὴ δύναμη τῶν προφητῶν οἱ γυναῖκες ποὺ ἀναφέρει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ξαναπῆραν πίσω ζωντανὰ τὰ νεκρὰ παιδιά τους, ποὺ ἀνέστησαν οἱ προφῆτες)». Ἐδῶ ἀναφέρει ἐκεῖνα ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τοὺς προφῆτες, τὸν Ἐλισαῖο, τὸν Ἠλία· διότι αὐτοὶ ἀνέστησαν νεκρούς.
«Ἂλλοὶ δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν.
(Ἄλλοι πάλι δέθηκαν στὸ βασανιστικὸ ὄργανο ποὺ λεγόταν τύμπανο καὶ δάρθηκαν σκληρὰ μέχρι θανάτου, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἔτσι ἀπὸ τὸ μαρτύριο.
Προτίμησαν τὸ σκληρὸ αὐτὸ μαρτύριο, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν σὲ μία καλύτερη ζωή, παρὰ νὰ ἔχουν μία πρόσκαιρη ἀποκατάσταση στὴ ζωὴ αὐτή)» (Ἐβρ.11,37)· ἐνῷ ἐμεῖς δὲν πετύχαμε τὴν ἀνάσταση.
Ἀλλὰ «ἔχω νὰ σᾶς παρουσιάσω», λέγει, «καὶ ἐκείνους ποὺ ἀποκεφαλίστηκαν καὶ δὲν δέχθηκαν τὴ σωτηρία, γιὰ νὰ πετύχουν καλύτερη ἀνάσταση».
Διότι, πές μου, γιατί, ἐνῷ μποροῦσαν, δὲ θέλησαν νὰ ζήσουν; Δὲν τὸ ἔκαναν ἐπειδὴ περίμεναν καλύτερη ζωή;
Καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀνέστησαν τοὺς ἄλλους, προτίμησαν οἱ ἴδιοι νὰ πεθάνουν, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν καλύτερη ἀνάσταση, ὄχι σὰν ἐκείνη ποὺ πέτυχαν τὰ παιδιὰ τῶν γυναικῶν.
Ἐδῶ μοῦ φαίνεται ὅτι ὑπονοεῖ καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Ἰάκωβο· καθ' ὅσον ‘’ἀποτυμπανισμὸς’’ λέγεται ὁ ἀποκεφαλισμός.
Μποροῦσαν νὰ βλέπουν τὸν ἥλιο, μποροῦσαν νὰ μὴν ἐλέγχουν, καὶ ὅμως προτίμησαν νὰ πεθάνουν· καὶ αὐτοὶ ποὺ ἄλλους ἀνέστησαν, προτίμησαν νὰ πεθάνουν οἱ ἴδιοι γιὰ νὰ ἐπιτύχουν καλύτερη ἀνάσταση.
«Ἓτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν.
(Κι ἄλλοι πάλι δοκίμασαν ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη μάλιστα καὶ δεσμὰ καὶ φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πολλοὺς πειρασμούς)» (Ἐβρ.11,37).
Σταματά σὲ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἦταν πιὸ γνωστοί. Καθ' ὅσον μεγαλύτερη παρηγοριὰ φέρνουν αὐτά, ὅταν ἡ αἰτία τῆς λύπης τους εἶναι κοινή, διότι καὶ ἂν πεῖς κάτι μεγαλύτερο, ποὺ δὲν προῆλθε ὅμως ἀπὸ τὴν ἴδια αἰτία, δὲν ἔκανες τίποτε. Γι' αὐτὸ σταμάτησε σὲ αὐτὸν τὸν λόγο του, μιλῶντας γιὰ δεσμά, φυλακές, μαστιγώσεις, λιθοβολισμούς, θυμίζοντάς τους ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὸν Στέφανο καὶ τὸν προφήτη Ζαχαρία, τὸν πατέρα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ· γι' αὐτὸ καὶ συμπλήρωσε: «Ἐν φὸνῳ μαχαίρας ἀπέθανον (Θανατώθηκαν μὲ σφαγὴ ἀπὸ μαχαίρι)».
Τί λές; Ἄλλοι διέφυγαν τὴ σφαγή, καὶ ἄλλοι πέθαναν διὰ σφαγῆς; Τί σημαίνει αὐτό; Ποιόν ἐπαινεῖς, ποιόν θαυμάζεις; Αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο;
«Ναί», λέγει, «καὶ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο· αὐτό, διότι σᾶς εἶναι πιὸ οἰκεῖο, καὶ ἐκεῖνο, διότι ἡ πίστη νίκησε καὶ τὸν ἴδιο τόν θάνατο καὶ ἡ νίκη αὐτὴ εἶναι τύπος τῶν μελλοντικῶν»· διότι δύο εἶναι τὰ θαύματα τῆς πίστεως, καὶ κατορθώνει μεγάλα πράγματα, καὶ πάσχει μεγάλα, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὰ παθήματα.
«Καὶ δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς», λέγει, «ὅτι ἦταν κάποιοι ἁμαρτωλοὶ καὶ μηδαμινοὶ· διότι καὶ ἂν ἀκόμη ὅλον τὸν κόσμο παραβάλεις μαζί τους, θὰ δεῖς ὅτι πρὸς αὐτοὺς θὰ κλείνει ἡ ζυγαριὰ καὶ ὅτι αὐτοὶ εἶναι τιμιότεροι».
Γι' αὐτὸ καὶ ἔτσι μίλησε: «Ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος (Ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἄνδρες, καὶ οὔτε μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτούς)».
Τί λοιπὸν ἐπρόκειτο ἐδῶ νὰ ἀπολαύσουν, ἐφόσον τίποτε ἀπὸ τὰ τοῦ κόσμου δὲν ἦταν ἄξιο γι΄αυτούς;
Ἐδῶ διεγείρει τὴ διάνοιά τους, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσηλώνονται στὰ παρόντα, ἀλλὰ νὰ ἔχουν τὴ σκέψη τους πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἐφόσον ὅλος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μαζί τους. Γιατί λοιπὸν θέλεις νὰ λάβεις ἐδῶ μισθό; Διότι εἶναι ἀτιμία γιὰ σένα, ἐὰν λάβεις ἐδῶ τὸν μισθό.
Ἂς μὴ σκεπτόμαστε λοιπὸν κοσμικά, ἂς μὴν περιμένουμε ἐδῶ τὴν ἀνταπόδοση, καὶ ἂς μὴν εἴμαστε τόσο φτωχοὶ· ἐφόσον ὅλος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μαζί τους, γιατί θέλεις νὰ συγκρίνεις ἕνα μέρος αὐτοῦ; Καὶ σωστὰ· διότι αὐτοὶ εἶναι φίλοι τοῦ Θεοῦ. «Κόσμο» ἐδῶ λέγει τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ἢ τὴν ἴδια τήν κτίση· καθ' ὅσον καὶ τὰ δύο συνηθίζει ἡ Γραφὴ νὰ τὰ ὀνομάζει ἔτσι.
«Ἐὰν ὅλη ἡ κτίση μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους της», λέγει, «σταθεῖ δίπλα τους, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ φανοῦν ἀντάξιοι αὐτῶν»· καὶ σωστά.
Διότι, ὅπως ἀκριβῶς μύριες ζυγαριὲς ἄχυρου καὶ χόρτου δὲν θὰ ἦταν ἀντάξιες δέκα μαργαριταριῶν, ἔτσι οὔτε καὶ ἐκεῖνοι· διότι «εἶναι ἀνώτερος ἕνας ποὺ πράττει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, παρὰ μύριοι παράνομοι»· «μυρίους» δὲν λέγει τοὺς πολλούς, ἀλλὰ τὸ πλῆθος τὸ ἄπειρο.
Σκέψου πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ δίκαιος. Εἶπε ὁ Ἰησοῦς του Ναυή: «Στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών.
(Ἂς σταθεῖ ὁ ἥλιος πάνω ἀπὸ τὴν πόλη Γαβαῶν καὶ ἡ σελήνη πάνω ἀπὸ τὴ κοιλάδα Αἰλῶν)» (Ἰησ. Ναυὴ 10,12.).
Ἂς ἔλθει λοιπὸν ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἢ μᾶλλον δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσερις καὶ δέκα καὶ εἴκοσι οἰκουμένες, καὶ ἂς ποῦν καὶ ἂς τὸ κάνουν αὐτὸ· ὅμως δὲν θὰ μπορέσουν.
Ἐνῷ ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ διέτασσε τὰ κτίσματα τοῦ Φίλου του ἢ καλύτερα παρακαλοῦσε τὸν Φίλο του καὶ ὑποχωροῦσαν τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, οἱ ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἦταν στὴ γῆ διέτασσε αὐτὰ ποὺ ἦταν στὸν οὐρανό.
Βλέπεις ὅτι αὐτὰ ἔχουν γίνει γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ ἐκπληρώνουν τὸν δρόμο τον διατεταγμένο;
Αὐτὸ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Μωυσῆ. Γιατί ἄραγε; Διότι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ διατάσσεις τὴ θάλασσα καὶ αὐτὰ ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανὸ· πράγματι εἶναι μεγάλο καὶ ἐκεῖνο καὶ πολὺ μεγάλο μάλιστα, ἀλλὰ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἴσο μὲ αὐτό.
Ἄκουσε καὶ πῶς ἔγινε τόσο μεγάλος. Γιατί δηλαδή; Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ του Ναυὴ ἦταν τύπος τοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτό, λοιπόν, ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς προσωποποιημένης προσφωνήσεως, τὴν ὁποία εἶχε ὁ Ἰησοῦς, ἡ κτίση ὑποτάχθηκε μὲ σεβασμό. Τί λοιπόν; Ἄλλος δὲν ὀνομάστηκε Ἰησοῦς;
Ἀλλὰ αὐτὸς γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ὀνομάστηκε, γιὰ νὰ εἶναι τύπος· διότι ὀνομαζόταν καὶ Αὐσὴς· γι’ αὐτὸ ἀλλάχθηκε τὸ ὄνομα· διότι ἦταν πρόρρηση καὶ προφητεία.
Αὐτὸς εἰσήγαγε στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας τὸν λαό, ὅπως ὁ Ἰησοῦς στὸν οὐρανὸ· δὲν τὸν εἰσήγαγε ὁ νόμος, ὅπως οὔτε ὁ Μωυσῆς, ἀλλὰ ἔμενε ἔξω· δὲν ἔχει τὴ δύναμη ὁ νόμος νὰ εἰσαγάγει, ἀλλὰ ἡ χάρη.
Βλέπεις ὅτι οἱ τύποι ἀπὸ παλιὰ ἔχουν προκαθοριστεῖ; Διέταξε τὴν κτίση, ἢ καλύτερα τὸ κύριο μέρος τῆς κτίσεως, ποὺ βρισκόταν πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του, γιὰ νὰ μὴν τρομάξεις οὔτε νὰ παραξενευτεῖς, ὅταν δεῖς τὸν Ἰησοῦ μὲ τὴν ἀνθρώπινη μορφὴ νὰ λέγει τὰ ἴδια.
Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυὴ καὶ ἐνῷ ζοῦσε ὁ Μωυσῆς, κατατρόπωσε τοὺς ἐχθρούς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἂν καὶ ὑπάρχει ὁ νόμος, διοικεῖ τὰ πάντα, ἀλλὰ ὄχι φανερά.
Ἂς δοῦμε ὅμως πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀρετὴ τῶν ἁγίων. Ἐὰν ἐδῶ τόσο μεγάλα ἐργάζονται, ἐὰν ἐδῶ τόσο μεγάλα κάνουν, ὅσα οἱ ἄγγελοι, τί ἄραγε θὰ κάνουν ἐκεῖ;
Πόση λαμπρότητα θὰ ἔχουν; Ἴσως καθένας ἀπὸ ἐσᾶς θὰ ἤθελε νὰ εἶναι τέτοιος, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διατάσσει τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη. Ὡς πρὸς αὐτό, τί θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν αὐτοί, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶναι σφαιρικός;
Γιατί λοιπὸν δὲν εἶπε: «Ἂς σταθεῖ ὁ ἥλιος», ἀλλὰ πρόσθεσε: «ἂς σταθεῖ ὁ ἥλιος πάνω ἀπὸ τὴν πόλη Γαβαῶν καὶ ἡ σελήνη πάνω ἀπὸ τὴ φάραγγα Αἰλῶν» (Ἰησού Ναυή, 10,12).
Δηλαδή, νὰ κάνει τὴν ἡμέρα μεγαλύτερη. Αὐτὸ ἔγινε καὶ ἐπί του Ἐζεκία· διότι ὀπισθοδρόμησε ὁ ἥλιος. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι περισσότερο θαυμαστὸ ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ νὰ ἔλθει πάλι πίσω στὸν ἴδιο δρόμο, χωρὶς νὰ περιέλθει τὸν δρόμο. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐὰν θέλουμε, μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ θὰ κατορθώσουμε.
Πράγματι τί μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός; Δὲν μᾶς εἶπε ὅτι θὰ σταματήσουμε τὸν ἥλιο, ἀλλὰ τί; «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν (Ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήσει στὴ ζωή του τὶς ἐντολές μου, καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ τὸν ἀγαπήσει)», λέγει: «καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν (καὶ θὰ ἔλθουμε σὲ αὐτὸν καὶ θὰ μεταβάλουμε τὴν καρδιά του σὲ μόνιμη κατοικία μας, ὥστε αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ ἔμψυχος ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ)» (Ἰω.14,23).
Τί μοῦ χρειάζεται ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ θαυμαστά τους, όταν ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης πάντων κατέρχεται καὶ ἐγκαθίσταται σὲ ἐμένα;
Δὲν μοῦ χρειάζονται αὐτά. Διότι σὲ τί θὰ μοῦ χρειαστεῖ κάτι ἀπὸ αὐτά; Αὐτὸς θὰ μοῦ εἶναι ἥλιος καὶ σελήνη καὶ φῶς. Διότι πές μου, τί θὰ ἤθελες, ἐὰν εἰσερχόσουν στὰ ἀνάκτορα, νὰ μποροῦσες νὰ μεταρρυθμίσεις κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶναι στερεωμένα, ἢ νὰ ἐπιτύχεις τὴ φιλία τοῦ βασιλιᾶ, ὥστε νὰ τὸν πείσεις νὰ κατέλθει πρὸς ἐσένα;
Δὲν θὰ προτιμοῦσες πολὺ περισσότερο αὐτὸ παρὰ ἐκεῖνο; Τί ὅμως; Δὲν εἶναι θαυμαστὸ πράγματι ὅτι ἄνθρωπος προστάσει αὐτὰ ποὺ προστάσει καὶ ὁ Χριστός;
«Ἀλλὰ ὁ Χριστός», θὰ μποροῦσε νὰ ἔλεγε κάποιος, «δὲ χρειάζεται τὸν Πατέρα, ἀλλὰ μὲ ἀπόλυτη ἐξουσία ἐνεργεῖ».
Καλῶς· λοιπὸν ὁμολόγησε πρῶτα καὶ πὲς ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη τοῦ Πατρὸς καὶ ὅτι μὲ ἀπόλυτη ἐξουσία ἐνεργεῖ, καὶ τότε θὰ σοῦ πῶ πάλι, ἢ καλύτερα θὰ σὲ διδάξω γιὰ τὴν προσευχὴ ποὺ κάνει, ὅτι γινόταν ἀπὸ συγκατάβαση καὶ θεία οἰκονομία (διότι δὲν ἦταν κατώτερος ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ του Ναυὴ ὁ Χριστὸς) καὶ ὅτι μποροῦσε νὰ μᾶς διδάσκει χωρὶς προσευχή.
Ὅπως ἀκριβῶς δηλαδὴ ὅταν ἀκοῦς τὸν διδάσκαλο νὰ ὁμιλεῖ σὰν παιδὶ καὶ νὰ διηγεῖται τὰ στοιχειώδη δὲν λὲς ὅτι εἶναι ἀμαθής, καὶ ὅταν ἐρωτᾶ «ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ στοιχεῖο», γνωρίζεις ὅτι δὲν τὸ ἐρωτᾶ ἀπὸ ἄγνοια, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλει νὰ διδάξει τὸν μαθητὴ· ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς προσευχήθηκε ὄχι ἐπειδὴ εἶχε ἀνάγκη προσευχῆς, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλει νὰ διδάξει ἐσένα, νὰ προσεύχεσαι συνεχῶς, ἀδιαλείπτως, μὲ νηφαλιότητα, καὶ νὰ κάνεις αὐτὴν μὲ πολλὴ ἀγρυπνία.
Καὶ ὅταν λέω νὰ ἀγρυπνεῖς δὲν ἐννοῶ μόνο το νὰ σηκώνεσαι τὴ νύχτα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας νὰ ἐπαγρυπνεῖς στὶς προσευχὲς· διότι αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ ἔτσι ὀνομάζεται ἄγρυπνος.
Ἀφοῦ εἶναι δυνατὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς καὶ ὅταν προσεύχεται τὴ νύχτα καὶ νὰ ἀγρυπνεῖ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας καὶ ὅταν δὲν προσεύχεται, ὅταν ἡ ψυχὴ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὅταν γνωρίζει μὲ Ποιόν συνομιλεῖ, σὲ Ποιόν ἀπευθύνεται, ὅταν σκεφτεῖ ὅτι οἱ ἄγγελοι στέκονται δίπλα στὸν Θεὸ μὲ φόβο καὶ τρόμο, ἐνῷ αὐτὸς προσέρχεται μὲ χασμουρητὰ καὶ ξυνόμενος.
Εἶναι μεγάλο ὅπλο ἡ προσευχή, ὅταν γίνεται μὲ τὴν ἁρμόζουσα διάθεση. Καὶ γιὰ νὰ μάθεις τὴ δύναμή της, πρόσεχε ἐδῶ· ἡ συνεχὴς προσευχὴ κατανίκησε τὴν ἀδιαντροπιὰ καὶ τὴν ἀδικία καὶ τὴν ὠμότητα καὶ τὴ θρασύτητα· διότι λέγει: «Ἀκούσατε τί ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας λέγει.
(Ἀκούστε καὶ προσέξτε καλὰ τί λέγει ὁ ἄδικος κριτής)» (Λουκ. 18,6).
Ἐπίσης καὶ τὴν ἀπροθυμία νίκησε· καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν πέτυχε ἡ φιλία, αὐτὸ τὸ κατόρθωσε ἡ συνεχὴς αἴτηση· «Λέγω ὑμῖν, εἰ καὶ οὐ δώσει αὐτῷ ἀναστὰς διὰ τὸ εἶναι αὐτοῦ φίλον, διὰ γὲ τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει αὐτῷ ὅσων χρῄζει.
(Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη δὲν θελήσει νὰ σηκωθεῖ νὰ τοῦ δώσει, μολονότι τὸν εἶχε φίλο, πάντως γιὰ τὴν ἀδιακρισία του ὅτι σὲ τέτοια νυκτερινὴ ὥρα τὸν ἀνησυχεῖ, θὰ σηκωθεῖ καὶ θὰ τοῦ δώσει ὅσα τοῦ χρειάζονται)» (Λουκ.11,8).
Καὶ μία ἀνάξια πάλι ἡ συνεχὴς ἐπιμονὴ τὴν ἔκανε ἄξια: «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοί. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σοῦ ἡ πίστις! γενηθήτω σοὶ ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης)» (Ματθ.15,26-27).
Ἂς εἴμαστε λοιπὸν προσεκτικοὶ κατὰ τὴν προσευχὴ· εἶναι μεγάλο ὅπλο, ὅταν γίνεται μὲ προθυμία, χωρὶς κενοδοξία, ὅταν γίνεται μὲ εἰλικρίνεια ψυχῆς.
Αὐτὴ κατατρόπωσε ἐχθρούς, αὐτὴ ἔθνος ὁλόκληρο καὶ ἀνάξιο εὐεργέτησε: «Καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτοὺς ἐκ χεὶρὸς τῶν Αἰγυπτίων καὶ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης καὶ εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς γῆν ἀγαθὴν καὶ πολλήν, εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι, εἰς τὸν τόπον τῶν Χαναναίων καὶ Χετταίων καὶ Ἀμοῤῥαίων καὶ Φερεζαίων καὶ Γεργεσαίων καὶ Εὐαίων καὶ Ἰεβουσαίων.
(Καὶ κατέβηκα νὰ ἐλευθερώσω αὐτοὺς ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν Αἰγυπτίων, νὰ τοὺς βγάλω ἀπὸ τὴν χώρα τῆς Αἰγύπτου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσω σὲ χώρα εὔφορη καὶ μεγάλη, σὲ γῆ ποὺ θὰ ρέει γάλα καὶ μέλι, στὸν τόπο τὸν ὁποῖο σήμερα κατέχουν οἱ Χαναναῖοι, οἱ Χετταῖοι, οἱ Ἀμορραῖοι, οἱ Φερεζαῖοι, οἱ Γεργεσαῖοι, οἱ Εὐαῖοι καὶ οἱ Ἰεβουσαῖοι)» (Ἔξ.3,8)· αὐτὴ εἶναι φάρμακο σωτήριο, αὐτὴ ἐμποδίζει τὰ ἁμαρτήματα καὶ θεραπεύει τὰ πλημμελήματα· μὲ αὐτὴν καὶ ἡ χήρα ἡ ἐγκαταλειμμένη ἀπηύθυνε ἐπίμονα τὸ αἴτημά της.
Ἐὰν λοιπὸν προσευχόμαστε μὲ ταπεινοφροσύνη, ἐὰν κτυποῦμε τὸ στῆθος ὅπως ὁ τελώνης, ἐὰν λέμε ἐκεῖνα τὰ λόγια ποὺ εἶπε καὶ ἐκεῖνος, ἐὰν λέμε:
«Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ.18,13), ὅλα θὰ τὰ ἐπιτύχουμε· διότι, καὶ ἂν δὲν εἴμαστε τελῶνες, ὅμως ἔχουμε ἄλλα ἁμαρτήματα, ὄχι λιγότερα ἀπὸ ἐκείνου.
Μὴ μοῦ πεῖς λοιπὸν ὅτι εἶναι μικρὸ τὸ σφάλμα σου· διότι ἔχει τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ὅπως ἀκριβῶς δηλαδὴ ἀνδροφόνος ὀνομάζεται ὅμοια καὶ αὐτὸς ποὺ σκότωσε παιδὶ καὶ ἐκεῖνος ποὺ σκότωσε ἄνδρα, ἔτσι πλεονέκτης ὀνομάζεται καὶ αὐτὸς ποὺ ἁρπάζει πολλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἁρπάζει λίγα.
Ἀλλὰ καὶ ἡ μνησικακία δὲν εἶναι μικρό, ἀλλὰ μεγάλο ἁμάρτημα. Διότι λέγει: «Ἐν ὁδοῖς δικαιοσύνης ζωή, ὁδοὶ δὲ μνησικάκων εἰς θάνατον.
(Στοὺς δρόμους τῆς ἀρετῆς ὑπάρχει ἡ ἀληθινὴ καὶ εὐχάριστη ζωή, ἐνῷ οἱ δρόμοι τῶν μνησίκακων καὶ ἐμπαθῶν ἀνθρώπων ὁδηγοῦν στὸν θάνατο)» (Παροιμ. 12,28).
Τὸ ἴδιο καὶ αὐτὸς ποὺ ἀποκαλεῖ τὸν ἀδελφό του μωρὸ καὶ ἀνόητο ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο ὅμοιο μὲ αὐτά:
«Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.
(Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέω ὅτι καθένας ποὺ ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του χωρὶς σοβαρὸ πνευματικὸ λόγο, διαπράττει ἔγκλημα ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο δικαζόταν ἄλλοτε ἀπὸ τὸ τοπικὸ ἑπταμελὲς δικαστήριο, τὴν "κρίση".
Κι ἐκεῖνος ποὺ θὰ πεῖ περιφρονητικὰ στὸν ἀδελφό του: "Ἀνόητε", εἶναι ἔνοχος βαρύτερου ἐγκλήματος, σὰν ἐκεῖνα ποὺ δικάζουν ἀπὸ τὸ ἀνώτατο δικαστήριο τῶν Ἰουδαίων, τὸ Συνέδριο. Κι ἐκεῖνος ποὺ μὲ μῖσος καὶ κακία θὰ πεῖ στὸν ἀδελφό του: "Ἠλίθιε", θὰ εἶναι ἔνοχος ἐγκλήματος ποὺ πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ μὲ τὴ γέεννα τοῦ πυρὸς ποὺ βρίσκεται στὸν Ἅδη)» (Ματθ.5,22).
Μεταλαμβάνουμε ἐπίσης καὶ τῶν φρικτῶν μυστηρίων ἀναξίως καὶ φθονοῦμε καὶ κακολογοῦμε· καὶ μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς πολλὲς φορὲς καὶ μέθυσαν.
Καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, μάλιστα εἶναι ἱκανὸ νὰ μᾶς στερήσει τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· ὅταν ὅμως καὶ ὑπάρχουν ὅλα μαζί, ποιά ἀπολογία θὰ ἔχουμε;
Ἔχουμε ἀνάγκη πολλῆς μετάνοιας, ἀγαπητοί, πολλῆς προσευχῆς, πολλῆς καρτερίας, πολλῆς προσοχῆς, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ κερδίσουμε τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Ἂς ποῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς: «Συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλὸ»· ἢ καλύτερα ἂς μὴν τὸ λέμε μόνο, ἀλλὰ καὶ ἔτσι νὰ σκεπτόμαστε· καὶ ἂν κάποιος ἄλλος μᾶς κατηγορήσει, ἂς μὴν ὀργιστοῦμε.
Ἄκουσε ἐκεῖνος, ὅτι «δὲν εἶμαι ὅπως αὐτὸς ὁ τελώνης» καὶ δὲν ὀργίστηκε, ἀλλὰ λυπήθηκε· δέχθηκε τὴν ὑπεροχὴ καὶ ἀπέβαλε τὸ ὄνειδος.
Εἶπε ἐκεῖνος τὸ τραῦμα, ἀναζήτησε Αὐτὸς τὸ φάρμακο. Ἂς λέμε λοιπόν: «Θεέ μου, συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλὸ»· ἀλλὰ καὶ ἂν ἄλλος μᾶς ὀνομάσει ἁμαρτωλούς, ἂς μὴν ἀγανακτοῦμε. Ἐὰν ὅμως οἱ ἴδιοι λέμε ὅτι διαπράξαμε μύρια κακά, καὶ ὅταν τὸ ἀκοῦμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀγανακτοῦμε, αὐτὸ δὲν εἶναι τότε ταπεινοφροσύνη, οὔτε ἐξομολόγηση, ἀλλὰ ἐπίδειξη καὶ κενοδοξία.
«Εἶναι ἐπίδειξη», θὰ μποροῦσε νὰ ἀναρωτηθεῖ κάποιος, «νὰ ἀποκαλεῖς τὸν ἑαυτό σου ἁμαρτωλό;». Ναὶ· διότι ἀποκτοῦμε φήμη ταπεινοφροσύνης, θαυμαζόμαστε, ἐγκωμιαζόμαστε· ἐὰν ὅμως ποῦμε τὰ ἀντίθετα γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας, μᾶς περιφρονοῦν. Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ κάνουμε γιὰ τὴ δόξα. Καὶ τί εἶναι ταπεινοφροσύνη; Τὸ νὰ ὑπομένεις τὴν κατηγορία τοῦ ἄλλου, τὸ νὰ ἀναγνωρίζεις τὸ ἁμάρτημά σου, τὸ νὰ ἀντέχεις τὶς κατηγορίες. Καὶ οὔτε αὐτὸ θὰ ἦταν δεῖγμα ταπεινοφροσύνης, ἀλλὰ εὐγνωμοσύνης. Τώρα ὅμως ἀποκαλοῦμε βέβαια τοὺς ἑαυτούς μας ἁμαρτωλούς, ἀναξίους καὶ πόσα ἄλλα· ἂν ὅμως κάποιος ἄλλος μᾶς ἀποδώσει ἕνα ἀπὸ αὐτά, στενοχωρούμαστε, ἐξαγριωνόμαστε.
Βλέπεις ὅτι δὲν εἶναι ἐξομολόγηση, οὔτε εὐγνωμοσύνη; Εἶπες ὅτι εἶσαι τέτοιος· μὴν ἀγανακτεῖς ὅταν τὸ ἀκοῦς καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ὅταν ἀτιμάζεσαι· ἔτσι γίνονται ἐλαφρύτερα τὰ ἁμαρτήματά σου, ὅταν ἄλλοι σὲ κατηγοροῦν· διότι αὐτοὶ στοὺς ἑαυτούς τους προσθέτουν ἐπιπλέον βάρος, ἐνῷ ἐσένα σὲ ὁδηγοῦν στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς.
Ἄκουσε τί εἶπε ὁ μακάριος Δαβὶδ ὅταν τὸν καταριόταν ὁ Σεμεεί: «Εἴπως ἴδοι Κύριος ἐν τῇ ταπεινώσει μου καὶ ἐπιστρέψει μοὶ ἀγαθὰ ἀντὶ τῆς κατάρας αὐτοῦ τῇ ἡμὲρᾳ ταύτῃ.
(Ὑπομένω τὶς κατάρες του, μήπως ὁ Θεὸς δεῖ αὐτὸν τὸν ἐξευτελισμό μου καὶ μὲ ἀνταμείψει μὲ ἀγαθά, ἀντὶ τῆς κατάρας ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴν ἐκσφενδονίστηκε ἐναντίον μοῦ)» (Β΄Βασ.16,10-12).
Ἐνῷ ἐσὺ ἂν καὶ λὲς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὸ πιὸ μεγάλο κακό, ἀγανακτεῖς, ὅταν δὲν ἀκοῦς ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὰ ἐγκώμια τῶν μεγάλων δικαίων.
Βλέπεις ὅτι παίζεις μὲ πράγματα ποὺ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ παίζει; Διότι ἀρνούμαστε τοὺς ἐπαίνους ἄλλων, γιὰ νὰ ἐπισύρουμε πάλι μεγαλύτερους ἐπαίνους, γιὰ νὰ μᾶς θαυμάσουν ἀκόμη περισσότερο.
Ἑπομένως, τὸ κάνουμε αὐτό, ὄχι ἐπειδὴ δὲν θέλουμε τὰ ἐγκώμια, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ αὐξήσουμε· καὶ ὅλα γίνονται γιὰ τὴ δόξα μας, καὶ ὄχι ἐπειδὴ πραγματικὰ τὰ θέλουμε.
Γι' αὐτὸ ὅλα εἶναι κενά, ὅλα μάταια.
Γι' αὐτὸ λοιπόν, παρακαλῶ, τώρα νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴ μητέρα τῶν κακῶν, τὴν κενοδοξία, καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας.
«Περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς.
(Φορούσαν γιὰ ροῦχα προβιὲς καὶ γιδοδέρματα, ζῶντας μέσα σὲ στερήσεις, θλίψεις καὶ κακοπάθειες. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἄνδρες, καὶ οὔτε μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτούς. Περιπλανιόνταν σὲ ἐρημιὲς καὶ σὲ βουνά, σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ τρῦπες τῆς γῆς)» (Ἐβρ.11,37).
Πάντοτε βέβαια, κυρίως ὅμως ὅταν σκέπτομαι τὰ κατορθώματα τῶν ἁγίων, τότε μοῦ ἔρχεται νὰ ξεχνῶ ὅλα τὰ δικά μου, διότι οὔτε στὸ ὄνειρό μας δὲν γνωρίσαμε αὐτὰ ποὺ ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες πέρασαν σὲ ὅλη τους τὴ ζωή, καὶ αὐτὰ δὲν ἦταν τιμωρία γιὰ τὰ ἁμαρτήματά τους, ἀλλά, ἂν καὶ σημείωναν πάντοτε κατορθώματα, ὅμως πάντοτε ἀντιμετώπιζαν θλίψεις.
Πράγματι, σκέψου τὸν Ἠλία, στὸν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ λόγος σήμερα· διότι γι’ αὐτὸν τὸ λέγει αὐτὸ ἐδῶ, τὸ «φοροῦσαν προβιὲς» καὶ τελειώνει σὲ αὐτὸν τὰ παραδείγματα χωρὶς νὰ ἀφήσει οὔτε αὐτὸ ποὺ τοὺς ἦταν γνωστό.
Καὶ ἀφοῦ ἀναφέρθηκε στοὺς ἀποστόλους, ὅτι ὑπέστησαν τὸν θάνατο μὲ μάχαιρα, ὅτι λιθοβολήθηκαν, ἐπανέρχεται πάλι στὸν Ἠλία, ποὺ ἔπαθε τὰ ἴδια μὲ αὐτούς.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἦταν φυσικὸ νὰ μὴν ἔχουν ἀκόμη αὐτοὶ τόση μεγάλη ἰδέα γιὰ τοὺς ἀποστόλους, ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἀναλήφθηκε καὶ ὑπερβολικὰ θαυμάστηκε, δηλαδὴ τὸν προφήτη Ἠλία, φέρνει τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴν παράκληση.
«Φοροῦσαν», λέγει, «δέρματα προβάτων καὶ δέρματα γιδιῶν, γεμᾶτοι στερήσεις, θλίψεις καὶ κακοπαθήματα, καὶ ὅλων αὐτῶν δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος αὐτός».
Οὔτε ἔνδυμα εἶχαν, λέγει, νὰ ντυθοῦν, ἐξ αἰτίας τῶν ὑπερβολικῶν θλίψεων, οὔτε πόλη, οὔτε σπίτι, οὔτε κατάλυμα· αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Χριστὸς ἔλεγε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.
(Οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν τρῦπες ποὺ τὶς χρησιμοποιοῦν ὡς φωλιές, καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ ἔχουν μέρη γιὰ νὰ κουρνιάζουν, ἐνῷ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (δηλαδὴ ἐγὼ ποὺ γεννήθηκα ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ εἶμαι ὁ κατ' ἐξοχὴν ἄνθρωπος γνωστὸς ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀδάμ, καὶ ὡς Μεσσίας πρόκειται νὰ ἔλθω πάλι Κριτὴς ἔνδοξος πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ) δὲν ἔχει οὔτε ποῦ νὰ ἀκουμπήσει τὸ κεφάλι του.
Μὴν περιμένεις λοιπὸν κι ἐσὺ νὰ ἔχεις σωματικὲς ἀνέσεις καὶ ἀναπαύσεις, ἀλλὰ πᾶρε τὶς ἀποφάσεις σου γνωρίζοντας ἀπὸ πρὶν ὅτι ἡ ζωὴ τῶν ἀκολούθων μοῦ εἶναι γεμάτη ἀπὸ στερήσεις καὶ θυσίες, ὅπως ἡ δική μου)» (Ματθ.8,20).
Ἀλλὰ τί λέγω «δὲν εἶχαν κατάλυμα»; Οὔτε τόπο γιὰ νὰ σταθοῦν εἶχαν· διότι οὔτε ὅταν κατέφευγαν στὴν ἔρημο, ἡσύχαζαν· καθ' ὅσον δὲν εἶπε, «παρέμειναν στὴν ἔρημο», ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι ἔφευγαν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καταδιώκονταν· τοὺς ἔδιωχναν ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν κατοικημένη περιοχή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀκατοίκητη.
Καὶ ὑπενθυμίζει τοὺς τόπους ὅπου ζοῦσαν καὶ τὰ γεγονότα ποὺ τοὺς συνέβηκαν ἐκεῖ· «γεμᾶτοι ἀπὸ στερήσεις καὶ θλίψεις».
«Ἔπειτα», λέγει, «ἐσᾶς σᾶς κατηγοροῦσαν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὸ τὰ ἔκαναν στὸν Ἠλία· τί εἶχαν νὰ ποῦν σὲ βάρος του, καὶ τὸν ἔδιωχναν καὶ τὸν καταδίωκαν καὶ τὸν ἀνάγκαζαν νὰ παλεύει μὲ τὴν πεῖνα;». Αὐτὸ καὶ αὐτοὶ τότε πάθαιναν.
Γι' αὐτὸ ἀλλοῦ ἔλεγε: «Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτο τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰοὐδαὶᾳ ἀδελφοῖς.
(Οἱ μαθητές, λοιπόν, ἀνάλογα μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα ποὺ διέθετε ὁ καθένας, ἀποφάσισαν νὰ στείλουν καθένας ἀπ’ αὐτοὺς τὴ συνδρομή του γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἰουδαία)» (Πράξ.11,29). Πρᾶγμα ποὺ συνέβηκε καὶ σὲ αὐτούς.
«Κακουχούμενοι», λέγει· δηλαδὴ ἦταν ἐκτεθειμένοι σὲ ὅλα τὰ κακά, καὶ στὶς ὁδοιπορίες καὶ στοὺς κινδύνους· πρᾶγμα ποὺ καὶ σὲ αὐτοὺς συνέβαινε.
Ἀλλὰ τὸ «περιῆλθον», τί σημαίνει; «Περιπλανώμενοι στὶς ἐρήμους καὶ στὰ ὄρη καὶ στὰ σπήλαια καὶ στὶς τρῦπες τῆς γῆς».
Τίποτε ἄλλο δὲν δείχνει αὐτὸ παρὰ μόνο παρουσιάζει μὲ μιὰ λέξη, ὅτι περιφέρονταν ὅπως ἀκριβῶς οἱ ἐξόριστοι καὶ οἱ μετανάστες, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν καταδικαστεῖ γιὰ ἀτιμίες, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ βλέπουν οὔτε τὸν ἥλιο καὶ οὔτε στὴν ἔρημο ἔβρισκαν καταφύγιο, ἀλλὰ ἔπρεπε διαρκῶς νὰ φεύγουν, ἔπρεπε νὰ ἀναζητοῦν κρύπτες, ἔπρεπε ζωντανοὶ νὰ θάπτονται, πάντοτε νὰ εἶναι φοβισμένοι.
«Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττὸν τί προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
(Καὶ ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ ἔλαβαν ἐγκωμιαστικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν πίστη τους, δὲν ἀπόλαυσαν τὴν ὑπόσχεση τῆς οὐράνιας κληρονομίας, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς προέβλεψε κάτι καλύτερο γιὰ ἐμᾶς, ὥστε νὰ λάβουν σὲ τέλειο βαθμὸ τὴ σωτηρία χωρὶς ἐμᾶς)» (Ἐβρ.11,39).
«Ποιός λοιπόν», λέγει, «εἶναι ὁ μισθὸς τῆς τόσο μεγάλης ἐλπίδας; Ποιά εἶναι ἡ ἀνταπόδοση;». Μεγάλη εἶναι καὶ τόσο μεγάλη, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ τὸν λόγο. «Διότι αὐτά», λέγει, «ποὺ ὀφθαλμὸς δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε οὔτε στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀνέβηκαν, αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν». Ἀλλὰ ἀκόμη δὲν τὰ ἀπήλαυσαν, ἀκόμη περιμένουν καὶ πέθαναν ἔτσι μέσα σὲ τόση μεγάλη θλίψη.
Καὶ ἐκεῖνοι βέβαια ἔχουν τόσα πολλὰ χρόνια ποὺ νίκησαν ὅλα αὐτὰ καὶ ἀκόμη δὲν τὰ ἀπήλαυσαν τὴν ἀμοιβή, καὶ ἐσεῖς ποὺ βρίσκεστε ἀκόμη στὸ στάδιο τοῦ ἀγῶνα, ἀδημονεῖτε;
Σκεφτεῖτε καὶ ἐσεῖς τί σημαίνει αὐτὸ καὶ πόσο ὁ Ἀβραὰμ θὰ περιμένει· καὶ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ περιμένει πότε ἐσὺ θὰ τελειωθεῖς, γιὰ νὰ μπορέσουν τότε νὰ λάβουν τὸν μισθό. Διότι, ἐὰν καὶ ἐμεῖς δὲν παραβρεθοῦμε ἐκεῖ, τοὺς τὸ προεῖπε ὁ Σωτῆρας, δὲν θὰ τοὺς ἀνταμείψει.
Ὅπως ἀκριβῶς ἕνας φιλόστοργος πατέρας ἐὰν ἔλεγε γιὰ τὰ παιδιά του, ποὺ εὐδοκιμοῦν καὶ ἔχουν ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο τους, νὰ μὴν τὰ δώσουν νὰ φᾶνε, ἐὰν δὲν ἔλθουν καὶ οἱ ἀδελφοί τους. Καὶ ἐσὺ στενοχωριέσαι γιατί ἀκόμα δὲν ἀμείφθηκες; Τί λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ κάνει ὁ Ἄβελ, ποὺ πρὶν ἀπὸ ὅλους νίκησε, καὶ ἀκόμη περιμένει ἀστεφάνωτος; Τί πρέπει ἐπίσης νὰ κάνει ὁ Νῶε; Καὶ τί ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ποὺ περιμένουν ἐσένα καὶ τοὺς μετὰ ἀπὸ ἐσένα;
Βλέπεις ὅτι ἐμεῖς βρισκόμαστε σὲ πλεονεκτικότερη θέση ἀπὸ ἐκείνους; Καλὰ λοιπὸν εἶπε «ὅτι ὁ Θεὸς προέβλεψε κάτι καλύτερο γιὰ ἐμᾶς».
Γιὰ νὰ μὴ νομίζουν δηλαδὴ ὅτι πλεονεκτοῦν ἀπέναντί μας ἐὰν στεφανώνονταν πρῶτοι, ὅρισε νὰ εἶναι κοινὸς γιὰ ὅλους ὁ καιρὸς τῶν στεφάνων καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει νικήσει πρὶν τόσα πολλὰ χρόνια μαζί σου νὰ λάβει τὸ στεφάνι.
Βλέπεις φροντίδα; Καὶ δὲν εἶπε «γιὰ νὰ μὴν στεφανωθοῦν χωρὶς ἐμᾶς», ἀλλὰ «γιὰ νὰ μὴν τελειωθοῦν χωρὶς ἐμᾶς»· ὥστε τότε θὰ φανοῦν καὶ τέλειοι.
Μᾶς πρόλαβαν στοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ δὲ θὰ μᾶς προλάβουν καὶ στὰ στεφάνια. Δὲν ἀδίκησε ἐκείνους, ἀλλὰ τίμησε ἐμᾶς· ὥστε τότε θὰ φανοῦν καὶ τέλειοι.
Μᾶς πρόλαβαν στοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ δὲ θὰ μᾶς προλάβουν καὶ στὰ στεφάνια. Δὲν ἀδίκησε ἐκείνους, ἀλλὰ τίμησε ἐμᾶς· διότι καὶ αὐτοὶ περιμένουν τὰ ἀδέλφια τους.
Ἐφόσον ὅλοι εἴμαστε ἕνα σῶμα, μεγαλύτερη γίνεται ἡ ἡδονὴ στὸ σῶμα, ὅταν ἀπὸ κοινοῦ στεφανώνεται καὶ ὄχι μεμονωμένα.
Πράγματι οἱ δίκαιοι καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ εἶναι ἀξιοθαύμαστοι, διότι χαίρονται γιὰ τὰ ἀγαθὰ τῶν ἀδελφῶν τους, σὰν νὰ εἶναι δικά τους.
Ὥστε αὐτὸ εἶναι σύμφωνο καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία ἐκείνων, τὸ νὰ στεφανωθοῦν δηλαδὴ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός τους· διότι τὸ νὰ δοξαστοῦν μαζὶ εἶναι μεγάλη ἡδονή. «Λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ἀφοῦ ἔχουμε γύρω μας ἕνα τόσο πυκνὸ σύννεφο μαρτύρων».
Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ἡ Γραφὴ παρουσιάζει τὴν παρηγοριὰ στὰ κακοπαθήματα ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ συμβαίνουν, ὅπως ὅταν λέγει ὁ προφήτης: «Καὶ ἔσται εἰς σκιὰν ἀπὸ καύματος καὶ ἐν σκὲπῃ καὶ ἐν ἀποκρὺφῳ ἀπὸ σκληρότητος καὶ ὑετοῦ.
(Ὅλοι καὶ ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν κάτω ἀπὸ τὴ δροσερὴ σκιὰ τῆς νεφέλης, θὰ προστατεύονται ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἡλίου, θὰ σκεπάζονται ἀπὸ τὶς ραγδαῖες καταστρεπτικὲς βροχές, θὰ εὑρίσκονται σὲ ἀσφάλεια καὶ θὰ ζοῦν μὲ ἄνεση)» (Ἠσ.4,6)·και ὁ Δαβίδ: «Ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σέ, οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα.
(Τότε κατὰ τὴν ἡμέρα ὁ ἥλιος δὲν θὰ σὲ καυματίσει, οὔτε ἡ σελήνη θὰ σὲ βλάψει κατὰ τὴν νύκτα)» (Ψαλμ. 120,6).
Αὐτό λοιπὸν καὶ ἐδῶ λέγει, ὅτι ἡ μνήμη τῶν ἁγίων ἐκείνων ἀνδρῶν, ὡς νέφος θὰ σκιάζει ἐκεῖνον ποὺ φλέγεται ἀπὸ θερμότερη ἀκτῖνα· ἔτσι ἀνασταίνει καὶ ἀναζωογονεῖ τὴν ψυχή, ποὺ εἶναι ἀποκαμωμένη ἀπὸ τὶς δυστυχίες.
Καὶ δὲν εἶπε: «ποὺ αἰωρεῖται πάνω ἀπὸ ἐμᾶς», ἀλλὰ «ποὺ μᾶς περιβάλλει», ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἀνώτερο· τὸ κάνει γιὰ νὰ δηλώσει μὲ αὐτό, ὅτι περιβάλλοντάς μας, εἶναι φυσικὸ ὅτι θὰ μᾶς ἔχει σὲ μεγαλύτερη ἀσφάλεια.
Μάρτυρες ὀνομάζει ὄχι μόνο αὐτοὺς ποὺ ἀναφέρονται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ καὶ στὴν Παλαιὰ· καθ' ὅσον καὶ αὐτοὶ μαρτύρησαν γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ· ὅπως οἱ τρεῖς παῖδες, οἱ περὶ τὸν Ἠλία, οἱ προφῆτες ὅλοι.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
ἐπιμέλεια: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
Ἐπιμέλεια πολυτονισμοῦ: Ἄκτιστον
ἐπιμέλεια: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
Ἐπιμέλεια πολυτονισμοῦ: Ἄκτιστον
ΠΗΓΕΣ:
• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf
• Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Ἅπαντα τὰ ἔργα, Ὑπόμνημα στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, ὁμιλίες ΚΓ΄, ΚΖ΄και ΚΗ΄(κατ΄επιλογήν), πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»(ΕΠΕ), ἐκδ. οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1988, τόμος 25, σελίδες 200-205, 220-237 καὶ 239-243.
• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient greek/tools/liddell-scott/index.html
• Π. Τρεμπέλα, Ἡ Καινὴ Διαθήκη μὲ σύντομη ἑρμηνεία (ἀπόδοση στὴν κοινὴ νεοελληνική), ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2014.
• Ἡ Καινὴ Διαθήκη, Κείμενον καὶ ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τριακοστὴ τρίτη, Ἀθήνα 2009.
• Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς ἑβδομήκοντα, Κείμενον καὶ σύντομος ἀπόδοσις τοῦ νοήματος ὑπὸ Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2005.
• http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
• http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Διαβάστε περισσότερα πατῶντας: Κυριακὴ Α΄ Νηστειῶν
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου