Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Ὁ μεγαλύτερος θησαυρός. Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας

Κουράγιο! «Μὴ κλαῖε»!
Κυριακή Γ΄Λουκᾶ (Λουκ. ζ΄11-16)

 (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Μὲ πόνον ποὺ σπαράσσει τὴν καρδιά· μὲ ἐρειπωμένες ὅλες τὶς ἐλπίδες της· μὲ γονατισμένην τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὸ ἀπροσδόκητο κτύπημα, ἡ χήρα μητέρα τῆς Ναΐν ὁδηγεῖ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ μόνο της παιδὶ εἰς τὸν τάφον.
Κόσμος πολὺς συνοδεύει τὴν πένθιμον αὐτὴν συνοδείαν. Αἴφνης ἐμφανίζεται μία ὁμὰς ἀγνώστων, ποὺ εἰσέρχονται εἰς τὴν πόλιν. Εἶναι ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητάς Του.
Μὲ κίνησιν ἡγεμονικὴν σταματᾷ τὴν συνοδείαν.  Τὰ δάκρυα καὶ οἱ στεναγμοὶ τῆς μητέρας συγκινοῦν τὴν παναγίαν ψυχήν Του.  Γυρίζει πρὸς τὸ μέρος της καὶ μὲ συμπάθειαν, γεμάτην ἀπὸ θείαν μεγαλοπρέπειαν, τῆς ἀπευθύνει δύο λέξεις· «Μὴ κλαῖτε»!  Στρέφεται ἔπειτα πρὸς τὸν νεκρόν. 
Μία προσταγὴ ἀκούεται, ποὺ ἀνατρέπει νόμους καὶ δημιουργεῖ θαῦμα: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι».
Ὁ νεκρὸς ἀνοίγει τὰ κλεισμένα μάτια του, ἀνακάθεται καὶ ἡ μετέρα του τὸν ἀγκαλιάζει μὲ ὅλην τὴν μητρικὴν της ἀγάπην, δοξάζοντας τὸν Θεόν.
Ἡ χαρὰ τῆς μητέρας ὁμιλεῖ, ἀγαπητοί, εἰς τὴν ψυχήν μας, διότι προηγουμένως δὲν ἔμεινεν ἀδιάφορος εἰς τὸν πόνον της. Ὁ πόνος!  Ἕνα θέμα, ποὺ πάντοτε, ἀλλ’ εἰδικώτερα σήμερα, ἐπηρεάζει βαθύτατα τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου. Ἄς τὸ ἐξετάσωμεν. Θὰ μᾶς διδάξῆ πολὺ ἡ μελέτη αὐτή.

Α΄. Ὁ πόνος καθολικὸν φαινόμενον

«Μὴ κλαῖε»!  Αὐτὴν τὴν συμβουλὴν τὴν ἀπευθύνει ὁ Κύριος πρὸς κάθε ἄνθρωπον, διότι κάθε ἄνθρωπος ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ εἶναι πονεμένος. Δὲν ὑπῆρξεν οὔτε θὰ ὑπάρξῃ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπάρχουν θλιμμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἀδειάσουν πολλὲς φορὲς πικρότατον ποτήρι ὀδύνης. Ὁ πόνος εἶναι ζυμωμένος μὲ τὴν ὕπαρξίν μας. Εἰς τὸ ἕνα σπίτι ἡ ἀρρώστεια ρίχνει στὸ κρεββάτι ἀκμαίους ὀργανισμούς. 
Εἰς τὸ ἄλλο ἡ φτώχεια μαραίνει τρυφερὰ σώματα παιδιῶν.  Εἰς τὸν τρίτον ὁ θάνατος ἁρπάζει προσφιλῆ πρόσωπα, στηρίγματα καὶ προστάτες οἰκογενειῶν.  Πόνος ἔπειτα λόγῳ ἀποτυχιῶν εἰς σοβαρὰς ὑποθέσεις, ὅπως ὁ γάμος.  Καὶ δὲν εἶναι μικρὸς αὐτὸς ὁ πόνος, ὅταν ἔχῃς εἰς τὴν ζωὴν ὡς σύντροφον ἕνα μέθυσον, ἕνα ἄσωτον, ἕνα τύραννον ἤ μία φιλόνεικον, σπάταλον, ἀνήθικον γυναῖκα. 
Πόνος ἔπειτα εἰς τὸν χρεωκοπήσαντα οἰκονομικῶς, τὸν ἔρημον, τὸν ἐγκαταλελειμμένον.  Πόνος εἰς τὸν ἄλλον, ποὺ ἔπεσε θῦμα συκοφαντίας, ὥστε νὰ κινδυνεύῃ ἡ ὑπόληψίς του.  Πόνος ἐδῶ· πόνος ἐκεῖ.... Παντοῦ τὸ δάκρυ καὶ ὁ στεναγμός. Ὀρθὰ εἶπε κάποιος ὅτι ἡ «ζωὴ εἶναι μία ἑπτάχορδη λύρα· οἱ ἔξ χορδὲς χτυποῦνε τὴ λύπη καὶ μόνον ἡ μία τὴ χαρά».
Καὶ ἄν ὅλα αὐτὰ εἶναι τόσον συχνὰ εἰς ἐποχὰς εἰρηνικάς, τί νὰ εἴπῃ κανεὶς διὰ τὰς ἀνωμάλους περιόδους; Καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπέρασε τὸ καμίνι αὐτό.  Καταστροφαὶ περιουσιῶν·  ἀγωνίαι καὶ τρόμος·  συλλήψεις καὶ φυλακίσεις καὶ μαρτύρια· θάνατοι βίαιοι καὶ ἀπαίσιοι, ποὺ ἐσκόρπισαν ἄνθρωποι μὲ διάθεσιν θηρίου...
Ἀλλ’  ὅσον καὶ ἄν συνεχίσωμεν, δὲν θὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος καὶ ἡ ποικιλία τοῦ πόνου.  Καταντᾷ νὰ εἶναι ὅσοι ἄνθρωποι, τόσοι καὶ οἱ πονοῦντες.  Ὁ καθένας μὲ τὴν σειράν του καὶ μὲ τὸ εἶδος τοῦ πόνου του.

Β΄. Ὁ ἄνθρωπος μόνος του πρὸ τοῦ πόνου.

Καὶ ὁ πονεμένος ἄνθρωπος, ποὺ πιέζεται ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ὀδύνης καὶ τῆς θλίψεως, στρέφει μὲ ἀγωνίαν τὰ βλέμματά του παντοῦ, ζητῶντας βοήθειαν.  Καὶ ἔρχονται κοντά του μερικοί.  Δίδουν συνταγὲς πρόχειρες. «Νὰ διασκεδάσῃς  τὸν πόνο σου· ἄλλαξε μέρος·  σύχναζε σὲ θεάματα· κάνε ταξίδια· ἔτσι θὰ ξεχάσῃς...». 
Κακὰ τὰ ψέματα.  Αὐτὲ δὲν κλείνουν τὶς πληγές. Ὁ πόνος του μένει ἀθεράπευτος.  Καὶ ἀρχίζει νὰ γονατίζῃ συχνὰ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος του. «Τὰ δικά μου βάσαν δὲν τὰ ἔχει κανένας ἄλλος, σοῦ λέγει.  Εἶναι ἀνυπόφορα.  Δὲν ἀντέχω πιά. Ὅλα γιὰ μένα εἶναι χαμένα».
Πνιγμένοι στὰ δάκρυα καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἀκούονται αἱ λέξεις αὐταί, ποὺ μαρτυροῦν βαρεῖαν μελαγχολίαν καὶ ἀπελπιστικὴν ψυχικὴν κατάστασιν. Ἔτσι τὸ βλέμμα ἀρχίζει νὰ θολώνῃ· τὰ γόνατα τρέμουν· ὅλα γύρω φαίνονται μαῦρα.  Βαδίζει, ἐργάζεται, κοιμᾶται καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ζῇ μέσα στὴν ἀγωνία, στὸ σκοτάδι, στὴν ἀπόγνωσι. Ἔτσι δημιουργοῦνται  ο ἱ     ἀ π ε λ π ι σ μ έ ν ο ι!
 Εἶναι οἱ δυστυχισμένοι, ποὺ δὲν εὑρίσκουν ἄλλην λύσιν ἀπὸ τὸν θάνατον.  Καὶ πολλὲς φορὲς μόνοι των τὸν δημιουργοῦν μὲ ἕνα τρόπον βίαιον, τραγικόν, μὲ μίαν σφαῖραν εἰς τὴν καρδιὰν ἤ μὲ ἕνα δραστικὸν δηλητήριον.  Τόσα βλέπομε εἰς τὴν ἐποχήν μας!  Καὶ μετὰ ἕνας τάφος, ποὺ σκεπάζει ἕνα πλάσμα νικημένο καὶ καταδικασμένο γιὰ πάντα.    Καὶ ἀναπηδᾷ τότε στὰ χείλη του ἀνθρώπου ἕνα ἐρώτημα δραματικό, γεμᾶτο ἀγωνία,  ΓΙΑΤΙ;  Γιατὶ αὐτὸ τὸ κατάντημα; Γιατὶ αὐτὸς ὁ τάφος; Γιατὶ αὐτὴ ἡ τραγικὴ λύσις; Δὲν ὑπῆρχεν ἄραγε ἄλλος τρόπος, ἄλλος δρόμος;

Γ΄. Ὁ Χριστὸς ἐμψυχωτής.

Μᾶς ἔδειξε τόσο χαρακτηριστικὰ σήμερα τὸν δρόμον αὐτὸν τὸ Εὐαγγελικὸν ἀνάγνωσμα!  Εἶναι ὁ δρόμος, ποὺ φέρνει πρὸς τὸν Χριστὸν, τὸν μόνον παρηγορητήν. «Μὴ κλαῖε»!  Ἔτσι εἶπε στὴν πονεμένη μητέρα.  Καὶ τῆς μετέβαλε τὴν ὀδύνην, εἰς χαράν.  Ναὶ ἀδελφέ μου!  Μὴ κλαῖμε!  Μὴ ταρασσώμεθα!  Κοντά μας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἀκοίμητος ἐμψυχωτὴς τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου.
 «Δεῦτε πρὸς με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς»!  (Ματθ. ια΄, 28).
Ξέρει, ἀγαπητὲ, ὁ Χριστὸς ἀπὸ πόνον. Ἐπόνεσε καὶ ὁ ἴδιος ἐπάνω στὸ Σταυρό, ὅσο κανεὶς ἄλλος εἰς τὸν κόσμον.  Καὶ αἰσθάνεται καλὰ τὸν ἰδικόν μας πόνον.  Καὶ εἶναι κάθε στιγμὴ ἕτοιμος νὰ ἁπλῶσῃ, τὸ ἅγιό Του χέρι, διὰ νὰ σφογγίσῃ τὰ δάκρυα, νὰ μαζέψῃ τὸ αἷμα, νὰ ρίξῃ βάλσαμο παρηγοριᾶς στὶς θλιμμένες  καρδιές μας. «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιστ΄ 33). Ἔτσι εἶναι ἡ ζωή, λέγει ὁ Κύριος.  Θλῖψις, πόνος, πικρίες.
Ὅμως ἔχετε θάρρος. Διότι ἐγώ, ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἐμψυχωτής σας, ἐνίκησα.  Κοντά μου θὰ νικήσετε καὶ σεῖς. Ἐμπρὸς, λοιπὸν, μαζὺ μου διὰ τοῦ πόνου πρὸς τὴν νίκην.  Καὶ τὴν χαράν...

Δ΄. Τὰ ὅπλα μας.

Ναί, θὰ νικήσωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἀλλὰ μᾶς χρειάζονται μερικὰ ὅπλα. Ἄς ἀναφέρωμεν τρία βασικά.
1)Πίστις.  Βαθειὰ πίστις στὸ Χριστό. Ὅποια ψυχὴ εἶναι ὡπλισμένη μὲ τὴν δύναμί της, εἶναι ἀκατάβλητη. Διασχίζει ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ φθάνει στὴ νίκη. Ἐπάνω σ’ αὐτὴν στηρίχθηκαν ὅλοι οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐμεγαλούργησαν. Τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ μπροστά της. «Μὴ φοβηθῇς αὐτὸν ποὺ ἐστήριξε στὴν Πίστι ἐπάνω τὴν ἐλπίδα.  Τὸν εἶδα στὴ ζωὴ νὰ μάχεται, μὰ πάντα ἀνίκητο τὸν εἶδα», βεβαιώνει ἕνας πιστὸς ἀγωνιστής. Ἄς ἔχωμεν, λοιπόν, πίστιν.  Μαζύ της θὰ διαβοῦμε τὸ ἀγκαθόστρωτο μονοπάτι τῆς ζωῆς, ὥσπου νὰ φθάσωμε στὴν ποθητὴ κοιλάδα τῆς Αἰωνιότητος, ὅπου ἀνθοῦν τὰ κρίνα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς γαλήνης.
2)Προσευχή. Ὑπάρχουν στιγμὲς στὴ ζωή μας, ποὺ οὔτε οἱ συγγενεῖς, οὔτε οἱ φίλοι μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν. Τότε μᾶς μένει μόνον ὁ Θεός. «Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε, Κύριε, εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου», λέγει ὁ πονεμένος Ψαλμῳδός.  Μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου...
Ἀδελφέ, ὅταν ἡ ψυχή μας κλαίῃ, ἄς γονατίζουμε καὶ ἄς ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸν δύναμιν καὶ βοήθειαν. Θὰ νοιώθουμε τότε μέσα μας τὴν αὔραν τοῦ οὐρανοῦ νὰ γαληνεύῃ τὴν τρικυμία τῆς καρδιᾶς μας. Ἑκατομμύρια πιστοὶ εὑρίσκουν στὴν προσευχὴ τὴν παρηγορία των.
3)Ὑπομονή. Εἶναι ἕνα ὅπλο μεγάλης δυνάμεως. Ὑποταγὴ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες» (Ρωμ. ιβ΄, 12), βεβαιώνει ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ποτὲ ἄς μὴ ἀφήνωμεν νὰ κυριεύσῃ τὴν ψυχήν μας ἡ ἀπελπισία. Μὲ καρτερία νὰ κοιτάζωμε τὸ μέλλον.  Νὰ μὴ λυγίζωμε. Νὰ μὴ συντριβώμεθα. Ὁ χειμώνας δὲν μένει γιὰ πάντα. Φεύγει κάποτε καὶ ἔρχεται ἡ ἀνθοφόρα ἄνοιξις.
Ἀδελφέ, Κουράγιο! Ἔχει ὑπομονὴν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν!  Ἔχε, ἀδελφέ!

Ἀγαπητοί,
Ἔλεγε κάποτε μιὰ πονεμένη γναίκα: «Θεέ μου, ὁ πόνος μου εἶναι βαρύτερος ὅλων!».  Κοιμήθηκε τὸ βράδυ.  Σὰν σὲ ὅραμα εἶδεν ὅτι βρισκόταν σ’ ἕνα μέρος, ποὺ ἦταν πολλοὶ σταυροί. Εἶδεν ἕνα μικρὸν, λαμπρὸν, μὲ κόσμημα.  Ἐπῆγε νὰ τὸν πάρῃ.  Τὸ σῶμα της ὅμως ἐλύγισεν ἀπὸ τὸ βάρος. Ἔτσι τὸν ἄφησε. Ὕστερα εἶδεν ἕναν ἄλλον ὡραῖον μὲ λουλούδια.  Ἀσφαλῶς αὐτὸς θὰ τῆς ἐπήγαινε.  Τὸν ἐσήκωσε. Ὅμως τὰ λουλούδια εἶχαν ἀγκάθια, ποὺ τὴν ἐπλήγωσαν.  Τελευταῖα ἦλθε σ’ ἕνα σταυρὸ ἁπλὸ, χωρὶς στολίδια.  Τὸν ἐσήκωσε καὶ εἶδε πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ καλὸς καὶ ἐλαφρός.  Καὶ καθὼς τὸν κοιτοῦσε, ἀνεγνώρισε τὸν ἰδικὸν της ἀρχικὸν σταυρόν.

Ἀδελφέ,
Ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας στοργικός.  Δὲν ἀφήνει νὰ δοκιμασθοῦμε, νὰ πονέσουμε περισσότερον ἀπὸ ὅσο βαστοῦν οἱ ὧμοι μας. Ἄς μὴ χάνωμεν τὸ θάρρος μας. Τὰ μάτια ψηλά.  Καὶ οἱ καρδιὲς ἀλύγιστες. Θὰ περάσουν οἱ ἠμέρες οἱ δύσκολες.  Θὰ ἀνθίσουν καὶ πάλιν τὰ λουλούδια.  Θὰ λάμψῃ ὁ ἥλιος ὁ γλυκός...
Ψυχές, ποὺ πονᾶτε: Κουράγιο!



Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.148-152)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου