Κουμπιά

Κυλιόμενο Μήνυμα

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Ἑρμηνεία τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς τῆς Κυριακής τῆς Ορθοδοξίας ἀπὸ τὸν Ἱερό Χρυσόστομο

Κυριακή τῆς Ορθοδοξίας (Ἰω. 1,44-52)


Ἱερὸς Χρυσόστομος γιὰ τὴν κλήση τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Ναθαναήλ

«Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδᾶ, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου (τὴν ἄλλη μέρα ἀποφάσισε ὁ Ἰησοῦς νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὴ Γαλιλαία. Βρίσκει τότε τὸν Φίλιππο καὶ τοῦ λέει: "Ἀκολούθησέ με στὸ ταξίδι ποὺ πρόκειται νὰ κάνω". Ὁ Φίλιππος μάλιστα καταγόταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδᾶ, τὴν πατρίδα τοῦ Ἀνδρέα καὶ τοῦ Πέτρου)» (Ἰω.1,44-45).

«Ἐκεῖνος ποὺ φροντίζει ἐπιμελῶς γιὰ κάτι, τὸ λαμβάνει μὲ περίσσεια», λέγει κάποια παροιμία. Ὁ Χριστὸς ὑπαινίχθηκε ὡστόσο καὶ κάτι ἐπιπλέον, ὅταν εἶπε: «Ὁ ζητῶν εὑρίσκει (ὅποιος ἀναζητεῖ, βρίσκει)» (Ματθ.7,8).
Ἀπὸ αὐτὸ λοιπὸν γεννιέται ἡ ἀπορία μου ἀπὸ ποιά αἰτία παρακινούμενος ὁ Φίλιππος ἀκολούθησε τὸν Χριστὸ· διότι ὁ μὲν Ἀνδρέας ἀκολούθησε τὸν Χριστό, ἀφοῦ πληροφορήθηκε γι’ Αὐτὸν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ καὶ ὁ Πέτρος ἀφοῦ παρακινήθηκε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἀνδρέα, ἐνῷ ὁ Φίλιππος πείστηκε ἀμέσως καὶ Τὸν ἀκολούθησε· καὶ ὄχι μόνο δὲν ἔφυγε, ἀλλὰ καὶ κήρυξε γι’ Αὐτὸν καὶ σὲ ἄλλους, χωρὶς νὰ ἀκούσει καὶ νὰ μάθει τίποτε ἀπὸ κανένα, παρὰ μόνο τὸν λόγο «Ἀκολούθησέ με», ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Χριστὸς· διότι ἔτρεξε ἀμέσως στὸν Ναθαναὴλ καὶ τοῦ εἶπε: «ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νὸμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν (ἐκείνον γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στὸ νόμο καὶ προανήγγειλαν οἱ προφῆτες, Τὸν βρήκαμε. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιὸς τοῦ Ἰωσήφ, καὶ κατάγεται ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ)» (Ἰω.1,46).
Βλέπεις πόσο καλὰ πληροφορημένος καὶ κατατοπισμένος ἦταν καὶ συνεχῶς μελετοῦσε ὅσα ἔγραψε ὁ Μωυσῆς καὶ προσδοκοῦσε τὴν ἔλευσή Του; Διότι τὸ «εὑρήκαμεν» φανερώνει ὅτι πάντοτε Τὸν ἀναζητοῦσαν.

«Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν (τὴν ἄλλη μέρα ἀποφάσισε ὁ Ἰησοῦς νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία γιὰ τὴ Γαλιλαία)» (Ἰω.1,44)· διότι δὲν προσκαλεῖ κανέναν κοντά Του, προτοῦ ὁ ἴδιος ἀποφασίσει αὐτοπροαίρετα νὰ Τὸν ἀκολουθήσει.
Καὶ ἐνεργεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πράγματι ὄχι ἁπλᾶ καὶ τυχαῖα, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴ δική Του ὑπέρτατη σοφία καὶ σύνεση· διότι, ἐὰν ὁ Ἴδιος τοὺς εἶχε προσελκύσει κοντά Του, χωρὶς αὐτοὶ μόνοι τους ἐξ ἰδίας προαιρέσεως καὶ τελείως αὐθόρμητα νὰ Τὸν εἶχαν ἀκολουθήσει, ὑπῆρχε ἡ πιθανότητα νὰ ἀπομακρυνθοῦν· τώρα ὅμως, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι προτίμησαν μὲ δική τους ἀπόφαση νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, παρέμεναν κοντά Του στὸ ἑξῆς σταθεροὶ καὶ πιστοὶ μαθητές.
 
Τὸν Φίλιππο ὅμως, ὁ ὁποῖος ἦταν περισσότερο γνώριμος σὲ Αὐτόν, Τὸν προσκάλεσε· διότι τὸν γνώριζε καλύτερα, ἐπειδὴ γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε στὴ Γαλιλαία. Ἀφοῦ λοιπὸν παρέλαβε μαζί Του τοὺς μαθητές Του, πῆγε ἔπειτα γιὰ ἀναζήτηση τῶν ὑπολοίπων καὶ νὰ προσελκύσει κοντά Του τὸν Φίλιππο καὶ τὸν Ναθαναήλ.
Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπορεῖ καὶ τόσο κανεὶς μὲ αὐτό, διότι καὶ ἡ φήμη τοῦ Ἰησοῦ εἶχε ἐξαπλωθεῖ σὲ ὁλόκληρη τὴ Συρία.
Τὸ ἀξιοθαύμαστο, ὅμως, μὲ ὅσους βρίσκονταν κοντὰ στὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Φίλιππο ἦταν αὐτό, ὅτι ὄχι μόνο εἶχαν πειστεῖ προτοῦ λάβουν θαυμαστὰ ἀποδεικτικὰ σημεῖα γιὰ τὸ ποιός ἦταν στ’ ἀλήθεια ὁ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ ὅτι, παρὰ τὸ ὅτι κατάγονταν ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, περιοχὴ δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ὁποία οὔτε προφήτης οὔτε κάποιο καλὸ ἦταν δυνατὸν νὰ προέλθει, ἐν τούτοις πίστεψαν καὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστὸ· διότι οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς περιοχῆς ἦσαν κάπως περισσότερο ἀπαίδευτοι καὶ ἀτίθασοι καὶ τραχεῖς.

Ὁ Χριστὸς μάλιστα ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀπέδειξε τὴ δύναμή Του, ἀπὸ τὸ ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ αὐτὴν τὴν περιοχή, ἡ ὁποία δὲν παρήγαγε κανένα καρπό, διάλεξε τὴν πιὸ ἐκλεκτὴ μερίδα τῶν μαθητῶν Του. Φυσικό, λοιπόν, ἀφ' ἑνός, ἦταν, ὁ Φίλιππος νὰ Τὸν ἀκολουθήσει, τόσο ἐπειδὴ εἶδε παράδειγμα τοῦ Πέτρου καὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό, ὅσο καὶ ἐπειδὴ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ γιὰ τὸ Ποιός ἦταν ὁ Ἰησοῦς, φυσικὸ ὅμως ἀφ' ἑτέρου ἦταν ἐπίσης ἡ φωνὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ νὰ συντέλεσε μέσα του στὴ δημιουργία μιᾶς τέτοιας ἐσωτερικῆς καταστάσεως, προθυμίας καὶ δεκτικότητας , ὥστε νὰ ἀποφασίσει χωρὶς τὸν παραμικρὸ δισταγμὸ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει· διότι γνωρίζει ὁ Χριστὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ἀναδειχθοῦν ἱκανοὶ καὶ κατάλληλοι γιὰ τὸ ἔργο Του.

Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως Ἰωάννης ὅλα αὐτὰ τὰ ἀφηγεῖται μὲ συνοπτικὸ τρόπο. Ὅτι ἐπρόκειτο, λοιπόν, ὁ Χριστὸς νὰ ἔλθει τὸ γνώριζε καλὰ ὁ Φίλιππος, ὅτι ὅμως αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστὸς ποὺ ἀναμενόταν, τὸ ἀγνοοῦσε. Αὐτὸ ἔχω τὴ γνώμη ὅτι τὸ ἔμαθε ἢ ἀπὸ τὸν Πέτρο ἢ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναφέρει στὴ συνέχεια καὶ τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς τοῦ Φιλίππου, δηλαδὴ τὴ Βηθσαϊδᾶ, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἀδυνάτους ὡς πρὸς τὴν κοσμικὴ δύναμη καὶ σοφία, ἐπέλεξε ὡς μαθητές Του, προκειμένου δι’ αὐτῶν νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ προαιώνιο σχέδιό Του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
«Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νὸμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ (βρίσκει στὸ μεταξὺ ὁ Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ τοῦ λέει: "Ἐκεῖνον γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στὸν νόμο καὶ προανήγγειλαν οἱ προφῆτες, Τὸν βρήκαμε. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιὸς τοῦ Ἰωσήφ, καὶ κατάγεται ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ")» (Ἰω.1,46).
Καὶ τὰ λέγει αὐτά, γιὰ νὰ κάνει μὲ τὴν ἀναφορά του στὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, τὴ διήγησή του ἀξιόπιστη καὶ νὰ προδιαθέσει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο εὐνοϊκὰ τὸν ἀκροατή. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Ναθαναὴλ ὅλα ὅσα ἀναφέρονταν στὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία τὰ εἶχε ἐρευνήσει μὲ ἀκρίβεια καὶ μὲ κάθε εἰλικρίνεια καὶ ἀντικειμενικότητα, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς βεβαίωσε καὶ ἐμπράκτως τὸ ἀπέδειξε, εὔλογα τὸν παρέπεμψε ὁ Φίλιππος στὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, γιὰ νὰ τὸν κάνει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ ἀποδεχθεῖ καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Κηρυττόμενο.

Καὶ δὲν πρέπει καθόλου νὰ θορυβηθεῖς, ἐπειδὴ Τὸν ἀποκάλεσε «υἱὸ τοῦ Ἰωσήφ», διότι μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐθεωρεῖτο ἀκόμη παιδί του.
Καὶ ἀπὸ ποῦ, Φίλιππε, γίνεται φανερὸ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ἀναμενόμενος Χριστός; Ποιά ἀπόδειξη ἔχεις νὰ μᾶς παρουσιάσεις;
Διότι δὲν ἀρκεῖ μονάχα νὰ τὸ διακηρύττεις. Ποιό ἀποδεικτικὸ σημεῖο εἶδες καὶ πίστεψες; Ποιό θαῦμα; Δὲν εἶναι χωρὶς κίνδυνο νὰ δίνει κανεὶς πίστη σὲ τέτοια πράγματα ἀφελῶς. Ποιά λοιπὸν ἀπόδειξη, ἔχεις;
«Αὐτὴ ποὺ εἶχε καὶ ὁ Ἀνδρέας», λέγει. Διότι καὶ ἐκεῖνος, μὴν μπορῶντας νὰ παραστήσει μὲ λόγια τὸν θησαυρὸ ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει, ὁδηγεῖ τὸν ἀδελφό του στὸν ἴδιο τόν Θησαυρὸ ποὺ ἀνακάλυψε. Ἔτσι καὶ ὁ Φίλιππος δὲν ἐξήγησε στὸν Ναθαναήλ, γιὰ ποιό λόγο Αὐτὸς ποὺ ἀνακάλυψε εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Χριστὸς καὶ μὲ ποιόν τρόπο οἱ προφῆτες Τὸν εἶχαν προαναγγείλει, ἀλλὰ ὁδήγησε αὐτὸν στὸν ἴδιο τόν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ ἦταν ἀπολύτως βέβαιος ὅτι δὲ θὰ ἀπομακρυνόταν ἀπὸ κοντά Του, ἂν εἶχε τὴν τιμὴ νὰ γευτεῖ τὰ λόγια Του καὶ νὰ ἀκούσει τὴ διδασκαλία Του.

Καὶ τὸν ρώτησε ὁ Ναθαναήλ: «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; (’’Ἀπό τὴ Ναζαρέτ, τὸ κακὸ καὶ ἄσημο αὐτὸ χωριό, μπορεῖ νὰ προέλθει τίποτα καλό;")» (Ίω.1,47).
Καὶ ὁ Φίλιππος τοῦ ἀπάντησε: «ἔρχου καὶ ἴδε ("Ἔλα, κι ὅταν Τὸν δεῖς μόνος σου μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια, θὰ πειστεῖς").
«εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι (εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ νὰ ἔρχεται κοντά Του καὶ λέει γι’ αὐτόν: ‘’Νὰ ἕνας γνήσιος καὶ πραγματικὸς Ἰσραηλίτης, ποὺ δὲν ἔχει στὴν καρδιά του καμία πονηριὰ καὶ δόλο, ἀλλὰ ποθεῖ μὲ εἰλικρίνεια νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια")» (Ἰω. 1, 48).

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ναθαναὴλ εἶχε ρωτήσει ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ προέλθει κάποιο καλὸ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, γι’ αὐτὸ τὸν ἐπαινεῖ καὶ τὸν θαυμάζει.
Μήπως ὅμως ἔπρεπε ὁ Κύριος νὰ τοῦ προσάψει κατηγορία ποὺ εἶπε κάτι τέτοιο; Δὲν ἔκανε, ὅμως, καθόλου αὐτό, διότι τὰ λόγια του δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα ἀπιστίας, οὔτε ἄξια τιμωριῶν, ἀλλὰ ἐπαίνων. Πῶς καὶ γιατί; Διότι ὁ Ναθαναὴλ εἶχε ἐρευνήσει καὶ γνώριζε καλύτερα ἀπὸ τὸν Φίλιππο, τοὺς προφῆτες. Καὶ φυσικὰ εἶχε μάθει ἀπὸ τὶς Γραφὲς ὅτι ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴ Βηθλεὲμ καὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ στὸ ὁποῖο γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε ὁ Δαβίδ (πρβ. Ἰω.7,42: «Οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυΐδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; (Δὲν εἶπε ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅτι ὁ Μεσσίας Χριστὸς θὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ γένος του Δαβὶδ καὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Βηθλεέμ, ὅπου γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε ὁ Δαβίδ;)»)

Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πεποίθηση ἐπικρατοῦσε στοὺς Ἰουδαίους καὶ ὁ προφήτης Μιχαίας ἀπὸ πολὺ παλιὰ τὴν εἶχε προαναγγείλει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Καὶ σύ, Βηθλεέμ, οἶκος τοῦ Ἐφραθά, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοὶ ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος (καὶ ἐσὺ Βηθλεέμ, ποὺ ἀλλιῶς ὀνομάζεσαι καὶ «οἶκος τοῦ Ἐφραθά», μικρὴ εἶσαι μεταξὺ τῶν πόλεων τοῦ Ἰούδα. Δὲν ἔχεις οὔτε χιλίους κατοίκους. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐσένα θὰ προέλθει πρὸς δόξα δική μου ἕνας ἄντρας ὁ ὁποῖος θὰ γίνει ἄρχοντας τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἐνέργεια Αὐτοῦ ξεπερνᾶ τὴν ἀρχὴ τῶν ἡμερῶν τῆς δημιουργίας. Εἶναι ὁ Μεσσίας)» (Μιχ.5,2) καὶ «Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰοὔδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαὸν μου τὸν Ἰσραήλ (καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι στὴ χώρα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, ἂν καὶ φαίνεσαι μικρὸ χωριό, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πιὸ ἀσήμαντη πόλη ἀπὸ τὶς πρωτεύουσες ποὺ ξεχωρίζουν στὴν περιοχὴ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πιὸ μικρή, διότι ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἄρχοντας, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνει τὸ λαό μου τὸν Ἰσραήλ)» (Ματθ. 2,6).

Ὅταν λοιπὸν ὁ Ναθαναὴλ ἄκουσε ὅτι ὁ Χριστὸς προερχόταν ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, θορυβήθηκε καὶ ἀπόρησε, διότι ἡ εὐχάριστη κατὰ πάντα ἀνακοίνωση τοῦ Φιλίππου, ἀπ’ ὅ,τι γνώριζε, δὲν φαινόταν νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν προφητικὴ ρήση. Ἀλλὰ πρόσεξε τὴ σύνεση καὶ τὴν ἐπιείκεια τοῦ Ναθαναὴλ καὶ στὴν ἔκφραση ἀκόμη τῆς ἀμφιβολίας του· διότι δὲν εἶπε ἀμέσως: «Μὲ ἐξαπατᾶς, Φίλιππε, καὶ ψεύδεσαι, δὲν πιστεύω τὰ λόγια σου, οὔτε ἔρχομαι γιὰ νὰ διαπιστώσω τὴν ἀλήθειά τους. Ἔμαθα ἀπὸ τοὺς προφῆτες ὅτι ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ ἔλθει ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, ἐσὺ ὅμως μοῦ λὲς ὅτι Τὸν βρῆκες καὶ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ. Λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ βρῆκες ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας».
Ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ τί; Προσῆλθε καὶ αὐτός, ἀφ' ἑνὸς μὲν γιὰ νὰ δείξει, βάσει τῶν μαρτυριῶν τῶν Γραφῶν, τὶς ὁποῖες γνώριζε μὲ κάθε ἀκρίβεια, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθει ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ καὶ ὅτι εἶναι συνεπῶς ἀδύνατο ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ ἀλλάξει τὶς πεποιθήσεις του, ἀφ' ἑτέρου δὲ ἐπειδὴ δὲ θέλησε νὰ περιφρονήσει ἐκεῖνον ποὺ τοῦ ἀνακοίνωσε τὸν μεγάλο πόθο, τὸν ὁποῖο εἶχε γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ· διότι κατάλαβε ὅτι ἦταν φυσικὸ ὁ Φίλιππος νὰ ἔκανε λάθος ὡς πρὸς τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς τοῦ Χριστοῦ.

Πρόσεξε ὅμως καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀρνεῖται νὰ δεχθεῖ τὴν πληροφορία τοῦ Φιλίππου, πόσο ἤπιος καὶ ἐπιεικὴς εἶναι καὶ πῶς ὑπὸ τύπον ἐρωτήσεως διατύπωσε τὴν ἐπιφύλαξή του· διότι δὲν εἶπε: « Ἡ Γαλιλαία κανένα καλὸ δὲν φέρνει», ἀλλὰ τί; «Ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθει κάποιο καλό;»
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φίλιππος ἦταν ἐξαιρετικὰ συνετὸς· διότι δὲν δυσαρεστήθηκε, οὔτε ἀγανάκτησε γιὰ τὸν δισταγμὸ καὶ τὴν ἀμφιβολία τοῦ Ναθαναήλ, ἀλλὰ ἐπέμενε νὰ τὸν ὁδηγήσει κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ φανέρωσε ἔτσι ἐξ ἀρχῆς σὲ μᾶς τὴν ἁρμόζουσα γιὰ ἕναν Ἀπόστολο ἐπιμονὴ καὶ καρτερία.
Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Χριστὸς λέγει: «Ἰδοὺ ἕνας γνήσιος καὶ πραγματικὸς Ἰσραηλίτης, στὸν ὁποῖο δόλος δὲν ὑπάρχει».
Ὥστε ὑπάρχει καὶ πονηρὸς καὶ ἀνειλικρινὴς Ἰσραηλίτης. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἦταν τέτοιος, διότι λέγει ἡ κρίση του παρέμεινε σταθερή, ἀδέκαστη καὶ ἀμετακίνητη. Τίποτε δὲν εἶπε μὲ διάθεση νὰ καλοπιάσει οὔτε νὰ δυσαρεστήσει.
 
Παρὰ τὸ ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπάντησαν ὀρθὰ ὅταν τοὺς ρώτησαν ποῦ γεννιέται ὁ Χριστός, ὅτι γεννιέται στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἀνέφεραν μάλιστα καὶ τὴ μαρτυρία τὴν ἑξῆς: «Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαὸν μου τὸν Ἰσραήλ» (Ματθ.2,6).
Ὡστόσο ἐκεῖνοι ἀφ' ἑνὸς βεβαίωναν αὐτὰ προτοῦ νὰ Τὸν δοῦν, ἀργότερα, ὅμως, ὅταν Τὸν εἶδαν, ἀπέκρυψαν τὴ μαρτυρία καὶ Τὸν ἀρνήθηκαν μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεὸς· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστί
(’Εμείς, ποὺ εἴμαστε σπουδασμένοι καὶ ἀναγνωρισμένοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ξέρουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μιλήσει στὸ Μωυσῆ καὶ σὲ κανέναν ἄλλον. Αὐτός μας εἶναι ἄγνωστος καὶ δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποῦ εἶναι καὶ ἀπὸ ποῦ στάλθηκε")» (Ἰω. 9,29), ἐνῷ ὁ Ναθαναὴλ δὲν συμπεριφέρθηκε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ τὴ γνώμη ποὺ εἶχε ἐξ ἀρχῆς γι’ Αὐτόν, αὐτὴ καὶ ἐπέμενε νὰ διατηρεῖ σταθερά, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ.
Πῶς λοιπὸν οἱ προφῆτες Τὸν ὀνομάζουν «Ναζωραῖο»; Ἐπειδὴ ἐκεῖ διέμενε καὶ ἀνατράφηκε. Ὥστε παράλειψε μὲν ὁ Κύριος νὰ πεῖ: «δὲν εἶμαι ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ὅπως σοῦ ἀνήγγειλε ὁ Φίλιππος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ», γιὰ νὰ κάνει ἀμέσως τὸν λόγο ἀντικείμενο ἀμφισβητήσεως καὶ διαφωνίας.
Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ παρέλειψε καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο νὰ πεῖ αὐτό, γιὰ τὸν λόγο, ὅτι ἂν καὶ ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει πιστευτός, ἐν τούτοις τοῦτο δὲν θὰ ἀποτελοῦσε ἀρκετὴ ἀπόδειξη τοῦ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός. Διότι τί ἐμπόδιζε καὶ χωρὶς νὰ εἶναι Χριστός, νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, ὅπως οἱ ἄλλοι ποὺ γεννήθηκαν ἐκεῖ; Ὥστε αὐτὸ μὲν τὸ παρέλειψε, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖο μάλιστα μποροῦσε νὰ προσθέσει, ἐκεῖνο καὶ πρόσθεσε· διότι ἔδειξε ὅτι κατὰ τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτοὶ συνομιλοῦσαν, Ἐκεῖνος ἦταν παρών.
Μόλις λοιπὸν ἐκεῖνος Τὸν ρώτησε: «Πόθεν μὲ γινώσκεις; (άπό ποῦ μὲ ξέρεις; Καὶ πῶς γνωρίζεις τὴν εἰλικρίνεια τῶν μυστικῶν μου σκέψεων καὶ ἐλατηρίων;)» ἀπάντησε:
«Πρὸ τοῦ σὲ Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδον σέ (πρὶν ἀκόμη σὲ φωνάξει ὁ Φίλιππος, ὅταν ἤσουν κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ καὶ προσευχόσουν μακριὰ ἀπὸ κάθε μάτι ἀνθρώπου, ἐγὼ μὲ τὸ ὑπερφυσικὸ καὶ θεῖο μου βλέμμα σὲ εἶδα)» (Ἰω. 1,49).

Κοίταξε ἄνθρωπο σταθερὸ καὶ σοβαρό. Διότι, μόλις εἶπε ὁ Χριστός: «ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι (Νὰ ἕνας γνήσιος καὶ πραγματικὸς Ἰσραηλίτης, ποὺ δὲν ἔχει στὴν καρδιά του καμία πονηριὰ καὶ δόλο, ἀλλὰ ποθεῖ μὲ εἰλικρίνεια νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια)», δὲν ἀποχαυνώθηκε ἀπ΄τους ἐπαίνους, δὲν ἔτρεξε πίσω Του ἀμέσως καὶ ἀνεπιφύλακτα παρασυρμένος ἀπὸ τὸν ἐγκωμιασμό, ἀλλὰ ἐπέμενε νὰ ρωτᾶ καὶ νὰ ἐρευνᾶ ἀκριβέστερα καὶ ζητοῦσε νὰ μάθει κάτι ἀπολύτως σαφές.
 
Ὁ Ναθαναὴλ λοιπὸν ὡς ἄνθρωπος ρωτοῦσε ἀκόμη, ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, ὡς Θεὸς ἀπάντησε, καθ' ὅσον βεβαίωσε ὅτι «ἀνέκαθεν σὲ γνωρίζω»- καὶ τὴ σοβαρότητα τοῦ χαρακτῆρα τοῦ Ναθαναὴλ καὶ τὴν εἰλικρίνεια τῶν διαθέσεών του, τὴ γνώριζε πάντοτε ὡς Θεὸς καὶ ὄχι ὡς ἄνθρωπος ὕστερα ἀπὸ προσεκτικὴ παρακολούθηση- καὶ «τώρα σὲ εἶδα κάτω ἀπὸ τὴ συκιά», ὅταν δὲν ἦταν κανένας ἐκεῖ, ἀλλὰ μόνο ὁ Φίλιππος καὶ ὁ Ναθαναὴλ καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπαν ἰδιαιτέρως καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς ἀκούσει.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ εἰπώθηκε, ὅτι «ἀφοῦ εἶδε αὐτὸν ἀπὸ μακριά, εἶπε: ‘’Ἰδού, ἕνας γνήσιος καὶ πραγματικὸς Ἰσραηλίτης’’», γιὰ νὰ μάθει ὁ Ναθαναὴλ ὅτι προτοῦ ἀκόμη πλησιάσει ὁ Φίλιππος, ἔλεγε ἤδη αὐτὰ ὁ Χριστός, ὥστε νὰ μὴν καταστεῖ ὕποπτη ἡ μαρτυρία αὐτή.
Γι’ αὐτὸ προσδιόρισε ἐπακριβῶς καὶ τὴ στιγμὴ καὶ ἀνέφερε καὶ τὸν τόπο καὶ τὸ δέντρο. Διότι, ἂν ἔλεγε μονάχα: «Προτοῦ νὰ ἔλθει ὁ Φίλιππος κοντά σου, ἐγὼ σὲ εἶδα», θὰ ὑποπτευόταν τοὐλάχιστον ὅτι Αὐτὸς τὸν εἶχε στείλει καὶ ὅτι τίποτε τὸ σπουδαῖο δὲν λέγει, τώρα ὅμως μὲ τὸ νὰ ἀναφέρει καὶ τὸν τόπο, στὸν ὁποῖο βρισκόταν, κατὰ τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸν φώναζε ὁ Φίλιππος καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἦταν καὶ μὲ τὸ νὰ προσδιορίσει ἐπακριβῶς τὴ στιγμὴ τῆς συνομιλίας τους, κατέστησε τὴν πρόγνωση ἀπολύτως ἀκριβὴ καὶ ἀναμφισβήτητη.

Μὲ αὐτὸν ἐπίσης τὸν τρόπο δὲν κατέστησε φανερὴ μονάχα τὴν πρόγνωση, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλο τρόπο τὸν δίδαξε, διότι τὸν ἔκανε νὰ θυμηθεῖ αὐτὰ ποὺ εἰπώθηκαν τότε, ὅπως τὸ ὅτι «ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ μπορεῖ νὰ προέλθει κάποιο καλό;»- ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου καὶ πολὺ πιὸ εὐχάριστα τὸν δέχθηκε- καὶ ὅτι, παρ' ὅλο ποὺ αὐτὸς εἶπε αὐτά, δὲν τὸν κατέκρινε, ἀλλὰ μίλησε γι’ αὐτὸν ἐπαινετικὰ καὶ μὲ θαυμασμό.
Γι’ αὐτὸ καὶ κατάλαβε καλὰ κατόπιν τούτου ὅτι Αὐτὸς ποὺ εἶχε μπροστά του ἦταν πράγματι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ κατάλαβε καὶ ἀπὸ τὴν πρόγνωση καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐρεύνησε τὴ σκέψη του μὲ κάθε ἀκρίβεια· πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποδείκνυε ὅτι γνώριζε καλὰ καὶ τὶς σκέψεις του.

Αὐτό, ἄλλωστε, ἔγινε φανερὸ καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ἐνῷ ἐκεῖνος νόμισε ὅτι θὰ καταφερθεῖ ἐναντίον του, ἐν τούτοις ὁ Χριστὸς ὄχι μόνο δὲν τὸν κατηγόρησε, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπαίνεσε. Ὅτι λοιπὸν ὁ Φίλιππος τὸν φώναξε, μᾶς τὸ εἶπε, τὶ τοῦ εἶπε ὅμως καὶ τί ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε, τὸ παρέλειψε, τὸ ἄφησε στὴ συνείδησή του καὶ δὲν θέλησε νὰ ἐρευνήσει αὐτὸν ἀκόμη περισσότερο.
Τί λοιπόν; Προτοῦ νὰ τὸν φωνάξει ὁ Φίλιππος τὸν εἶδε μόνο, δὲν τὸν ἔβλεπε καὶ προηγουμένως μὲ τὸν ἀκοίμητο ὀφθαλμό Του;
Τὸν ἔβλεπε καὶ κανεὶς δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ἀντείπει τίποτε ὡς πρὸς αὐτό, ἀλλὰ προεῖχε νὰ πεῖ ὁπωσδήποτε αὐτὸ προηγουμένως.
Τί λοιπὸν ἔκανε ἐκεῖνος; Ὅταν ἔλαβε ἀναμφισβήτητο τεκμήριο τῆς προγνώσεως, τότε ὁμολόγησε ἀμέσως τὸν Χριστὸ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο φανέρωσε καὶ τὴν ἀκρίβεια στὴν προηγούμενη ἀναβολή του καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μὲ τὴν συγκατάθεσή του μετὰ ἀπὸ αὐτά.
Διότι ἀποκρίθηκε, λέγει, σὲ Αὐτὸν καὶ εἶπε: «ῥἀββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.
(Διδάσκαλε, ἐσὺ πράγματι εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ περιμέναμε σύμφωνα μὲ τὶς προφητεῖες)» (Ἰω. 1,50).
Εἶδες ψυχή, ποὺ καταχάρηκε ὁλόκληρη καὶ τρυφερὰ ἀγκάλιασε μὲ τὰ λόγια τὸν Ἰησοῦ; «Ἐσὺ εἶσαι», λέγει, «Ἐκεῖνος ποὺ ἀναμέναμε, Ἐσὺ εἶσαι Ἐκεῖνος ποὺ ἀναζητούσαμε». Εἶδες πόσο ἐξεπλάγη, θαύμασε, σκίρτησε ἀπὸ χαρά, πήδησε ἀπὸ εὐχαρίστηση;

Μὲ τέτοιο τρόπο πρέπει νὰ χαιρόμαστε κι ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιωθήκαμε νὰ γνωρίσουμε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Νὰ χαιρόμαστε μάλιστα ὄχι μόνο ἐσωτερικά, μὲ τὴν καρδιά μας, ἀλλὰ καὶ στὰ ἔργα μας νὰ τὸ δείχνουμε αὐτό. Ποιό ὅμως εἶναι τὸ καθῆκον ὅσων χαίρονται;
Νὰ πιστεύουν σὲ Ἐκεῖνον, ποὺ ἔγινε γνωστός. Νὰ πιστεύει ὅμως κανεὶς σημαίνει νὰ πράττει ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ ὁποῖα Ἐκεῖνος θέλει.
Ἐπειδή, ἐὰν πρόκειται νὰ πράττουμε ὅσα Τὸν ἐξοργίζουν, πῶς θὰ φανερώσουμε ὅτι χαιρόμαστε;
Δὲν βλέπετε ὅτι καὶ στὰ σπίτια κάτι τέτοιο περίπου γίνεται, ὅταν δηλαδή, κανεὶς ὑποδέχεται κάποιον ἀπὸ τοὺς πολὺ ἀγαπητούς του φίλους, δὲν βλέπετε ὅτι κάνει τὰ πάντα μὲ μεγάλη χαρά, τρέχει παντοῦ καὶ δὲν λυπᾶται τίποτε, ἀλλὰ ἂν χρειαστεῖ εἶναι ἕτοιμος νὰ προσφέρει ὅ,τι ἔχει, προκειμένου νὰ εὐχαριστήσει τὸν φιλοξενούμενό του;
Καὶ ἂν κανεὶς προσκαλεῖ στὸ σπίτι του κάποιον καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται στὶς ὑποχρεώσεις τῆς φιλοξενίας καὶ δὲν πράττει αὐτὰ ποὺ τὸν εὐχαριστοῦν, δὲν μπορεῖ μὲ κανέναν τρόπο νὰ πείσει τὸν φιλοξενούμενό του ὅτι εἶναι χαρούμενος ποὺ τὸν ἔχει κοντά του, ἔστω κι ἂν τοῦ ἐπαναλαμβάνει διαρκῶς αὐτό. Καὶ πολὺ δικαίως, διότι τὴ χαρά μας πρέπει νὰ φανερώνουμε μὲ τὶς πράξεις μας.

Λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς ἦλθε κοντά μας, ἂς δείξουμε τὴ χαρά μας καὶ ἂς μὴν πράττουμε ὁτιδήποτε Τὸν δυσαρεστεῖ καὶ Τὸν παροργίζει. Ἂς καλλωπίσουμε τὸ σπίτι μας, στὸ ὁποῖο ἦλθε, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον ὅσων χαίρονται, ὅταν πραγματικὰ χαίρονται.
Ἂς Τοῦ παραθέσουμε ὅ,τι ἐκλεκτότατο ἐπιθυμεῖ νὰ φάγει, διότι ἔτσι θὰ δείξουμε ὅτι πράγματι χαιρόμαστε πολύ.
Ποιό, ὅμως, εἶναι αὐτὸ τὸ ἐκλεκτότατο γεῦμα,το ὁποῖο Ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ νὰ φάγει; Τὸ λέγει ὁ ἴδιος: «ἐμὸν βρῶμὰ ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με (δικό μου φαγητό, ποὺ μὲ χορταίνει καὶ μὲ τρέφει, εἶναι νὰ κάνω πάντοτε τὸ θέλημα ἐκείνου ποὺ μὲ ἀπέστειλε στὸν κόσμο)» (Ἰω. 4,34).
Ἂς παραθέσουμε, λοιπόν, γεῦμα σὲ Αὐτόν, ἐφόσον πεινᾶ, ἂς Τοῦ δώσουμε νερό, ἐφόσον διψᾶ. Δέχεται ἀκόμη καὶ ἕνα ποτήρι δροσερὸ νερό, διότι σὲ ἀγαπᾶ. Ὁτιδήποτε προσφέρεται ὡς δῶρο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶμε, ὅσο μικρὸ κι ἂν εἶναι, φαίνεται μεγάλο σὲ Αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ.

Πρόσεξε, λοιπόν, ἐσὺ τούτο μόνο, νὰ μὴν ἀδιαφορήσεις· διότι δὲν ἀρνεῖται καὶ ἂν ἀκόμη προσφέρεις δύο ὀβολούς, θεωρεῖ μάλιστα αὐτοὺς μεγάλο πλοῦτο καὶ τὸν δέχεται εὐχαρίστως.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ σὲ Αὐτὸν τίποτα δὲν λείπει, ἀλλὰ εἶναι πλήρως καὶ τελείως αὐτάρκης, κατὰ συνέπεια δέχεται αὐτὰ ὄχι ἀπὸ ἀνάγκη, εὔλογα ὑπολογίζει τὸ πᾶν ὄχι σύμφωνα μὲ τὸ προσφερόμενο ποσό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ διάθεση τοῦ προσφέροντος καὶ μὲ τὸ μέτρο αὐτὸ τῆς διαθέσεως προσδιορίζει καὶ κρίνει κάθε πράξη μας.
Μόνο δεῖξε σὲ Αὐτὸν ποὺ ἦλθε τὴν ἀγάπη σου, δεῖξε τὸν ζῆλο σου καὶ ὅτι κάνεις τὰ πάντα γιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστήσεις, δεῖξε τὴ χαρά σου γιὰ τὸν ἐρχομό Του. Κοίταξε Αὐτὸς πῶς διάκειται ἀπέναντί σου.
Ἦλθε πρὸς χάριν σου, ἔδωσε τὴ ζωή του χάριν τῆς δικῆς σου σωτηρίας καὶ παρ’ ὃλ’ αὐτὰ καὶ μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν παύει νὰ σὲ παρακαλεῖ: «Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν (ἐμείς λοιπὸν ἀντιπροσωπεύοντας τὸν Χριστὸ ἐνεργοῦμε ὡς ἀπεσταλμένοι Του καὶ πρεσβευτές Του· διότι ὁ Θεὸς παρακαλεῖ μὲ τὸ δικό μας στόμα)» (Β΄Κορ. 5,20).
«Καὶ ποιός εἶναι τόσο τρελὸς καὶ ἀνόητος», λέγει, «ὥστε νὰ μὴν ἀγαπᾶ τὸν Κύριό του;».
Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ καὶ γνωρίζω μὲν ὅτι κανεὶς ἀπὸ μᾶς δὲν θὰ ἀρνηθεῖ αὐτὸ στὰ λόγια καὶ στὴν καρδιά του, ἀλλὰ ὁ ἀγαπώμενος θέλει νὰ ἀποδείξουμε αὐτὸ καὶ μὲ τὶς πράξεις μας· διότι εἶναι εἰρωνεία καὶ καθαρὴ ὑποκρισία νὰ βεβαιώνουμε μὲ λόγια μόνο ὅτι ἀγαπᾶμε, χωρὶς νὰ πράττουμε συγχρόνως, ὅπως αὐτοὶ ποὺ πραγματικὰ ἀγαποῦν καὶ τοῦτο δὲν συμβαίνει μόνο μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐπειδὴ λοιπόν το νὰ ὁμολογοῦμε πίστη καὶ ἀγάπη μὲ τὰ λόγια μόνο, ἐνώ μὲ τὰ ἔργα μας νὰ ἐναντιωνόμαστε, εἶναι ὄχι μόνο ἀνωφελές, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς σὲ μᾶς, παρακαλῶ, ἂς προτιμήσουμε τὴν διὰ τῶν ἔργων ὁμολογία, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε καὶ τὴν ὑπὲρ ἡμῶν ὁμολογία Αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς Κρίσεως, ὅταν ἐνώπιον τοῦ Πατρὸς θὰ ὁμολογεῖ τοὺς ἀξίους στὸν Χριστὸ Ἰησοῦ τὸν Κύριό μας, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου στὸν Πατέρα πρέπει ἡ δόξα καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


ΟΜΙΛΙΑ Κα΄(ἐπιλεγμένο ἀπόσπασμα)


«Ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ῥἀββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπον σοι, εἶδον σὲ ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει (τότε ὁ Ναθαναὴλ Τοῦ ἀποκρίθηκε: ‘’Διδάσκαλε, Ἐσὺ πράγματι εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ περιμέναμε σύμφωνα μὲ τὶς προφητεῖες’’. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε: ‘’Ἐπειδὴ σοῦ εἶπα ὅτι σὲ εἶδα κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ πιστεύεις; Θὰ δεῖς πιὸ μεγάλα καὶ πιὸ θαυμαστὰ πράγματα ἀπ’ αὐτά’’)» (Ἰω.1,50-51).

Μᾶς χρειάζεται, ἀγαπητοί μου, ἐπισταμένη μελέτη καὶ κοπιώδης φροντίδα, χρειάζεται συνεχὴς ἐγρήγορση καὶ μεγάλη προσπάθεια, γιὰ νὰ κατορθώσουμε νὰ ἐρευνήσουμε προσεκτικὰ τὸ βάθος τῶν θείων Γραφῶν· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἁπλᾶ καὶ ἐπιπόλαια, οὔτε ὀλιγωρῶντας καὶ μὴ δίνοντας τὴν πρέπουσα σημασία, νὰ ἐννοήσουμε τὴ βαθύτερη σημασία αὐτῶν, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἀκριβὴς μελέτη ὅσων ἐκτίθενται σὲ αὐτὲς καὶ συνεχὴς καὶ θερμὴ προσευχή, γιὰ νὰ κατορθώσουμε λίγο νὰ διακρίνουμε τὰ ἱερὰ ἄδυτα τῶν θείων λόγων.

Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι καὶ σήμερα βρίσκεται ἐνώπιόν μας πρὸς ἐξέταση ἕνα ζήτημα, ὄχι μικρὸ καὶ ἀσήμαντο, ἀντιθέτως μάλιστα καὶ πάρα πολὺ σπουδαῖο καὶ τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνάγκη πολλῆς μελέτης καὶ προσεκτικῆς ἔρευνας. Διότι μόλις ὁ Ναθαναὴλ εἶπε : «Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ἐσύ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ)», ὁ Χριστὸς ἀμέσως τοῦ ἀπάντησε: «ὅτι εἶπον σοι, εἶδον σὲ ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει (ἐπειδή σοῦ εἶπα ὅτι σὲ εἶδα κάτω ἀπὸ τὴν συκιά, πιστεύεις; Θὰ δεῖς ἀκόμη μεγαλύτερα καὶ πλέον ἀξιοθαύμαστα ἀπὸ αὐτά)» (Ἰω.1,51).
 
Ποιό λοιπὸν εἶναι τὸ ζήτημα ποὺ δημιουργεῖται ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἰπώθηκαν; Ὅτι ὁ μὲν Πέτρος, ὅταν μετὰ ἀπὸ τόσα θαύματα καὶ μετὰ ἀπὸ τέτοια διδασκαλία, ὁμολογεῖ ὅτι «σὺ εἶ ὁ Χρὶστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. (σύ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ φυσικὸς καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι νεκρὸς ὅπως τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ζεῖ παντοτινά)» (Ματθ.16,16), μακαρίζεται ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ δέχθηκε τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ ἀπὸ τὸν Πατέρα: «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατὴρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς (μακάριος καὶ εὐτυχισμένος εἶσαι, Σίμων, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τῆς ὀρθῆς πίστεως δὲν σοῦ τὴ φανέρωσε κανεὶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Πατέρας μου ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς)» (Ματθ.16,17)˙ο Ναθαναὴλ ὅμως παρὰ τὸ ὅτι ὁμολογεῖ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς καὶ μάλιστα προτοῦ δεῖ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀκούσει τὴ διδασκαλία Του, ἐν τούτοις δὲν ἀκούει τίποτε ἀνάλογο πρὸς αὐτὸ ποὺ ἄκουσε ὁ Πέτρος καὶ ὄχι μόνο τίποτε ἀνάλογο, ἀλλὰ καὶ σὰν νὰ μὴν εἶπε τίποτε τόσο μεγάλο ὅσο ἔπρεπε νὰ πεῖ, τὸν βεβαιώνει ὅτι θὰ δεῖ μεγαλύτερα.

Ποιά λοιπὸν εἶναι ἡ αἰτία αὐτῶν; Ἡ αἰτία εἶναι ὅτι ναὶ μὲν τὰ ἴδια λόγια εἶπαν καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ναθαναήλ, ὡστόσο ὅμως ὄχι μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ μὲ τὸ ἴδιο νόημα καὶ οἱ δύο, ἀλλὰ ὁ μὲν Πέτρος ὁμολόγησε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινός, ὁ δὲ Ναθαναὴλ ὅτι εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος.
Καὶ ἀπὸ ποῦ τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; Ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἰπώθηκαν παρακάτω. Διότι, ἀφοῦ εἶπε: «σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ἐσὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ)», πρόσθεσε ἀμέσως: «σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ (ἐσύ εἶσαι ὁ βασιλέας τοῦ Ἰσραήλ)».
Ὁ Υἱὸς ὅμως τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι βασιλέας τοῦ Ἰσραὴλ μόνο, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ συμπεραίνουμε ἀπὸ αὐτὸ μόνο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἑξῆς: στὸν μὲν Πέτρο δηλαδή, τίποτε περισσότερο δὲν πρόσθεσε ὁ Χριστός, ἀλλὰ εἶπε, ἀφοῦ διαπίστωσε ὅτι ἡ πίστη του ἦταν πλήρης καὶ ὁλοκληρωμένη, ὅτι θὰ οἰκοδομήσει τὴν Ἐκκλησία ἐπάνω στὴν ὁμολογία του αὐτή, ἐνῷ στὸν Ναθαναὴλ δὲν ἔκανε καθόλου κάτι τέτοιο, ἀλλὰ μάλιστα καὶ τὸ ἀντίθετο· διότι σὰν νὰ ἔλειπε μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴν ὁμολογία του καὶ μάλιστα τὸ σπουδαιότερο, πρόσθεσε τὰ ὑπόλοιπα.

Τί τοῦ εἶπε, λοιπόν; «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου (ἀληθινά σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ἀπὸ τώρα ποὺ ἄνοιξε ὁ οὐρανὸς κατὰ τὴ βάπτισή μου, θὰ δεῖτε κι ἐσεῖς τὸν οὐρανὸ ἀνοιγμένο, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸς ἔγινε καὶ τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ὡς υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μοναδικὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους˙ καὶ πρόκειται νὰ ἔλθει καὶ πάλι ὡς Κριτὴς ἔνδοξος καθισμένος πάνω σὲ νεφέλες. Θὰ ἀνεβαίνουν καὶ θὰ κατεβαίνουν οἱ ἄγγελοι προκειμένου νὰ ὑπηρετοῦν αὐτὸν καὶ τὴν Ἐκκλησία Του)» (Ἰω. 1,51).
 
Βλέπεις πῶς τὸν ἀποσπᾶ βαθμηδὸν ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸν ὑψώνει καὶ τὸν κάνει νὰ μὴ Τὸν θεωρεῖ πλέον ἁπλῶς ἕναν ἄνθρωπο; Διότι Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖο ὑπηρετοῦν συνεχῶς ἄγγελοι καὶ ἐπάνω στὸν ὁποῖο ἀνεβαίνουν καὶ κατεβαίνουν ἄγγελοι, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος;
Γι’ αὐτὸ εἶπε: «Θὰ δεῖς μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ» καὶ τὸ φανέρωσε αὐτὸ μὲ τὸ νὰ προσθέσει τὰ σχετικὰ μὲ τὴ διακονία τῶν ἀγγέλων.
Αὐτὸ ἐπίσης ποὺ εἶπε, σημαίνει ἀναλυτικότερα τὰ ἑξῆς: «Σοῦ φάνηκε μεγάλο πρᾶγμα», εἶπε, « αὐτό, Ναθαναήλ, καὶ γι’ αὐτὸ μὲ ἀποκάλεσες βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ; Τί λοιπὸν θὰ πεῖς ὅταν θὰ δεῖς ἀγγέλους νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν ἐπάνω σὲ ἐμένα;».
Καὶ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τὸν ἔπειθε νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ὡς Δεσπότη καὶ τῶν ἀγγέλων.
 
Διότι σὰν σὲ γνήσιο υἱὸ βασιλέως, ἔτσι ἀκριβῶς ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν οἱ βασιλικοὶ διάκονοι καὶ κατὰ τὴ Σταύρωσή Του καὶ κατὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή Του, ἀλλὰ καὶ προηγουμένως, ὅταν προσῆλθαν καὶ Τὸν ὑπηρετοῦσαν, ὅταν διαλαλοῦσαν τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς Γεννήσεώς Του, ὅταν διαλαλοῦσαν παντοῦ: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία (Δοξασμένος ἂς εἶναι ὁ Θεὸς στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους ποὺ κατοικοῦν ἐκεῖ˙ καὶ στὴ γῆ ὁλόκληρη, ποὺ εἶναι ταραγμένη ἀπ’ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ βίαια πάθη της, ἂς βασιλεύσει ἡ θεία εἰρήνη. Διότι ὁ Θεὸς ἐκδήλωσε τώρα ἐξαιρετικὰ τὴν εὔνοια καὶ τὴν εὐαρέσκειά Του στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ Του)» (Λουκ.2,14), ὅταν ἐπισκέφθηκαν τὴν Μαρία, ὅταν ἐμφανίστηκαν στὸν Ἰωσήφ.

Αὐτὸ μάλιστα ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖο ἔκανε σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις, αὐτὸ ἔκανε καὶ στὴν παροῦσα περίπτωση.
Δύο προρρήσεις ἔκανε, καὶ τῆς μὲν πρώτης ἀπέδειξε ἤδη τὴν ὀρθότητα καὶ ἀλήθεια, τῆς δὲ ἄλλης, ποὺ ἀναφερόταν στὸ μέλλον, τὴν ἀλήθειά της τὴ βεβαίωσε μὲ τὴν πραγματοποίηση τῆς παρούσας, καθ' ὅσον ἀπὸ ὅσα εἰπώθηκαν, ἄλλα μὲν ἀποδείχθηκαν, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἀποδείχτηκε τὸ ὅτι γνώριζε ὅσα εἶχαν γίνει νωρίτερα, ὅταν εἶπε: «πρὸ τοῦ σὲ Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδὸν σέ(:προτού σὲ φωνάξει ὁ Φίλιππος, κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ σὲ εἶδα)», ἄλλα πάλι ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ ἐν μέρει πραγματοποιήθηκαν· πραγματοποιήθηκαν, δηλαδή, ἡ ἀνάβαση καὶ κατάβαση τῶν ἀγγέλων κατὰ τὴ Σταύρωση, κατὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη˙ τὸ ὁποῖο καὶ αὐτὸ διὰ τῶν λεχθέντων τὸ καθιστᾶ ἀξιόπιστο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν πραγματοποίησή του.

Διότι αὐτὸς ὁ ὁποῖος γνώρισε καὶ ἀντιλήφθηκε ἀπὸ ὅσα ἔγιναν στὸ παρελθὸν τὴν δύναμή Του, ἦταν εὐκολότερο νὰ ἀποδεχθεῖ καὶ αὐτὴ τὴν πρόρρηση, ἡ ὁποία ἀναφερόταν στὸ μέλλον. Τί ἀπάντησε λοιπὸν ὁ Ναθαναήλ; Τίποτε δὲν ἀπάντησε σὲ αὐτό.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς σταμάτησε ἐδῶ τὴ συνομιλία Του μὲ αὐτὸν καὶ τὸν ἄφησε νὰ σκεφθεῖ μόνος του ὅσα τοῦ εἶπε, ἐπειδὴ ἄλλωστε καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὰ προσφέρει ὅλα διαμιάς, ἀλλὰ ἤθελε, ἀφοῦ ἔριξε τὰ σπέρματα στὴν εὔφορη γῆ, νὰ τὴν ἀφήσει πλέον μὲ τὴν ἡσυχία της σιγά-σιγά με τὸν καιρὸ καὶ μὲ δική της προσπάθεια νὰ βλαστήσει.
 
Τὸν τρόπο αὐτὸν ἀκριβῶς τῆς διδασκαλίας καὶ ἀλλοῦ μᾶς φανέρωσε μέσῳ τῶν ἑξῆς λόγων: «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρὼπῳ σπείραντι καλὸν σπέρμα ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ. ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου καὶ ἀπῆλθεν (ὁ Κύριος τοὺς δίδαξε καὶ μιὰ ἄλλη παραβολή: ‘’Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἡ Ἐκκλησία δηλαδὴ ποὺ θὰ κατακτήσει τὸν κόσμο ὁλόκληρο, καὶ ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας ποὺ κηρύττει σ’ ὅλο τὸν κόσμο διὰ τῆς Ἐκκλησίας, μοιάζει μὲ ἄνθρωπο ποὺ ἔσπειρε καλὸ σπόρο στὸ χωράφι του.
Ἔτσι ὁ Κύριος σπέρνει πάντοτε τὸν καλὸ σπόρο τῆς σωτήριας ἀλήθειας στὸν κόσμο ποὺ κατακτᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ κοιμούνταν οἱ ἄνθρωποί του, ἦλθε ὁ ἐχθρός του, ὁ διάβολος δηλαδή, κι ἔσπειρε ἀνάμεσα στὸ σιτάρι ‘’ᾖρα’’, τὸ ζιζάνιο τῶν σιτηρῶν, καὶ ἔφυγε’’)» (Ματθ.13,24-25).


ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
Ἐπιμέλεια πολυτονισμοῦ: Ἄκτιστον



ΠΗΓΕΣ:

•    http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG Migne/John%20Chrysostom PG%2047-64/In%20Joannem.pdf
•    Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Ἅπαντα τὰ ἔργα, Ὑπόμνημα στὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ὁμιλίες Κ΄ καὶ Κα΄, πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»(ΕΠΕ), ἐκδ. οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 13, σελίδες 292-315.
•    Βιβλιοθήκη τῶν Ἑλλήνων, Ἅπαντα τῶν ἁγίων Πατέρων, Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἔργα, τόμος 72, σελ. 44-61.
•    http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient greek/tools/liddell-scott/index.html
•    Π. Τρεμπέλα, Ἡ Καινὴ Διαθήκη μὲ σύντομη ἑρμηνεία (ἀπόδοση στὴν κοινὴ νεοελληνική), ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2014.
•    Ἡ Καινὴ Διαθήκη, Κείμενον καὶ ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τριακοστὴ τρίτη, Ἀθήνα 2009.
•    Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς ἑβδομήκοντα, Κείμενον καὶ σύντομος ἀπόδοσις τοῦ νοήματος ὑπὸ Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2005.
•    http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
•    http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
 



Διαβάστε περισσότερα πατῶντας:  Κυριακὴ Α΄ Νηστειῶν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου