Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Γέροντος Δανιὴλ Κατουνακιώτου Ἐπιστολὴ στηρίξεως σὲ εὐσυνείδητο φοιτητὴ τῆς Θεολογίας

Ὁ Γέρων Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης, ὁ Σμυρναῖος (1844-1929), ἱδρυτής τῆς εὐαγοῦς Ἀδελφότητος καί τοῦ Ἡσυχαστηρίου τῶν Δανιηλαίων στά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, ἀποτελεῖ ἐπιφανέστατη ὁσιακή μορφή τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ τοῦ 20οῦ αἰῶνος· ἄλλωστε γι΄ αὐτόν τόν λόγο συμπεριελήφθη στή σειρά τῶν πλέον σημαντικῶν «συγχρόνων ἁγιορειτικῶν μορφῶν» τῶν ἐγκρίτων ἐκδόσεων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου τοῦ Ὠρωποῦ Ἀττικῆς [1].

Ὁ σοφός ἀσκητής καί ἡσυχαστής διεκρίθη ὡς ἀπλανής καί διακριτικώτατος Γέρων, ἀλλά καί ὡς θεολογικώτατος συγγραφεύς, τό πλεῖστον τῶν συγγραμμάτων τοῦ ὁποίου ἐξέδωσε ἡ Ἀδελφότης τῶν Δανιηλαίων τήν δεκαετία τοῦ 1980 [2].
Μέσα ἀπό τά συγγράμματά του, μελέτες καί ἐπιστολές (καί ἐπιστολιμαῖες πραγματεῖες), ἀναδύεται ἡ ὅλη ἁγιοπνευματική συγκρότηση καί ἀρετή τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν ὅ,τι σημαντικώτερο εἶχε νά παρουσιάσει ἡ ἔρημος τοῦ  Ἁγίου Ὄρους στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μεταξύ τῶν θεοφόρων καί θεολόγων Μοναχῶν.

Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἱεραποστολική, θεολογική χροιά τοῦ ἔργου τοῦ Γέροντος Δανιήλ ἐπισημαίνοντας ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Α΄, τοῦ ἔγραψε ἐπί τῇ ἐκδόσει τῆς «Κατά Χιλιαστῶν» μελέτης του: «Χαίρομεν δέ ὅτι ἡ Ὑμετέρα Ὁσιότης τοῦ ἀληθοῦς καταστοχαζομένη σκοποῦ, καίτοι τά ὄρη καταλαβοῦσα καί μακράν τοῦ κόσμου τόν τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως καί τῆς ἀρετῆς διανύων δόλιχον {=τό στάδιον}, ὅμως περί πολλοῦ ποιεῖται τήν εὐσέβειαν, καί τοῦ ὀρθοῦ ὑπεραμύνεται φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, τό κατά δύναμιν τῇ Χριστιανικῇ κοινωνίᾳ χρήσιμος φαινομένη» [3]. 

Ὁ Γέρων Δανιήλ, συνεδέετο πνευματικῶς μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο [4], μέ τόν ὅσιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβᾶκο [5], τή Γερόντισσα Θεοδοσία, Ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κεχροβουνίου τῆς Τήνου [6], μέ τόν λογοτέχνη Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη (ἀργότερα Μοναχό Ἀνδρόνικο), τόν ὁποῖον ὁ π. Δανιήλ βοήθησε στόν μοναχικό του προσανατολισμό [7] καί μέ πολλές ἄλλες πνευματικές μορφές τῆς ἐποχῆς του.

Ὁ Γέρων Εὐλόγιος Κουρίλας ὁ Λαυριώτης (1880-1961), μετέπειτα Μητροπολίτης Κορυτσᾶς (1937-1939) καί Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (1942-1949), στή συλλυπητήρια ἐπιστολή του (22 Σεπτεμβρίου 1929) πρός τούς Δανιηλαίους γιά τήν ἐκδημία τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ἔγραφε μεταξύ ἄλλων: «Ὁ θάνατος αὐτοῦ ἀφίησιν ἀνεκπλήρωτον κενόν εἰς τήν σύστασιν τοῦ συγχρόνου ἀσκητισμοῦ. Δέν βλέπω ἐκεῖ πέριξ ἄλλον Δανιήλ καί τοῦτο μέ τρομάζει! Πάντες διασχίζοντες τά ἀπρόσιτα ἐκεῖνα μέρη εὕρισκον ὄασιν ἐν τοῖς Κατουνακίοις καί ᾐσθάνοντο ἀνακούφισιν τῶν κόπων ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ συναναστροφῆς, τώρα ἀπωλέσαμεν καί τήν παρηγορίαν ταύτην!» [8].

Ἡ φωνή τῆς θεολογίας τοῦ «ποιήσαντος καί διδάξαντος» Γέροντος Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τά νέα ρεύματα σκέψεως καί πνευματικότητος ἤδη ἀπό τήν ἐμφάνισή τους στά τέλη τοῦ 19ου καί ἀρχές 20οῦ αἰῶνος, ἔχει ἰδιαίτερη ἀπήχηση σήμερα καί κατευθύνει πρός τήν πάντοτε ἀσφαλῆ συμπόρευση «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις».

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐπισήμανση καί προειδοποίηση τοῦ Γέροντος Δανιήλ, αὐτονόητη γιά ὅσους Ὀρθοδόξους γνωρίζουν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἀλλά πολύ χρήσιμη στόν εὐρύτερο ἐκκλησιαστικό χῶρο:  «Πρέπει ὁ Χριστιανός νά μή δίδῃ τήν ἐλαχίστην ἀκρόασιν εἰς ἐκείνους τούς λυμεῶνας {=καταστροφεῖς}, κἄν Ἱερεῖς καί Ἀρχιερεῖς ὦσι, κἄν διδάσκαλοι καί πνευματικοί, οἵτινες παρενείρουσι {=εἰσάγουν πλαγίως} καί διδάσκουσι διά τῶν φαινομένων σοφιστειῶν τά ἐναντία τῶν Ὀρθοδόξων νοημάτων καί ἱερῶν παραδόσεων, ἀλλά νά ἐμμένῃ στερρά εἰς ὅσα παρέλαβε παρά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» [9].

Τό αὐθεντικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς ἕπεται τῆς ἀμέσως ἀκολουθούσης μεταφράσεως, καί προέρχεται ἀπό τό βιβλίο-συλλογή τοῦ Γέροντος Δανιήλ «Πατρικαί Διδαχαί» [10]. Ἀπευθύνεται στόν ἱεροσπουδαστή Γεώργιο Παπαγεωργιάδη (1881-1958), φοιτητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ἀργότερα διακεκριμένο Ἱεροκήρυκα καί συγγραφέα καί Μητροπολίτη Νευροκοπίου (1942-1945) [11]. Ὁ Γέρων Δανιήλ τονίζει στόν νέο θεολόγο φοιτητή τό ὕψος τοῦ λειτουργήματος τῆς Θεολογίας, τήν ἀνάγκη ὑψηλῆς πνευματικῆς βιοτῆς καί ἐμμονῆς στίς ἱερές Παραδόσεις, ἀλλά καί τήν δέουσα περιφρόνηση πρός τίς ἀντιδράσεις τῶν νεωτεριστῶν μέ τήν βοήθεια τῆς εἰς Χριστόν Πίστεως.


Ἐπιστολή πρός τόν φοιτητή Γεώργιο Παπαγεωργιάδη· γιά τό πῶς νά εἶναι ὁ ἀληθής θεολόγος

Ἡ ἐπιστολὴ σὲ μετάφραση

Στόν ἀγαπητό μου κ. Γεώργιο, εὔχομαι ἀπό ψυχῆς

Ἀφοῦ διεξῆλθα μέ ζωηρό ἐνδιαφέρον καί ἄπλετη πνευματική θυμηδία τό γενικό περιεχόμενο τῆς τελευταίας σου ἐπιστολῆς, πού εὑρίσκεται στά χέρια μου, καί ἀφοῦ διεπίστωσα τίς ἀγαθές σκέψεις καί τούς διαλογισμούς σου, πλήρεις συνέσεως  καί εὐλαβείας, ἐπήνεσα πάρα πολύ τήν σύνεσή σου, καταβρέχοντας τήν ἐπιστολή σου μέ πατρικά δάκρυα.

Ἐπαινῶ, καθώς ἀξίζει, τόν χριστιανικό καί εὐαγγελικό ζῆλό σου καί τήν ἐπαγρύπνηση τήν ὁποίαν ἔχεις γιά τόν μελλοντικό σου βίο, περί τοῦ ὁποίου εὔχομαι καί πάντοτε θά εὔχομαι, ἄν καί ἀνάξιος, νά ἀποβῆ ἀποδοτικός καί σωτήριος.

Ἔχεις δίκιο, ἀγαπητέ μου Γεώργιε, νά λυπεῖσαι πολύ, βλέποντας τή γενική ψυχρότητα καί ἀδιαφορία πού ἔχουν οἱ περισσότεροι Ἱεροσπουδαστές, διότι δέν ἀντιλαμβάνονται τό ὕψος τῆς ἀποστολῆς τους, τῆς ὁποίας ὁ σκοπός ὡς ἐπί τό πλεῖστον παραμορφώθηκε. Καί, ἐνῷ κατά κοινή ὁμολογία, ὅλες οἱ προσπάθειες τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους μας συμφωνοῦν πρός αὐτό καί τό κηρύττουν, ὅτι δηλαδή οἱ ἀπόφοιτοι Ἱεροσπουδαστές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς πρέπει νά ἐργασθοῦν ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας καί νά ἀναφανοῦν καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα γνήσιοι ἀκόλουθοι πάνω στά ἴχνη τῶν διασήμων διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως ἀπ’ ἐναντίας βλέπουμε μέ λύπη ὅτι παραβλέπεται ὁ κύριος σκοπός τοῦ προαναφερθέντος προορισμοῦ καί ἀντί γιά τό κέρδος τῶν καρπῶν τό ὁποῖο προσδοκοῦμε, συναντᾶμε ὅλα τά ἀντίθετα.

Ἐάν μέ πολλή προσοχή καί διεισδυτική ἔρευνα ἐξετάσουμε ποῦ στηρίζεται ὁ κλάδος τῆς Θεολογίας καί πῶς πρέπει νά καταγίνεται μέ αὐτόν ἐκεῖνος πού πρόκειται νά θεολογήσει, θά δοῦμε μέ δέος καί, ταυτόχρονα, μέ ἔκπληξη ὅτι ὁ κλάδος αὐτός δέν στηρίζεται σέ κάποια ἁπλῆ φυσική ἐπιστήμη ἤ τέχνη, ἀλλά σέ κάποιο ἄλλο ἀντικείμενο [ἐρεύνης], τό ὁποῖο δωρίζεται μόνον σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπέλεξαν τήν ἐνάρετη βιοτή καί σήκωσαν μέ μέγιστη αὐταπάρνηση τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, γινόμενοι τύπος καί ὑπογραμμός γιά τούς λοιπούς Χριστιανούς καί τούς νεοφωτίστους. Ὄντας δέ τέτοιοι, ὀφείλουν νά ἐκριζώνουν ἀπό τόν ἑαυτό τους κάθε φιληδονία καί ἰδιοτέλεια καί νά ἐξασκοῦν κάθε εἶδος ἀρετῆς, ὥστε νά γίνουν ὄντως ἐκλεκτά σκεύη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί νά ἀναφανοῦν εὐαγγελικοί φωστῆρες στόν ὁρίζοντα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Χωρίς τά πλεονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, εἶναι ἀδύνατον αὐτός πού θεολογεῖ νά ἐπιτύχει στήν ἀποστολή του καί νά μυηθεῖ στήν κατανόηση ὅσων διδάσκει.

Ὅταν ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς ἀπέστειλε τούς Μαθητές Του στό θεῖο κήρυγμα καί Τούς ἐμπιστεύθηκε τήν ἀποστολή τους ὡς Θεολόγων, Τούς ἐπεσήμανε ρητῶς τά ἑξῆς: «Ἔτσι νά λάμψει τό φῶς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά δοῦν τά καλά σας ἔργα ...» [12]. Εἶδες, ἀγαπητέ μου, «τά καλά ἔργα», λέγει. Καί πάλι σέ ἄλλο σημεῖο διακήρυξε: «Αὐτός πού μέ ἀγαπᾷ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου καί σέ αὐτόν θά ἐμφανίσω τόν Ἑαυτόν μου» [13]. Συνεπῶς, δίχως τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός δέν μᾶς ἐμφανίζεται, καί καθώς δέν μᾶς ἐμφανίζεται, εἶναι ἀδύνατον νά θεολογήσει ἐπαξίως ἐκεῖνος πού θεολογεῖ, ἀκόμη κι ἄν εἶναι μύριες φορές σοφός.

Μέ ἕνα λόγο, αὐτός πού προτίμησε τήν ἐκμάθηση τῆς Θεολογίας, ὀφείλει ἀπό καθῆκον νά ἐξασκεῖ τήν ὁδό τῆς ἀρετῆς, τήν ὁποίαν μελλοντικῶς θά διδάξει, καί νά ἀσκεῖ χωρίς παρέκκλιση τό ὑψηλό του ἐπάγγελμα, δίχως νά ἀποβλέπει οὔτε στήν ἐπίτευξη τῆς κούφιας ἀσήμαντης δόξας, οὔτε σέ κάποια κερδοσκοπικά μέσα, οὔτε στόν κορεσμό καί τήν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν· καί τότε θά δεῖ τούς ἀειθαλεῖς καρπούς τού κηρύγματός του νά ὑπερπληθύνονται. Αὐτή τήν ταπεινή μου ἀντίληψη ἐπικυρώνει ἐπιπροσθέτως, ἄν δέν ἀπατῶμαι, ὄχι μόνον ἡ φύση τῶν πραγμάτων, ἀλλά καί ἡ φύση τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία καταδεικνύεται ἀπό τήν ἱστορική βιογραφία τῶν φωστήρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅσον ἀφορᾷ δέ σέ κάποιους, ὀλιγάριθμους, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται εὐσυνειδήτως, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μέν τήν διάθεση νά ἐργασθοῦν ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λέγετε, ἀλλά, προσέχοντας τήν σημαντική ἀντίδραση ὅσων φρονοῦν ἀντίθετα, φοβοῦνται καί τρόπον τινά ἀπορρίπτουν τήν ἔναρξη τοῦ καλοῦ, φοβούμενοι καί ὑπολογίζοντας τήν πιθανότατη ἀσυμφωνία, δέ πρέπει γι΄ αὐτό νά δυσανασχετεῖτε καί νά λυγίζετε, διότι ὁ Πανάγαθος Θεός μέσῳ ὀλιγαρίθμων δούλων Του ἐκπληρώνει τίς ἀποφάσεις Του.

Ἐάν, ἀγαπητέ μου, ἡ δομή τῆς Ἐκκλησίας ἦταν, ὅπως ἤδη εἴπαμε, φυσική καί ἐκυβερνᾶτο μέ φυσικές ἐπινοήσεις, τότε θά εἴχατε μέγα δίκιο νά στενοχωρεῖσθε καί νά διακατέχεσθε ἀπό ἀμηχανία καί λύπη. Ἀλλά ἐμεῖς βλέπουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ οὔτε στερεώθηκε ἀπό τά πολλά καί ἰσχυρά μέσα, οὔτε πτοήθηκε ἤ νικήθηκε ἀπό τίς ἀντιδράσεις τῶν ἀντιθέτων.

Ποιός ἀπό τούς πιστούς καί εὐσεβεῖς ὑπηρέτες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ Πίστη Του μέ παράδοξο τρόπο οἰκοδομήθηκε καί στερεώθηκε ἀπό δώδεκα ἀγράμματους, ἄοπλους, ἀπροστάτευτους, ἀδύνατους καί ἄπορους Ἀποστόλους καί Μαθητές; Αὐτοί ὄντας ἔτσι, μέ ποιά ὅπλα καί ἰσχυρά μέσα καί φυσικές δυνάμεις ἤ χρηματικούς πόρους νίκησαν ἰσχυρούς βασιλεῖς καί ἀτίθασους σατράπες καί ἐπέστρεψαν στή θεογνωσία ἀπειράριθμα ἔθνη;

Ὅταν ὁ Προφήτης Δανιήλ σπούδαζε μαζί μέ τούς λοιπούς ὑποτρόφους τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορος, γιατί, ἐνῷ ὑπαγόταν στήν ἴδια μέ τούς συσπουδαστές του φιλοσοφική παιδεία, ἔγινε ὅμως σοφότερος ἀπό αὐτούς καί ἐπέλυσε τά δυσνόητα ὄνειρα τοῦ βασιλέως, τά ὁποῖα ἐκεῖνοι ἀγνοοῦσαν; Γιατί ἐπακολούθησε σέ αὐτόν ἡ τόσο πολλή δόξα; Τό γνωρίζουμε ὅλοι, ὅτι τοῦ προσετέθη, ὡς συνέπεια τῆς θεοσεβείας του καί τῆς ἐνάρετης πολιτείας του.

Ἐπίσης, καί ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος: μήπως καί αὐτοί φοιτώντας στή Σχολή καί σπουδάζοντας μαζί μέ ἀσεβεῖς δέν ἄκουγαν κάθε μέρα πάρα πολλά ἀσεβῆ καί παράνομα καί, τό χειρότερο, ὅτι καί οἱ διδάσκαλοί τους ἦταν εἰδωλολάτρες καί ἐπικούρειοι φιλόσοφοι; Ὅμως, ἀποβλέποντες στήν ὠφελιμότητα τῆς ἀληθοῦς χριστιανικῆς φιλοσοφίας καί διατηρώντας στενῶς τίς πατρικές παραδόσεις, ἔγιναν οἰκουμενικοί κήρυκες καί ἐγκωμιάζονται τώρα ἤδη ἀπό ὅλους ὑπερβολικῶς.

Αὐτά ἔχοντας ὑπ΄ ὄψιν, ἀγαπητέ μου Γεώργιε, καί αὐτούς μιμούμενος σέ ὅλα, τρέχε τόν προκείμενον ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς. Ὅλη ἡ στόχευσή σου νά εἶναι πῶς νά γίνεις εὐάρεστος στόν Θεό, καί νά ἀποκτήσεις μέσῳ τῆς εὐσυνειδησίας τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί ἐν συνεχείᾳ θά παρουσιασθοῦν τά ἀγαθά πού ἀκολουθοῦν, χωρίς ἐμεῖς νά γνωρίζουμε τό πῶς.

Καί ἀπό τώρα, ὅσο τό δυνατόν, νά δεικνύεις στερεή πίστη σέ ὅσα θέσπισε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέσῳ τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων καί παραδόσεων, εἴτε μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, μή παραδεχόμενος καθόλου τίς καινοτόμες θεωρίες τῶν νεωτέρων, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ἀποχαιρέτισαν ἤδη ἀπό πολλοῦ καί τήν συνείδηση καί τήν πρός Θεόν ἀγάπη, διδάσκουν καινούργια δόγματα, σύμφωνα μέ τήν ἀρέσκειά τους, καί ἀντί νά στηρίξουν τούς πιστούς στήν εὐσέβεια, γίνονται ἀνατροπεῖς τοῦ θείου κηρύγματος καί τῆς εὐσεβείας.

Νά συνεχίζεις μέ προθυμία τίς σπουδές σου, ἀποταμιεύοντας μέσα σου κάθε τι χρήσιμο καί ὠφέλιμο, ἀλλά τά ἔξωθεν εἰσαγόμενα φρονήματα νά τά ἀποφεύγεις ὡς θανατηφόρο δηλητήριο.

Πρόσεχε βέβαια πάρα πολύ ἀπό τίς διαμάχες καί τίς φιλονεικίες ὅσων ἔχουν ἀντίθετα φρονήματα, διότι αὐτῶν χαρακτηριστικό εἶναι τό νά στηρίζουν τήν ἐσφαλμένη τους δοξασία πάνω σέ γελοῖα καί σοφιστικά ἐπιχειρήματα. Αὐτούς, σύμφωνα μέ τόν θεοκήρυκα Παῦλον, «μετά ἀπό πρώτη καί δευτέρα νουθεσία» [14] ἀπόφυγέ τους. 

Γιά νά φανερωθεῖς δέ ὡς γνήσιος ἀπόγονος καί ὀπαδός τῶν Μεγάλων Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλεις καθημερινῶς νά διέρχεσαι μόνος σου καί τά ἱερά  συγγράμματα καί τίς ἠθικές διδασκαλίες τους, ἀλλά καί τίς ἑρμηνεῖες τους, τά ὁποῖα θά ἀναζωπυρώσουν τήν αἴσθησή σου καί θά σέ ἀναγάγουν σέ ὑψηλότερη σφαῖρα διανοητικῆς ἀναπτύξεως, ἡ ὁποία ἔρχεται καί προστίθεται στόν πιστό καί φιλόθεο ἄνθρωπο, ἀρρήτως καί μέ τρόπο ὑπέρλογο.

Ὁ πνευματικός σου Πατήρ

Δανιήλ Μοναχός Κατουνακιώτης

Στά Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους τήν 23η Φεβρουαρίου 1902


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ


[1] Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης, Σύγχρονες Ἁγιορείτικες Μορφές 4, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1979 [2α ἔκδοσις].  

[2] Ἀγγελικός Βίος (1981), Μοναχικά Ἐντρυφήματα (1982), Πατρικαί Διδαχαί (1983),  Κατά αἱρετικῶν δοξασιῶν Ἀποστόλου Μακράκη (1984), Ἐξ ἐρήμου Διατυπώσεις (1985), κ.ἄ.

[3] Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 95.

[4] Περί τῆς ἀλληλογραφίας τους βλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Θ. ΖΗΣΗ, Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὡς Διδάσκαλος, Φίλη Ὀρθοδοξία 3, ἐκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 2000. Τέσσερις ἐπιστολές τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου πρός τόν Γέροντα Δανιήλ (1903, 1908, 1913, 1915) ἔχουν δημοσιευθεί ἐνωρίτερα ἐν ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ, Ἀγγελικός Βίος, ἐκδ. Μοναστικῆς Ἀδελφότητος Δανιηλαίων, Ἅγιον Ὄρος – Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 177-183. Βλ. καί τόν σχολιασμό τους, αὐτόθι, σελ. 83-88.

[5] Βλ. λ.χ. τήν τοῦ 1913, Ἐπιστολή πρός Γέρ. Φιλόθεον Ζερβᾶκον· περί τοῦ πῶς νά εἶναι ὁ πνευματικός, ἐν ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ, Τόμ. Γ΄- Πατρικαί Διδαχαί, ἐκδ. Μον. Ἀδελφότητος Δανιηλαίων, Ἅγιον Ὄρος – Θεσσαλονίκη 1989 [2α ἔκδοσις], σελ. 84-90 

[6] Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 72-77.

[7] Αὐτόθι, σελ. 77-82.

[8] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ, Τόμ. Γ΄- Πατρικαί Διδαχαί, ἔνθ’ ἀνωτ, σελ. 18. Περί τοῦ Μητροπολίτου Εὐλογίου, βλέπε ΝΙΚ. Λ. ΦΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Εὐλόγιος. Ὁ Κουρίλας», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 5 (1964), στ. 1058ἑ.

[9] Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 115.

[10] Ἐπιστολή πρός τόν φοιτητήν Γεώργιον Γεωργιάδην [sic]· περί τοῦ πῶς νά εἶναι ὁ ἀληθής θεολόγος, ἐν ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ, Τόμ. Γ΄- Πατρικαί Διδαχαί, ἔνθ’ ἀνωτ, σελ. 45-50.

[11] ΣΤ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Γεώργιος. Ὁ Παπαγεωργιάδης», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 4 (1964), στ. 468ἑ. Συγκεκριμένως γράφεται: «Λίαν πεπαιδευμένος ἱεράρχης, διακριθείς ἐπί συγγραφικῇ καί κατηχητικῇ δραστηριότητι [...] Γενικῶς διεκρίνετο διά τήν ἀγάπην του πρός τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν προσήλωσίν του εἰς τάς αὐστηράς κανονικάς γραμμάς. Ἡ θεολογική ἐπιστήμη ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ εἰς Ἀθήνας ἐφησυχάζοντος Γεωργίου εὗρεν ἐπιμελῆ ἐρευνητήν».

[12] Ματθ. 5, 16

[13] Ἰω. 14, 21

[14] Τίτον 3, 10

Τὸ αὐθεντικὸ κείμενο

Τῷ ἐρατεινῷ μοι κ. Γεωργίῳ ἐκ ψυχῆς εὔχομαι!* 

Ἀναλεξάμενος μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος καὶ ἀπλέτου πνευματικῆς θυμηδίας τὴν ἐν γένει διάληψιν τῆς ἀνὰ χεῖρας μου τελευταίας Ὑμετέρας ἐπιστολῆς καὶ γνοὺς τὰς πλήρεις συνέσεως καὶ εὐλαβείας ἀγαθὰς σκέψεις καὶ διαλογισμούς σου, ὑπερεπῄνεσα τὴν Ὑμετέραν σύνεσιν καταβρέξας τὴν ἐπιστολήν σου δάκρυσι πατρικοῖς.

Ἐπαινῶ ἀξιοχρέως τὸν Χριστιανικὸν καὶ Εὐαγγελικὸν ζῆλον σου καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν, ἣν ἔχεις ὑπὲρ τοῦ προσεχοῦς σταδίου σου, ὅπερ εὔχομαι καὶ θὰ εὔχωμαι ἐσαεί, εἰ καὶ ἀνάξιος, ὅπως ἀποβῇ τελεσφόρον καὶ σωτήριον.

Ἔχεις δίκαιον, ἀγαπητέ μοι Γεώργιε, νὰ λυπῆσαι μεγάλως ἀναθεωρῶν τὴν γενικὴν ψυχρότητα καὶ ἀδιαφορίαν, ἣν οἱ πλεῖστοι τῶν Ἱεροσπουδαστῶν ἔχουσι, μὴ συνορῶντες  τὸ ὕψος τῆς ἑαυτῶν ἀποστολῆς, ἧς ὁ σκοπὸς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρεμορφώθη. Καὶ ἐνῷ ἅπασαι ὁμολογουμένως αἱ προσπάθειαι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν εἰς αὐτὸ τοῦτο συνομολογοῦσι καὶ κηρύττουσιν, ὅπως δηλαδὴ οἱ ἀποφοιτῶντες τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἱεροσπουδασταὶ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναφανῶσι καὶ διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργων γνήσιοι ἰχνηλάται τῶν διασήμων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων, ἀπ’ ἐναντίας ὅμως μετὰ λύπης βλέπομεν ὅτι παραθεωρεῖται ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ εἰρημένου προορισμοῦ καὶ ἀντὶ τῆς προσδοκωμένης ἐπικαρπίας, ἀπαντῶμεν πᾶν τοὐναντίον.

Ἐὰν μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας καὶ ἐμβριθοῦς ἐρεύνης ἐξετάσωμεν ποῦ ἐρείδεται ὁ κλάδος τῆς Θεολογίας καὶ πῶς δεῖ αὐτοῦ ἅπτεσθαι ὁ μέλλων θεολογῆσαι, θὰ ἴδωμεν μετὰ δέους καὶ ἐκπλήξεως ἅμα ὅτι ὁ κλάδος οὗτος δὲν ἐρείδεται εἰς ἁπλῆν τινα φυσικὴν Ἐπιστήμην ἢ Τέχνην, ἀλλ’ εἰς ἄλλο τι ὑπερφυέστερον ἀντικείμενον, ὅπερ δωρεῖται μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ᾑρετίσαντο4 τὴν ἐνάρετον βιοτὴν καὶ ἦραν μετ’ αὐταπαρνήσεως μεγίστης τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ γενόμενοι τύπος καὶ ὑπογραμμὸς τοῖς λοιποῖς Χριστιανοῖς καὶ νεοφωτίστους. Ὡς τοιοῦτοι δὲ ὀφείλουσι νὰ ἐκκόπτωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν πᾶσαν ἡδυπάθειαν καί ἰδιοτέλειαν καί νά ἐξασκῶσι πᾶσαν ἰδέαν ἀρετῆς, διὰ νὰ γίνωσιν ὄντως ἐκλεκτὰ σκεύη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ἀναφανῶσιν Εὐαγγελικοὶ λαμπτῆρες ἐν τῷ ὁρίζοντι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ἄνευ τῶν τοιούτων πλεονεκτημάτων, ἀδύνατον ὁ θεολογῶν νὰ ἐπιτύχῃ τῆς ἀποστολῆς του καὶ νὰ μυηθῇ εἰς τὴν κατάληψιν τῶν διδασκομένων.

Ὅτε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ἀπέστειλε τοὺς Μαθητὰς Αὐτοῦ εἰς τὸ θεῖον κήρυγμα καὶ ἐνεπιστεύθη Αὐτοῖς τὴν ἀποστολὴν τῆς θεολογίας, ῥητῶς Αὐτοῖς ἐπηγγείλατο6 εἰπών· «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα…». Εἶδες, ἀγαπητέ μοι, τὰ καλὰ ἔργα λέγει. Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ ἀπεφήνατο· «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολὰς μου τηρήσει καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν…». Ἄνευ ὅθεν τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς οὐκ ἐμφανίζεται ἡμῖν, μὴ ἐμφανιζόμενος δέ, ἀδύνατον νὰ θεολογήσῃ ἐπαξίως ὁ θεολογῶν, κἂν καὶ μυριάκις σοφὸς ᾖ.

Ἐν ἑνὶ λόγῳ, ὁ προελόμενος τὴν ἐκμάθησιν τῆς Θεολογίας ὀφείλει κατὰ καθῆκον νὰ ἐξασκῇ τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, τὴν ὁποίαν προσεχῶς θὰ διδάξῃ, καὶ νὰ ἀσκῇ ἀπαρεγκλίτως τὸ ὑψηλὸν αὐτοῦ ἐπάγγελμα, μὴ ὑφορώμενος οὔτε τὴν ἐπίτευξιν τοῦ κενοῦ δοξαρίου, οὔτε κερδοσκοπικὰ τινα μέσα, οὔτε τὸν κορεσμὸν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν παθῶν καὶ τότε θὰ ἴδῃ τοὺς ἀειθαλεῖς καρποὺς τοῦ κηρύγματός του ὑπερπληθυνομένους. Τὴν ταπεινήν μου ταύτην ἰδέαν συνεπικυρεῖ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὐχί μόνον ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ φύσις τῆς ἀληθείας, ἥτις καταδεικνύεται ἐκ τῆς ἱστορικῆς βιογραφίας τῶν τῆς Ἐκκλησίας φωστήρων καὶ διδασκάλων.

Ὅσον δ’ ἀφορᾶ εὐαρίθμους τινὰς εὐσυνειδήτως πολιτευομένους, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι μὲν καὶ ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς λέγετε, ἀλλ’ ἀναθεωροῦντες τὴν σπουδαίαν ἀντίδρασιν τῶν ἀντιθέτως φρονούντων δεδίττονται καὶ οἱονεὶ ἀποστέργουσιν τὴν ἔναρξιν τοῦ καλοῦ, δεδιότες καὶ ὑφορώμενοι τὴν ἐπ’ ἐλπίδι ἀσυμφωνίαν, εἰς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δυσανασχετῆτε καὶ ὀκλάζητε, διότι ὁ Πανάγαθος Θεὸς δι’ εὐαρίθμων πιστῶν δούλων Του ἐκπληροῖ τὰς βουλὰς Του.

Ἐάν, ἀγαπητέ μου, ἡ οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας ἦτο, ὡς ὤφθημεν λέγοντες, φυσικὴ καὶ ἐκυβερνᾶτο μὲ φυσικὰς ἐπινοίας, τότε εἴχετε μέγα δίκαιον νὰ ἀποδυσπετῆτε καὶ να διατελῆτε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀμηχανίας καὶ λύπης. Ἀλλ’ ἡμεῖς βλέπομεν ὅτι ἡ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ Ἐκκλησία οὔτε ἐστερεώθη ὑπὸ τῶν πολλῶν καὶ ἰσχυρῶν μέσων, οὔτε ἐπτοήθη ἢ ἐνικήθη ἀπὸ τὰς ἀντιδράσεις τῶν ὑπεναντίων.

Τίς ἐκ τῶν πιστῶν καὶ εὐσεβῶν θεραπόντων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ πίστις αὐτοῦ παραδόξως ᾠκοδομήθη καὶ ἐστερεώθη ὑπὸ δώδεκα ἀγραμμάτων, ἀόπλων, ἀπροστατεύτων, ἀδυνάτων καὶ ἀπόρων Ἀποστόλων καὶ Μαθητῶν; Οἱ τοιοῦτοι διὰ ποίων ὅπλων καὶ ἰσχυρῶν μέσων καὶ φυσικῶν δυνάμεων ἢ χρηματικῶν πόρων ἐνίκησαν Βασιλεῖς κραταιοὺς καὶ Σατράπας ἀτιθάσους καὶ ἐπέστρεψαν εἰς θεογνωσίαν ἀπειράριθμα Ἔθνη; 

Ὅτε ὁ Προφήτης Δανιὴλ συνεσπούδαζε μετὰ τῶν λοιπῶν τροφίμων τοῦ Βασιλέως Ναβουχοδονόσωρ, διατί, ἐνῷ τῆς αὐτῆς φιλοσοφίας ἐτύγχανε μετὰ τῶν συσπουδαστῶν του, ἐγένετο σοφώτερος τούτων καὶ ἔλυσε τὰ δυσνόητα ἐνύπνια τοῦ Βασιλέως, ἅτινα ἠγνόουν ἐκεῖνοι; Διατί ἐπηκολούθησεν αὐτῷ ἡ τοσαύτη δόξα; Τοῦτο πάντες ἴσμεν ὅτι τῷ ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς θεοσεβείας του καὶ ἐναρέτου αὐτοῦ πολιτείας.

Ἐπίσης καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, μήπως καὶ οὗτοι φοιτῶντες ἐν τῇ Σχολῇ καὶ συσπουδάζοντες μετὰ ἀσεβῶν δὲν ἤκουον καθ’ ἑκάστην πλεῖσθ’ ὅσα ἀσεβῆ καὶ παράνομα καὶ τὸ χείριστον, ὅτι καὶ οἱ διδάσκαλοι αὐτῶν ἦσαν εἰδωλολάτραι καὶ Ἐπικούρειοι φιλόσοφοι; Πλὴν ἀφορῶντες εἰς τὸ ὠφέλιμον τῆς ἀληθοῦς Χριστιανικῆς φιλοσοφίας καὶ διατηροῦντες ἀπρὶξ τὰς πατρικὰς παραδόσεις ἐγένοντο Οἰκουμενικοὶ Κήρυκες ἐκθειαζόμενοι15 ἤδη παρὰ πάντων.

Ταῦτ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ἀγαπητέ μοι Γεώργιε, καὶ αὐτοὺς κατὰ πάντα μιμούμενος τρέχε τὸν προκείμενον τῆς ἀρετῆς ἀγῶνα. Ἅπας ὁ σκοπός σου νὰ εἶναι πῶς νὰ εὐαρεστήσῃς τὸν Θεὸν καὶ ἀποκτήσῃς διὰ τῆς εὐσυνειδησίας τὴν φιλοθεΐαν καὶ τὰ κατ’ ἀκολουθίαν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα θὰ παρουσιασθῶσι προσεχῶς, ἡμῶν μὴ εἰδότων τὸ πῶς.

Ἥδη ὅσον τὸ δυνατόν, νὰ δεικνύῃς πίστιν στερέμνιον εἰς ὅσα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἐθεσπίσατο, εἴτε διὰ τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων καὶ παραδόσεων, εἴτε διὰ τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, μὴ παραδεχόμενος τὸ παράπαν τὰς καινοφωνίας τῶν νεωτέρων, οἵτινες ἀποχαιρετήσαντες ἀπὸ πολλοῦ τήν τε συνείδησιν καὶ φιλοθεΐαν δογματίζουσι καινά, κατὰ τὴν αὐτῶν ἀρέσκειαν, καὶ ἀντὶ νὰ στηρίξωσι τοὺς πιστοὺς πρὸς τὴν εὐσέβειαν, γίνονται ἀνατροπεῖς τοῦ θείου κηρύγματος καὶ τῆς εὐσεβείας.

Ἐξακολούθει προθύμως τὰς σπουδάς σου ἐναποταμιεύων ἐν ἑαυτῷ πᾶν χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον, τὰ δὲ ἐπείσακτα φρονήματα ἀπόφευγε ὡς ἰὸν θανατηφόρον.

Πρόσεχε δὲ μεγάλως ἀπὸ τὰς διαμάχας καὶ φιλονεικίας τῶν ἀντιφρονούντων, διότι ἴδιον τῶν τοιούτων εἶναι νὰ ἐπιστηρίζωσι τὴν ἡμαρτημένην αὐτῶν δόξαν διὰ γελοίων καὶ σοφιστικῶν ἐπιχειρημάτων. Τούτους, κατὰ τὸν θεοκήρυκα Παῦλον, μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ.

Διὰ να φανῇς δὲ γνήσιος γόνος καὶ ὀπαδὸς τῶν Μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας Διδασκάλων ὀφείλεις νὰ διέρχησαι κατ’ ἰδίαν τά τε Ἱερὰ Συγγράμματα καὶ ἠθικὰς διδασκαλίας αὐτῶν, οὐ μὴν δὲ καὶ τὰς Ἑρμηνείας των, ἅτινα θὰ ἀναζωπυρήσωσι τὸ ὑμέτερον αἴσθημα καὶ θὰ σὲ ἀναγάγωσι εἰς ὑψηλοτέραν σφαῖραν διανοητικῆς ἀναπτύξεως, ἥτις προσγίνεται τῷ πιστῷ καὶ φιλοθέῳ ἀπορρήτως καὶ ὑπὲρ λόγον.



Ὁ Σὸς πνευματικὸς πατὴρ
Δανιὴλ Μοναχὸς Κατουνακιώτης

Ἐν Κατουνακίοις τοῦ Ἁγίου Ὄρους τῇ 23ῃ Φεβρουαρίου 1902.

_________________
* Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν τότε μὲν Ἱεροσπουδαστὴν κ. Γεώργιον Παπαγεωργιάδην, μετέπειτα δὲ Μητροπολίτην Νευροκοπίου.
συνορῶ = ἀντιλαμβάνομαι, κατανοῶ.
ἐρείδομαι = βασίζομαι, στηρίζομαι.
ἅπτομαί τινος = καταγίνομαι, ἀσχολοῦμαι μὲ κάτι.
ᾑρετίσαντο (αἱρετίζομαι) = ἐκλέγω.
ἦραν (αἴρω) = σηκώνω.
ἐπηγγείλατο (ἐπαγγέλομαι) = ὑπόσχομαι.
ἀπεφήνατο (ἀποφαίνομαι) = διακηρύττω, ἐκφράζω τὴν γνώμην μου.
προελόμενος (προαιροῦμαι) = προτιμῶ, ἐκλέγω.
ὑφορῶμαι = ὑποψιάζομαι, ἔχω κατὰ νοῦν.
δοξάριον = ἀσήμαντον ἀξίωμα.
δεδίττομαι = φοβοῦμαι.
ὀκλάζω = λυγίζω.
εὐάριθμος = ὀλιγάριθμος.
ἀποδυσπετῶ = ἀδημονῶ, στενοχωροῦμαι.
ἐκθειάζω = ἐγκωμιάζω ὑπερβολικῶς.
στερέμνιος = στερεός.


[15] Βλ. παραπάνω, σημ. 10.

Ψηφιοποίηση - εισαγωγή - σχολιασμός: impantokratoros.gr
impantokratoros.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου