Ἀποκαλυπτικές ἐμπειρίες Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Μνήμη Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία μακαριστοῦ (†) γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου
Ἐκφωνήθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κομνηνείου Λαρίσης στὶς 8-5-2002
Εἶναι ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι εὐαγγελιστὴς καὶ συγγραφεὺς τοῦ ὁμωνύμου Εὐαγγελίου, εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Θεολογίας, ὡς ὑψιπέτης τὸν νοῦν εἰς τὰ βάθη τῆς Θεότητος. Ἀπεκλήθη ἀπὸ τὸν Χριστὸν «υἱὸς βροντῆς», ὡς ὁρμητικὸς στὴ σκέψη καὶ στὰ αἰσθήματα.
Εἶναι ὁ ἐπιστήθιος μαθητής, ποὺ γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸ ὄνομά του, τὸ λέγει περιφραστικά: «ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς» · ἢ «ὁ μαθητής, ὁ ἐπιπεσὼν ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ».
Εἶναι υἱὸς παμπόθητος, ποὺ ἐδέχθη κατὰ πρόταση τοῦ Κυρίου, νὰ γίνει υἱὸς τῆς Παρθένου, καὶ συνεπῶς, ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου.
Εἶναι Παρθένος, κατ΄απόλυτον ἐκτίμησιν.
Τρεῖς Παρθένους γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία μας: Τὴν Θεοτόκον, τὸν ἅγιον Ἰωάννην τὸν Βαπτιστὴν καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννην τὸν Εὐαγγελιστήν.
Γιὰ ὁποιονδήποτε ἄλλον θὰ μιλούσαμε, ἡ παρθενία του εἶναι σχετική. Γι' αὐτό ὁ Κύριος ἀνέθεσε τὴν Παρθένον Μαρία, τὴν μητέρα Του, εἰς τὸν Παρθένον μαθητήν.
Ἔτσι λοιπόν, ἔχει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πολλὰ τὰ ἐγκώμια. Συνήθως δέ, ὅταν ἀναφερόμεθα στὴ μνήμη κάποιου προσώπου, μιλᾶμε γιὰ τὸ ἔργο του, τὶς δραστηριότητές του, τὸν πλοῦτο τοῦ πνεύματός του.
Θὰ μπορούσαμε ὅμως, αὐτὴν τὴν φορά, νὰ μείνομε στὶς ἐμπειρίες, στὶς ἀποκαλύψεις ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ὁ εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης, καὶ ποὺ κατέγραψε ὁ ἴδιος εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεώς του. Βέβαια, πρᾶγμα ἂν ὄχι ἀδύνατον, ἀλλὰ πολὺ δύσκολο, γιατί οἱ προσωπικὲς ἐμπειρίες, καὶ μάλιστα ἀποκαλυπτικές, εἶναι συνήθως ἀπρόσιτες. Ἐμεῖς, ἁπλῶς, κάτι θὰ ἐπισημάνουμε, καί, ὅ,τι εἶναι δυνατόν, νὰ μπορέσουμε νὰ τὸ αἰσθανθοῦμε.
Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, κατ’ ἀρχαίας παραδόσεις, εἶχε ἐξοριστεῖ στὴν νῆσο Πάτμον· κατὰ τὴν διάρκεια διωγμοῦ ὑπό του Δομετιανοῦ.
Κι ὅπως ὁ ἴδιος ὁ εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει –ἔχομε ἐσωτερικὴ μαρτυρίαν- εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως, εἰς τὸ πρῶτο κεφάλαιον, ποὺ λέγει: «διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Γι' αὐτό ἐξορίσθη εἰς τὴν νῆσον Πάτμον.
Ἡ ἐξορία ἐννοεῖται ὑπὸ τὴν λέξη «θλίψει», δοτική. Νὰ τί γράφει: «Ἐγὼ Ἰωάννης, ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν καὶ συγκοινωνὸς ἐν τῇ θλίψει, ἐγενόμην ἐν τῇ νὴσῳ τῇ καλουμὲνῃ Πὰτμῳ διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Ἔτσι ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἀποκάλυψις, τὸ βιβλίο, δηλαδή, τῆς Ἀποκαλύψεως, «οὐ πρὸ πολλοῦ χρόνου ἑωράθη, ἀλλὰ σχεδὸν ἐπὶ τῆς ἡμετέρας γενεᾶς, πρὸς τῷ τέλει τῆς Δομετιανοῦ ἀρχῆς».
Ἀλλὰ καὶ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς γράφει: «Ἐπειδὴ δὲ τοῦ τυράννου –ἐννοεῖται του Δομετιανοῦ- τελειώσαντος ἀπὸ τῆς Πάτμου τῆς νήσου μετῆλθεν ἐπὶ τὴν Ἒφεσον». Δηλαδή, ὅταν πέθανε ὁ Δομετιανός, ἐπέστρεψε ὁ Ἰωάννης εἰς τὴν Ἔφεσον.
Καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Καισαρείας μᾶς γράφει: «Πάτμον οἰκεῖν τὴν νῆσον καταδικασθεῖς». Ὅτι κατεδικάσθη νὰ κατοικήσει εἰς τὴν νῆσον Πάτμον.
Καὶ ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι συνέβη αὐτὴ ἡ ἐξορία τὸ 14ον ἔτος τῆς βασιλείας του Δομετιανοῦ, δηλαδὴ γύρω στὸ 94 μὲ 95 μ.Χ.
Ἡ ἡμέρα ποὺ ἐδέχθη τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς σημειώνει ὁ ἴδιος ὁ εὐαγγελιστὴς εἰς τὸ πρῶτο κεφάλαιο, ἦταν Κυριακή. Κατὰ τὴν παράδοση, συνέβη σὲ ἕνα σπήλαιον, ποὺ εἶναι μέχρι σήμερα γνωστό. Εἶχα τὴν εὐλογία τὸ σπήλαιο αὐτὸ νὰ τὸ ἐπισκεφθῶ. Ἴσως καὶ κάποιοι ἀπὸ σᾶς νὰ τό ‘χετε ἐπισκεφθεῖ, βάλετέ το στὴ σκέψη σας, κάποια φορά, ἡ Πάτμος ἑλληνικὴ εἶναι, στὸν χῶρο τὸν δικό μας εἶναι, νὰ σᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ ἐπισκεφθεῖτε την Πάτμον καὶ τὸ σπήλαιον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ.
Ἀλλὰ καὶ ἡ συγγραφὴ ἔγινε εἰς τὴν Πάτμον. Κάτω ἀπὸ τὴν νωπὴ ἐντύπωση τῶν βιωμάτων ποὺ ὁ εὐαγγελιστὴς ἔζησε.
Συχνότατα, καθ΄όλον τὸ μῆκος τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ μάλιστα καὶ τοῦτο σημειώνω, συχνὰ νὰ καταφεύγομε εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως ὡς ἀνάγνωσμα, ὡς εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, μάλιστα θὰ λέγαμε πολὺ συχνά, καὶ ἰδιαιτέρως ὅταν αἰσθανόμεθα κάποιαν θλῖψιν, γενικοτέρας σημασίας, νὰ ἀνοίγομε στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ νὰ διαβάζουμε. Καὶ θὰ βρίσκομε πάντοτε πολλὴν πολλὴν τὴν παρηγορίαν.
Γράφει λοιπόν, συχνότατα ὅπως σᾶς εἶπα, καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῆς Ἀποκαλύψεως, τὴν λέξη «εἶδον», δηλαδὴ «εἶδα». Εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, εἶδα. Σὲ κάθε νέα ὀραματικὴ εἰκόνα ἀναφέρεται ὁ εὐαγγελιστὴς σ’ αὐτὸ τὸ «εἶδον». Πολὺ συχνὰ· ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκδιπλούμενες θεῖες ἐμπειρίες. Ὁ ἴδιος ἀναφέρει:
«Ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος λεγούσης· ὃ βλέπεις γράψον –ὅ,τι βλέπεις, σημείωσέ το-. Καὶ ἐκεῖ ἐπέστρεψα βλέπειν τὴν φωνὴν ἥτις ἐλάλει μετ᾿ ἐμοῦ· καὶ ἐπιστρέψας εἶδον –πάλι «εἶδον»- ἑπτὰ λυχνίας χρυσᾶς, καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου · ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν, ὡς χίών, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ -ἕνα μῖγμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου-, ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι -σὰν νὰ εἴχανε θερμανθεῖ στὸ καμίνι- , καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φὼνὴ ὑδάτων πολλῶν, καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ῥὀμφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος φὰίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ».
Φοβερὴ ὀπτασία, ἀγαπητοί μου. Φοβερὴ ὀπτασία, πραγματικὰ· ποὺ θυμίζει λίγο τὴν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, στὴν ὁποία εἶχε βρεθεῖ καὶ ὁ Ἰωάννης, πρὸ τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ αὐτὴ ἦτο ἀσυγκρίτως περισσότερο τρομακτική.
Ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ ἐδῶ εἶναι «ὡς ὁ ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ». Ὅπως ἀκριβῶς, στὴν περιγραφὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ὅτι «ἦταν», λέγει, «ὅπως ὁ ἥλιος». Ἐκεῖ, οἱ μαθηταὶ Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης –στὴ Μεταμόρφωση- εἶδαν τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ στὸ Θαβώρ. Ἐδῶ, γιὰ τὸν Ἰωάννη, εἶναι μία δεύτερη ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία. Ἀσυγκρίτως πιὸ φοβερή, πιὸ βαθιά, πιὸ συγκλονιστική.
Καὶ συνεχίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Καὶ ὅτε εἶδον αὐτόν, ἔπεσα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς νεκρός ἔπεσα στὰ πόδια Του, σὰν νὰ εἶχα πεθάνει)».
Εἴπαμε, φοβερὴ ἐμπειρία. Ὅπως καὶ στὴ Μεταμόρφωση οἱ μαθηταὶ δὲν μποροῦσαν νὰ βλέπουν το φῶς τῆς Μεταμορφώσεως καὶ ἔπεσαν χάμω.
Τὸ ἴδιο εἶχε πάθει καὶ ὁ Ἠσαΐας. Καὶ τὸν ἐσήκωσε ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου. Τὸ ἴδιο εἶχε πάθει καὶ ὁ Δανιήλ. Βλέπετε, ὅλες αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες, οἱ ἀποκαλυπτικὲς ἐμπειρίες συγκλονίζουν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι θέματα τῆς καθημερινότητος. Εἶναι ἔκτακτα πράγματα. Εἶναι ἡ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ κάτι τὸ ὑπερφυσικόν.
Καὶ εἶδεν τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ. «Καὶ ἐν τῷ ἀκοῦσαι με, ἤμην κατανενυγμένος», λέγει ὁ Δανιήλ, «καὶ τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν». Ὅ,τι δηλαδὴ τώρα παθαίνει καὶ ὁ Ἰωάννης.
Συνεχίζει ὁ Ἰωάννης: «Καὶ ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα ἐπ᾿ ἐμὲ λέγων· μὴ φοβοῦ· ἐγὼ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος». «Μὴ φοβᾶσαι»- ὅ,τι συνέβη καὶ στὴν Μεταμόρφωση ποὺ ὁ Κύριος πλησίασε τοὺς τρεῖς μαθητὰς καὶ τοὺς ἄγγιξε: «Μὴ φοβόσαστε».
Ὅ,τι συνέβη στὸν Ἠσαΐα. Ὅ,τι συνέβη στὸν Δανιήλ. Ἐδῶ τώρα στὸν Ἰωάννη γιὰ δεύτερη φορά: «Μὴ φοβᾶσαι. Ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος». Ὅπως ἀλλοῦ θὰ πεῖ: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα».
Ἔτσι, ἀγαπητοί, ὁ Ἰωάννης ζεῖ αὐτὲς τὶς ἀποκαλυπτικὲς ἐμπειρίες· τὶς ὁποῖες καταγράφει· καὶ μᾶς τὶς πληροφορεῖ· καὶ μᾶς κάνει –ὅσο τοῦτο φυσικὰ εἶναι δυνατόν- μετόχους καὶ ἐμᾶς. Σημειώνει ἀκόμη, ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, ὁ Ἰωάννης, ὅτι «ἐγενόμην ἐν πνεύματι». Τί θὰ πεῖ αὐτό;
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς περιῆλθε σὲ κατάσταση ἐκστάσεως· ποὺ εἶναι μία ἀπομόνωσις τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ γνώριμό του ἐξωτερικὸ περιβάλλον, μὲ σκοπὸ νὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν ὑπερφυσικὸν κόσμον.
«Ἔκστασις» σημαίνει ἀλλάζω θέση, ἀλλαγὴ θέσεως. Εἶμαι ἐδῶ καὶ πετιέμαι ἐκεῖ. Ἔκστασις· στάσις καὶ ἐκ· ἔκστασις. Δηλαδὴ βρίσκομαι σὲ μιὰ ἄλλη ὀπτικὴ γωνιά. Εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο φυσικά. Σ’ αὐτὴν διατηρεῖται φυσικά, στὴν ἔκσταση, ἀπόλυτος αὐτοσυνείδησις καὶ διατηρεῖται τὸ πρόσωπον ἀκέραιον –τοῦ ὑφισταμένου τὴν ἔκστασιν- μὲ ὅλα τὰ χαρακτηριστικά του: τὴν μνήμη του, τὴν κρίση τοῦ κ.λπ.
Στὸ δέκατο κεφάλαιον τῆς Ἀποκαλύψεως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀκούει μία φωνὴ ποὺ τοῦ λέει νὰ παραλάβει ἀπὸ τὸ χέρι κάποιου ἀγγέλου ἕνα μικρὸ βιβλίον, «βιβλιαρίδιον». Καὶ τοῦ λέγει ὁ ἄγγελος: «Λάβε καὶ κατάφαγε αὐτό» - «Πάρτο καὶ φάτο»-, «καὶ πικρανεῖ σοῦ τὴν κοιλίαν (θὰ αἰσθανθεῖς δυσάρεστα στὸ πεπτικό σου σύστημα), ἀλλ᾿ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλὺκὺ ὡς μέλι (ὅμως στὸ στόμα σου θὰ εἶναι γλυκὸ σὰν μέλι)».
«Καὶ ἔλαβον τὸ βιβλίον ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ ἀγγέλου καὶ κατέφαγον αὐτό», σημειώνει ὁ ἴδιος, «καὶ ἦν ἐν τῷ στόματί μου ὡς μέλι γλυκὺ· καὶ ὅτε ἔφαγον αὐτό, ἐπικράνθη ἡ κοιλία μου. Καὶ λέγουσί μοὶ· δεῖ σὲ πάλιν προφητεῦσαι ἐπὶ λαοῖς καὶ ἔθνεσι καὶ γλώσσαις καὶ βασιλεῦσι πολλοῖς». «Θὰ σταθεῖς πάλι προφήτης».
Ἐδῶ ἔχουμε μιὰ ἐμπειρία προετοιμασίας γιὰ περαιτέρω προφητικὴ δράση. Σκεφθεῖτε, ἀγαπητοί, αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ἂς κάνουμε μιὰ μεταφορά, ἂν εἶναι δυνατόν, τοῦ ἑαυτοῦ μας στὴ θέση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Ὁ προφήτης βρίσκεται βέβαια κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἐντελῶς προσωπικὲς καὶ ἀμεταβίβαστες. Εἶναι ἀλήθεια αὐτό. Τὸ συναντοῦμε σὲ ὅλους τοὺς προφήτας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ζεῖ συναισθήματα ποικίλα ὁ προφήτης· ὅπως φόβου, ἀπορίας, ἀντιστάσεως στὸ θεῖο θέλημα
–«Σὲ παρακαλῶ, Κύριε», λέει ὁ Ἠσαΐας, «Σὲ παρακαλῶ», λέγει ὁ προφήτης Ἰερεμίας, «στεῖλε κάποιους ἄλλους, κάποιον ἄλλον»- ἕνεκα συναισθήσεως βέβαια μιᾶς ἀδυναμίας. Ὡστόσο εἶναι τὰ αἰσθήματα ἑνὸς προφήτου, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται καὶ παραγγέλλει στὸν προφήτη μιὰ παραγγελία.
Ὡστόσο ὁ προφήτης δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους· στοὺς ὁποίους ἀνθρώπους ἐκφράζει τὸ θεῖον θέλημα.
Πάρετε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, πηγαίνετε σὲ ὅλους τοὺς προφῆτες, καὶ τοὺς τέσσερις μεγάλους καὶ τοὺς δώδεκα μικρούς, ποὺ γίνεται ἐκεῖ μιὰ περιγραφή, καὶ θὰ δεῖτε τὴν δυσκολία τῶν προφητῶν νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ θεῖο μήνυμα· ἐπειδὴ βλέπουν τὴν κατάστασή τους. Σᾶς εἶπα, ἕνας ὁλόκληρος Ἠσαΐας ἀρνεῖται.
Ἡ τελευταία ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελιστοῦ, ἀγαπητοί, εἶναι σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀποκάλυψη, τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ λέγει:
«Καὶ εἶδον οὐρανὸν καῖνὸν καὶ γῆν καινήν». «Εἶδα», λέει, «καινούριο οὐρανὸ καὶ καινούρια γῆ».
Σημειώσατε ὅτι θὰ συμβεῖ αὐτὸς ὁ καινούριος οὐρανὸς καὶ ἡ καινούρια γῆ, ὅπως τὸ σημειώνει καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος σὲ μιά του ἐπιστολή. Ὁ Ἰωάννης τώρα ἐδῶ τὴν βλέπει τὴν καινούρια γῆ καὶ τὸν καινούριο οὐρανό, πρὶν ἀκόμη συμβεῖ. Θὰ δοῦμε κι ἐμεῖς τὸν καινούριο οὐρανὸ καὶ τὴν καινούρια γῆ, ὅταν αὐτὰ θὰ ἔλθουν μετὰ τὴν Κρίσιν καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν κλπ. κλπ.
«Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καῖνὴν –εἶναι ἡ Ἐκκλησία, καινούρια- εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς» - ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Κύριος, μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. «Καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· ἰδοὺ ἡ σκὴνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ᾿ αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι (:δὲν ὑπάρχει πλέον θάνατος), ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον». Πέρασε ἡ πρώτη κατάστασις τοῦ παλαιοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς παλαιᾶς γῆς. «Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρὸνῳ· ἰδοὺ καῖνὰ ποιῶ πάντα(:Να, ὅλα τὰ κάνω καινούρια)». «Καὶ λέγει μοί» - σημειώνει καὶ συνεχίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης- «Καὶ μοῦ εἶπε»:
«Γράψον, ὅτι ὁὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ εἰσι». «Ὅτι αὐτοὶ οἱ λόγοι, ὅ,τι εἶδες, ἄκουσες, σοῦ εἶπα, σοῦ ἀπεκάλυψα, ὅλα εἶναι ἀξιόπιστα καὶ ἀληθινά». Γιὰ φανταστεῖτε, ἀλήθεια, ἀγαπητοί, ὅλα ἀξιόπιστα καὶ ἀληθινά. Γι'αυτό ὅταν παίρνομε τὴν Ἁγία Γραφὴ στὰ χέρια μας, πάντα θὰ ἔχομε αὐτὴν τὴν αἴσθηση, ὅτι ὅλα εἶναι ἀξιόπιστα καὶ ἀληθινά.
Ἀγαπητοί, οἱ ἀποκαλυπτικὲς ἐμπειρίες τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, εἶναι γιὰ μᾶς ἕνας πλοῦτος, ἕνας θησαυρὸς· ποὺ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει διαμέσου ἐκλεκτῶν Του ἀνθρώπων πρὸς ἡμᾶς. Γιὰ νὰ γνωρίζουμε τὴν πορεία τῆς ἱστορίας καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν λαό Του.
Τὸν θησαυρὸν αὐτὸν ἀκόμη δὲν τὸν δοκιμάσαμε. Εἶναι σὰν νά ‘ρθουν νὰ μᾶς βάλουν στὰ χέρια ἕνα βιβλιάριο τραπέζης καὶ νὰ μᾶς ποῦν ὅτι «στὸ ὄνομά σου ὑπάρχει ἕνα ὑπέρογκον ποσὸν χρημάτων, στὴν τράπεζα». Εἶμαι κάτοχος. Ἀκόμη δὲν περιῆλθε στὰ χέρια μου.
Ἔτσι εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή. Εἴμεθα ὅλοι μας, ὅλοι μας κάτοχοι αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ, μόνο ποὺ ἀκόμα δὲν τὸν αἰσθητοποιήσαμε. Θά ‘ρθει ἡ μέρα ποὺ θὰ δοῦμε τὸν καινούριο οὐρανὸ καὶ τὴν καινούρια γῆ καὶ τὴν Ἐκκλησία ὡς Νύμφη νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό-δηλαδὴ οἱ ἅγιοι μετὰ τοῦ Κυρίου.
Καὶ ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Θὰ κατέβει πρῶτα» λέει, ὁ Κύριος καὶ θὰ πάρει τοὺς δικούς Του ἀπὸ τὴ γῆ. Θὰ ἔρθει Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ, ὄχι ἐμεῖς Ἐκεῖνον, Ἐκεῖνος ἐμᾶς· καὶ θὰ μᾶς πάρει εἰς τὸν οὐρανόν».
Εἶναι καταπληκτικὰ πράγματα ὅλα αὐτά, εἶναι ἐμπειρίες φοβερὲς· οἱ ὁποῖες, ἐμπειρίες, ζωντανεύουν μέσα μας. Ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν φαντασία μας, ἂν εἴμεθα εὐφάνταστοι ἄνθρωποι –βέβαια καὶ ἡ φαντασία χρησιμοποιεῖται- ἀλλὰ προπαντὸς μὲ βαθιὰ αἰσθήματα στὴν πιστότητα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ὅταν κανεὶς ἔχει αὐτό, ἔχει τὰ πάντα. Εἶναι ὅπως λέμε: «Τί εἶναι ἡ ἐλπίδα; Εἶναι ἡ χαρὰ πρὶν ἀπὸ τὴν χαρά». Ὅταν σὲ ἕνα μικρὸ παιδί, τοῦ πεῖτε θὰ τοῦ φέρετε καραμέλες τὸ μεσημέρι, τὸ παιδὶ χαίρεται, προκαταβολικὰ χαίρεται. Ἀκόμα δὲν εἶδε τὶς καραμέλες.
Ἔτσι καὶ ἐδῶ ὁ πιστὸς ἔχει μεγαλωμένη, αὐξημένη τὴν ἐλπίδα ὅτι ὅλα αὐτὰ ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἔχει χαρά. Καὶ ὅπως λέει ὁ Παῦλος: «Τῇ ἐλπίδι χαίροντες». «Τῇ ἐλπίδι χαίροντες». Εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖα πράγματα αὐτά.
Καὶ ὡς πρὸς τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, ποὺ σήμερα τιμοῦμε τὴν μνήμη του, ἂς τὸν εὐχαριστήσουμε ποὺ ἡ ἁγιότητά του ἔγινε τὸ μέσον νὰ γνωρίσομε τὶς ἀπόκρυφες βουλὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἀμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
καὶ μὲ ἀπροσμέτρητη εὐγνωμοσύνη στὸν πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστὸ γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο,
ψηφιοποίηση καὶ ἐπιμέλεια τῆς ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας:
Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
Ἐπιμέλεια πολυτονισμοῦ: Ἄκτιστον
καὶ μὲ ἀπροσμέτρητη εὐγνωμοσύνη στὸν πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστὸ γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο,
ψηφιοποίηση καὶ ἐπιμέλεια τῆς ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας:
Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
Ἐπιμέλεια πολυτονισμοῦ: Ἄκτιστον
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/mnhmh_agivn/mnhmh_agivn_050.mp3
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου