Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Ἡ ἑρμηνεία τῆς Παλαιάς Διαθήκης. (39,1-6α), (39,6β-20), (39,21-23), (40,1-23), (41,1-36), (41,37-49), (41,50-57). Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Τό πρῶτο διάστημα τοῦ Ἰωσήφ στήν Αἴγυπτο (39,1-6α), Ἡ ἁγνότητα τοῦ Ἰωσήφ (39,6β-20), Ὁ Ἰωσήφ στήν φυλακή (39,21-23), Ὁ Ἰωσήφ ἐξηγεῖ τά ὄνειρα τῶν δύο αὐλικῶν τοῦ Φαραώ (40,1-23), Τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ (41,1-36), Ἡ ἀνύψωση τοῦ Ἰωσήφ (41,37-49), Οἱ υἱοί τοῦ Ἰωσήφ (41,50-57)

Τό πρῶτο διάστημα τοῦ Ἰωσήφ στήν Αἴγυπτο (39,1-6α)
(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Στήν Αἴγυπτο τόν Ἰωσήφ τόν ἀγόρασε ἕνας ἀξιωματοῦχος τοῦ Φαραώ, ὁ Πετεφρής (στίχ. 1). Ὁ Ἰωσήφ ὡς δοῦλος τοῦ Πετεφρῆ ἦταν, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τόσο ἐπιτυχημένος καί ἔφερε τόση εὐλογία στό σπίτι του Αἰγυπτίου, ὥστε αὐτός εἶχε παραδώσει στόν ὄμορφο νεαρό Ἑβραῖο ὅλη τήν διοίκηση τοῦ οἴκου του καί ἀπελάμβανε ἀμέριμνος τά ἀγαθά του (στίχ. 2-6).

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

39,1Ὁ Ἰωσήφ κατέβηκε στήν Αἴγυπτο καί ὁ Πετεφρῆς, ὁ εὐνοῦχος τοῦ Φαραώ, ὁ ἀρχιμάγειρος,α ἄνθρωπος Αἰγύπτιος, τόν ἀγόρασε ἀπό τούς Ἰσμαηλῖτες, οἱ ὁποῖοι τόν ἔφεραν ἐκεῖ. 2Ὁ δέ Κύριος ἦταν μέ τόν Ἰωσήφ, γι’ αὐτό αὐτός ἦταν ἄνθρωπος ἐπιτυχημένος (σέ ὅ,τι ἔκανε)· καί ζοῦσε στόν οἶκο τοῦ κυρίου του τοῦ Αἰγυπτίου.
3Ὁ κύριός του κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος ἦταν μαζί του καί ὁ Κύριος ἔκανε νά εὐοδώνεται κάθε τι πού αὐτός ἀνελάμβανε. 4Ἔτσι ὁ Ἰωσήφ βρῆκε χάρη ἀπό τόν κύριό του καί ἦταν εὐχάριστος σ’ αὐτόν·β καί τόν διόρισε ἐπιστάτη τοῦ οἴκου του καί τόν κατέστησε ὑπεύθυνο ὁλόκληρης τῆς περιουσίας του. 5Ἀπό τότε δέ πού τόν διόρισε ἐπιστάτη τοῦ οἴκου του καί ὁλόκληρης τῆς περιουσίας του ὁ Κύριος εὐλόγησε τόν οἶκο τοῦ Αἰγυπτίου χάριν τοῦ Ἰωσήφ· καί ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου ἦταν σέ ὅλα ὅσα ἀνῆκαν σ’ αὐτόν, στόν οἶκο του καί τούς ἀγρούς του.
6αΠαρέδωσε, λοιπόν, ὅλα ὅσα εἶχε στήν ἐξουσία τοῦ Ἰωσήφ καί δέν ἐνδιαφερόταν γιά τίποτα, ἐκτός ἀπό τήν τροφή πού ἔτρωγε.

α. Κατά τό Ἑβρ.: «Ὁ ἄρχοντας τῶν σωματοφυλάκων».
β. Κατά τό Ἑβρ.: «Καί ὑπηρετοῦσε αὐτόν».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

39,1-23: Ἐπιτυχία, πειρασμός καί φυλάκιση τοῦ Ἰωσήφ. Αὐτή ἡ διήγηση συνεχίζει τό κεφ. 37 μέσα στήν γραμμή τῆς Γιαχβικῆς παραδόσεως καί ἀκολουθεῖ τήν παράδοση περί τῶν Ἰσμαηλιτῶν. Τό κεφ. 40, Ἐλωχιμικό, διηγεῖται τήν ἱστορία μέ ἕναν τρόπο διαφορετικό. Αὐτές τίς δύο παραδόσεις ἔχουν ἑνώσει οἱ ἐπεξεργασίες τοῦ Συντάκτου. 39,1-6α. Ἐδῶ ἔχουμε τήν μνεία τοῦ Ποτιφάρ, ἀρχηγοῦ τῶν σωματοφυλάκων, στόν στίχ. 1, βλ. 37,36. 40,3. 39,2. Ἐγένετο ἐν τῷ οἴκῳ... Δέν ὁρίζεται ἐργάτης στά χωράφια. 39,5. Βλ. 30,27-30. 39,6. Πλήν τοῦ ἄρτου... Γιά τυπικούς λόγους ὁ Πετεφρῆς ἔλαβε ὁ ἴδιος φροντίδα γιά τήν διατροφή του, βλ. 43,31. 


Ἡ ἁγνότητα τοῦ Ἰωσήφ (39,6β-20)

(Προλογικό  σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ ἐθέλχθη ἀπό τήν ὡραιότητα τοῦ Ἰωσήφ καί θέλησε νά κοιμηθεῖ μαζί του (στίχ. 6β-7), ἀλλά ὁ Ἰωσήφ δέν ἤθελε νά προδώσει τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ κυρίου του, οὔτε νά ἁμαρτήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ἀντιστεκόταν (στίχ. 8-10). Μία ἡμέρα ὅμως ἡ γυναίκα τράβηξε τόν Ἰωσήφ ἀπό τά ροῦχα καί αὐτός γιά νά τήν ἀποφύγει, τά ἄφησε στά χέρια της καί βγῆκε ἔξω (στίχ. 11-12). Τότε ἡ κυρία του τόν κατηγόρησε ὅτι ἤθελε νά τήν βιάσει (στίχ. 13-18) καί ὁ Πετεφρῆς ὀργισμένος τόν ἔρριξε στήν φυλακή (στίχ. 19-20).

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

39,6βἮταν δέ ὁ Ἰωσήφ εὐειδής καί πολύ ὡραῖος στήν ὄψη. 7Ὕστερα ἀπό αὐτά ἡ γυναίκα τοῦ κυρίου του ἔρριξε τά μάτια της ἐπάνω στόν Ἰωσήφ (μέ σαρκική διάθεση) καί τοῦ εἶπε: «Κοιμήσου μαζί μου». 8Ἀλλ’ αὐτός δέν ἤθελε καί εἶπε στήν γυναίκα τοῦ κυρίου του: «Ἀφοῦ ὁ κύριός μου, ἐπειδή ἔχει ἐμένα, δέν ἀσχολεῖται μέ τίποτα πού εἶναι στόν οἶκο του καί ἔχει παραδώσει στήν ἐξουσία μου ὁλόκληρη τήν περιουσία του, 9καί στόν οἶκο αὐτόν δέν ὑπάρχει κανένας μεγαλύτερός μου, καί δέν κράτησε μακρυά ἀπό τήν δικαιοδοσία μου τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό σένα, διότι εἶσαι σύζυγός του, πῶς, λοιπόν, νά κάνω αὐτό τό μεγάλο κακό καί νά ἁμαρτήσω μπροστά στόν Θεό μου;». 10Παρά δέ τό ὅτι αὐτή μιλοῦσε στόν Ἰωσήφ κάθε μέρα, αὐτός δέν ὑπάκουσε στίς παρακλήσεις της νά κοιμηθεῖ μαζί της, γιά νά ἔλθει σέ σαρκική ἕνωση μ’ αὐτή.
11Μία ἡμέρα ὅμως, ὅταν ὁ Ἰωσήφ μπῆκε στήν οἰκία, γιά νά κάνει τήν ἐργασία του, καί δέν ἦταν κανένας μέσα στήν οἰκία, 12ἐκείνη τόν κράτησε ἀπό τό ἔνδυμά του καί τοῦ εἶπε: «Ἔλα νά κοιμηθεῖς μαζί μου». Ἀλλ’ αὐτός ἀφοῦ ἄφησε τό ἔνδυμά του στά χέρια της ἔφυγε καί βγῆκε ἔξω. 13Ὅταν δέ αὐτή εἶδε ὅτι αὐτός ἄφησε τό ἔνδυμά του στά χέρια της καί ἔφυγε ἔξω, 14φώναξε αὐτούς πού ἦταν στήν οἰκία καί τούς εἶπε: «Κοιτάξτε! Μᾶς ἔφερε αὐτόν τόν Ἑβραῖο δοῦλο, γιά νά μᾶς ἀτιμάσει! Μπῆκε στό δωμάτιό μου καί μοῦ εἶπε, “Κοιμήσου μαζί μου”. Ἀλλά ἐγώ φώναξα μέ μεγάλη φωνή. 15Μόλις ὅμως αὐτός μέ ἄκουσε νά ὑψώνω τήν φωνή μου καί νά κραυγάζω, ἄφησε τό ἔνδυμά του στά χέρια μου καί ἔφυγε ἔξω».
16Καί φύλαξε τό ἔνδυμα κοντά της, μέχρις ὅτου ἦλθε ὁ κύριος στήν οἰκία του· 17τοῦ εἶπε δέ τά ἑξῆς: «Ὁ Ἑβραῖος δοῦλος, πού μᾶς ἔφερες, μπῆκε στό δωμάτιό μου γιά νά μέ ἀτιμάσει· “θά κοιμηθῶ μαζί σου”, μοῦ εἶπε. 18Ἀμέσως ὅμως ὅταν ἄκουσε ὅτι ὕψωσα τήν φωνή μου καί κραύγασα, ἄφησε τό ἔνδυμά του στά χέρια μου καί ἔφυγε ἔξω». 19Ὅταν ὁ κύριος τοῦ Ἰωσήφ ἄκουσε ὅσα τοῦ εἶπε ἡ σύζυγός του, ἡ ὁποία εἶπε σ’ αὐτόν «ἔτσι μοῦ ἔκανε ὁ δοῦλος σου», ὀργίστηκε. 20Τότε ὁ κύριος τοῦ Ἰωσήφ τόν ἔρριξε στό ὀχύρωμα, στόν τόπο ὅπου ἦταν ἔγκλειστοι οἱ δέσμιοι τοῦ βασιλέα.γ

γ. Τό Ἑβρ. προσθέτει: «Καί ἔμενε ἐκεῖ στήν ὀχυρά φυλακή».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

39,7 ἑξ. Τό ἐπεισόδιο ὑπενθυμίζει τόν αἰγυπτιακό «Μῦθο περί τῶν Δύο Ἀδελφῶν», ὁ ὁποῖος λέγει γιά κάποιον πού ἀπέρριψε τίς προκλητικές προτάσεις τῆς γυναίκας τοῦ ἀδελφοῦ του, ἡ ὁποία ὅμως ἔπειτα τοῦ ἀπηύθυνε ψευδεῖς κατηγορίες γιά τίς ὁποῖες παρ᾽ ὀλίγον θά ἐθανατώνετο ἀπό τόν ἀδελφό του. – Ὁ Ἰωσήφ μᾶς παρουσιάζεται σάν ἕνα πρότυπο ἁγνότητος. Τά κεφ. Παροιμ. 5-7 προτρέπουν τούς νέους νά προσέχουν ἀπό τίς προκλητικές γυναῖκες.

Ὁ Ἰωσήφ στήν φυλακή (39,21-23)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ὁ Θεός προστάτευε τόν Ἰωσήφ καί τόν ἔκανε νά ἐπιτυγχάνει σέ ὅλα καί ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας τῆς φυλακῆς τοῦ βασιλέως εἶδε μέ καλό μάτι τόν κρατούμενό του (στίχ. 21) καί ἔδωσε σ᾽ αὐτόν τήν διοίκηση τοῦ δεσμωτηρίου (στίχ. 22-23).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

39,21Ὁ Κύριος ὅμως ἦταν μέ τόν Ἰω­σήφ καί ἔστελνε πλούσιο σ’ αὐτόν τό ἔλεός Του καί τόν ἔκανε συμπαθῆ στόν ἀρχιδεσμοφύλακα. 22Ἔτσι ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας ἐμπιστεύθηκε τό δεσμωτήριο στά χέρια τοῦ Ἰωσήφ καί ὅλους τούς φυλακισμένους, ὅσοι εὑρίσκοντο σ’ αὐτό· καί παρακολουθοῦσε ὅλα ὅσα ἐγίνοντο ἐκεῖ. 23Χάρη σ’ αὐτόν ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας δέν ἀσκοῦσε ἔλεγχο σέ τίποτα ἀπό τό δεσμωτήριο· ὅλα ἦταν στά χέρια τοῦ Ἰωσήφ, ἐπειδή ὁ Κύριος ἦταν μαζί του καί ὁ Κύριος ἔκανε νά εὐοδώνονται ὅσα ἔκανε αὐτός.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

39,21. Εἶναι ἐντυπωσιακό τό πῶς ὁ Ἰωσήφ, δοῦλος αὐτός, δέν θανατώθηκε γιά τήν ὑποτιθέμενη μοιχεία. Αὐτό ἐξηγεῖται ἀπό τό ὅτι «ἦν Κύριος μετά Ἰωσήφ» (στίχ. 2) σέ ὅλα τά δεινά του.

Ὁ Ἰωσήφ ἐξηγεῖ τά ὄνειρα τῶν δύο αὐλικῶν
τοῦ Φαραώ (40,1-23)

(Προλογικό  σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ὁ ἀρχιοινοχόος καί ὁ ἀρχισιτοποιός τοῦ Φαραώ ἐγκλείστηκαν καί αὐτοί γιά κάποιο παράπτωμά τους στήν φυλακή μαζί μέ τόν Ἰωσήφ (στίχ. 1-4). Μία νύχτα εἶδαν καί οἱ δύο ἕνα ὄνειρο, διαφορετικό ὁ καθένας (στίχ. 5). Ὁ Ἰωσήφ, βλέποντάς τους ταραγμένους, ρώτησε γιά νά μάθει τήν αἰτία καί αὐτοί τοῦ διηγήθηκαν τά ὄνειρά τους (στίχ. 6-11.16-17). Τότε αὐτός τά ἑρμήνευσε σωστά, προλέγοντας στόν ἀρχιοινοχόο ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά ἀπελευθερωθεῖ (στίχ. 12-13) καί στόν ἀρχισιτοποιό ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά ἐκτελεστεῖ (στίχ. 18-19), ὅπως καί πράγματι συνέβη (στίχ. 20-22). Μάλιστα ζήτησε ἀπό τόν ἀρχιοινοχόο νά παρακαλέσει στόν Φαραώ γι᾽ αὐτόν, γιατί μπῆκε στήν φυλακή ἄδικα (στίχ. 14-15), ἀλλά ὁ ἀρχιοινοχόος, ὅταν ἐλευθερώθηκε, λησμόνησε τόν Ἰωσήφ (στίχ. 23).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

40,1Ὕστερα ἀπ’ αὐτά ὁ ἀρχιοινοχόος καί ὁ ἀρχισιτοποιός τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου ἔσφαλαν στόν κύριό τους, τόν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου 2καί ὀργίστηκε ὁ Φαραώ ἐναντίον τῶν δύο εὐνούχων του, τοῦ ἀρχιοινοχόου καί τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ. 3Ἔβαλε, λοιπόν, αὐτούς σέ φρούρηση στό δεσμωτήριο,α ὅπου βρισκόταν ἔγκλειστος ὁ Ἰωσήφ. 4Ὁ ἀρχιδεσμώτης ἐμπιστεύθηκε αὐτούς στόν Ἰωσήφ· καί ὁ Ἰωσήφ φρόντιζε γι’ αὐτούς. Παρέμειναν δέ (αὐτοί) πολλές ἡμέρες στήν φυλακή.
5Καί οἱ δυό (ὁ ἀρχιοινοχόος καί ὁ ἀρχισιτοποιός) εἶδαν ὄνειρο τήν ἴδια νύχτα· τό ὄνειρο δέ τοῦ ἀρχιοινοχόου καί τό ὄνειρο τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ, πού ὑπηρετοῦσαν στόν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου, πού (τώρα) ἦταν φυλακισμένοι, ἦταν τό ἀκόλουθο.β 6Ὅταν ὁ Ἰωσήφ τό πρωί ἦρθε σ’ αὐτούς, εἶδε ὅτι ἦταν ταραγμένοι. 7Τότε ρώτησε τούς εὐνούχους τοῦ Φαραώ, πού ἦταν μαζί του στήν φυλακή στόν κύριό του, καί εἶπε: «Γιατί σήμερα τά πρόσωπά σας εἶναι σκυθρωπά;». 8Καί αὐτοί ἀπάντησαν: «Εἴδαμε ὄνειρο καί δέν ὑπάρχει κανείς νά τό ἐξηγήσει». Τότε ὁ Ἰωσήφ εἶπε σ’ αὐτούς: «Δέν ἀνήκει στόν Θεό ἡ ἐξήγηση αὐτῶν; Πέστε μου, λοιπόν».
9Ἔτσι διηγήθηκε ὁ ἀρχιοινοχόος τό ὄνειρό του στόν Ἰωσήφ: «Ἔβλεπα στόν ὕπνο μου», εἶπε, «ὅτι μπροστά μου ἦταν μιά κληματαριά. 10Εἶχε δέ ἡ κληματαριά τρεῖς κλάδους. Μόλις δέ βλάστησε αὐτή ἄνοιξαν τά ἄνθη της καί τά τσαμπιά ἦταν γεμάτα ὥριμα σταφύλια·11τό δέ ποτήρι τοῦ Φαραώ ἦταν στό χέρι μου· καί ἔλαβα τά σταφύλια καί ἀφοῦ τά ἔστιψα στό ποτήρι, ἔδωσα τό ποτήρι στά χέρια τοῦ Φαραώ». 12Τότε εἶπε ὁ Ἰωσήφ σ’ αὐτόν: «Αὐτή εἶναι ἡ ἐξήγησή του· οἱ τρεῖς κλάδοι σημαίνουν τρεῖς ἡμέρες·13σέ τρεῖς ἡμέρες ὁ Φαραώ θά θυμηθεῖ τό ἀξίωμά σουγ καί θά σέ ἀποκαταστήσει σ’ αὐτό· καί θά δώσεις τό ποτήρι τοῦ Φαραώ στό χέρι του, ὅπως ἔκανες, ὅταν ἤσουν ἀρχιοινοχόος του. 14Θυμήσου με ὅμως, ὅταν θά σοῦ συμβεῖ αὐτό τό καλό· δεῖξε μου καλωσύνη καί μίλησε γιά μένα στόν Φαραώ καί βγάλε με ἀπό τήν φυλακή αὐτή.δ 15Γιατί, πραγματικά, μέ ἀπήγαγαν ἀπό τήν γῆ τῶν Ἑβραίων καί ἐδῶ πάλι δέν ἔκανα τίποτα (τό κακό) καί ὅμως μέ ἔβαλαν σ’ αὐτό τόν λάκκο».
16Τότε ὁ ἀρχισιτοποιός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἦταν καλή, εἶπε στόν Ἰωσήφ: «Καί ἐγώ εἶδα στό ὄνειρό μου ὅτι μετέφερα στό κεφάλι μου τρία κάνιστρα μέ ψωμί ἀπό χονδροαλεσμένο ἀλεύρι.ε 17Στό ἐπάνω κάνιστρο ἦταν ἀπό ὅλα τά εἴδη, ἀπό ἐκεῖνα πού τρώει ὁ Φαραώ φτιαγμένα μέ τήν τέχνη τοῦ ἀρτοποιοῦ· καί τά πουλιά ἔτρωγαν αὐτά ἀπό τό πανέρι πού εἶχα στό κεφάλι μου». 18Τότε ὁ Ἰωσήφ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε: «Αὐτή εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου· Τά τρία πανέρια εἶναι τρεῖς ἡμέρες. 19Σέ τρεῖς ἡμέρες θα σέ ἀποκεφαλίσει ὁ Φαραώζ καί θά σέ κρεμάσει σ’ ἕνα ξύλο καί τά ὄρνια θά φᾶνε τίς σάρκες σου».
20Τήν τρίτη ἡμέρα, πού ἦταν τά γενέθλια τοῦ Φαραώ, ἔκανε (ὁ Φαραώ) συμπόσιο σ’ ὅλους τούς δούλους του. Τότε μεταξύ τῶν δούλων του θυμήθηκε τό ἀξίωμα τοῦ οἰνοχόου καί τοῦ σιτοποιοῦ. 21Καί τόν μέν ἀρχιοινοχόο ἀποκατέστησε στό ἀξίωμά του καί ἔδωσε, λοιπόν, τό ποτήρι στά χέρια τοῦ Φαραώ, 22τόν δέ ἀρχισιτοποιό κρέμασε, ὅπως τούς ἐξήγησε ὁ Ἰωσήφ. 23Ὁ ἀρχιοινοχόος ὅμως δέν θυμήθηκε τόν Ἰωσήφ, ἀλλά τόν λησμόνησε.


α. Τό Ἑβρ. λέει: «Στόν οἶκο τοῦ ἄρχοντα τῶν σωματοφυλάκων, στήν ὀχυρά φυλακή».
β. Τό Ἑβρ. στόν στίχ. 5 λέει: «Καί ὁ οἰνοχόος καί ὁ ἀρτοποιός τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι (ἦταν) φυλακισμένοι στήν ὀχυρά φυλακή, εἶδαν καί οἱ δύο ὄνειρο, καθένας τό ὄνειρό του κατά τήν ἴδια νύκτα, καθένας κατά τήν ἐξήγηση τοῦ ὀνείρου του».
γ. «Θά ὑψώσει τήν κεφαλή σου», λέει τό Ἑβρ. Ὁμοίως καί στόν στίχ. 20.
δ. «Ἀπό τόν οἶκο αὐτό», λέει ἀκριβέστερα τό Ἑβρ.
ε. Κατά τό Ἑβρ.: «Καί ἐγώ (εἶδα) στό ὄνειρό μου καί ἰδού τρία κάνιστρα λευκά ἐπί τῆς κεφαλῆς μου».
ζ. «Θά ὑψώσει τήν κεφαλή σου ἀπό σένα», ἔχει τό Ἑβρ.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

40,1-23: Ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἑρμηνευτής τῶν ὀνείρων. Ἐλωχιμική διήγηση, ἐκτός ἀπό κάποιες ἐπεξεργασίες. 40,5. Ἀφοῦ κατά τήν παλαιά πίστη τά ὄνειρα ἦσαν τό μέσον θείας ἐπικοινωνίας (βλ. Α´ Βασ. 28,6), ὁ σοφός ἑρμηνευτής τῶν ὀνείρων  μπορεῖ νά διακρίνει τήν πορεία τοῦ μέλλοντος (37,5-10. Δαν. 2,26-28). 40,6-8. Ἐπαγγελματικοί ἑρμηνευτές τῶν ὀνείρων δέν χρειάζονται (41,16), γιατί «διά τοῦ Θεοῦ ἡ διασάφησις αὐτῶν», ὁ Ὁποῖος γνωρίζει καί κατευθύνει τά γεγονότα τοῦ μέλλοντος. 40,8. Οἱ Αἰγύπτιοι ἔδιναν στά ὄνειρα τήν ἀξία τῆς προφητείας. 40,15. Κλοπῇ ἐκλάπην. Βλ. 37,28. 40,19. Ἡ ἔκφραση «Θά ὑψώσει τήν κεφαλή σου ἀπό σένα», ὅπως λέγει τό Ἑβρ., ἔχει γενικῶς μία σημασία εὐνοϊκή (βλ. στίχ. 13 καί Δ´ Βασ. 25,27. Ἰερ. 52,31). Ἀλλά ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα τραγικό λογοπαίγνιο: Τό κεφάλι τοῦ ἀρχιοινοχόου θά ὑψωθεῖ, θά τοῦ δοθεῖ χάρη (στίχ. 13)· τό κεφάλι τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ θά «ὑψωθεῖ» ἐπίσης, θά κοπεῖ. Ἕνα σχόλιο προσθέτει «πάνω ἀπό σένα».


Τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ (41,1-36)

(Προλογικό  σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Μία νύχτα μετά ἀπό δύο χρόνια (στίχ. 1) ὁ Φαραώ εἶδε δύο ὄνειρα πού τόν τάραξαν: Ἀπό τόν Νεῖλο ἀνέβαιναν ἑπτά ἐκλεκτές ἀγελάδες, ἀλλά στήν συνέχεια ἀνέβαιναν ἑπτά ἰσχνές ἀγελάδες, οἱ ὁποῖες κατέτρωγαν τίς πρῶτες (στίχ. 2-4)· καί ὁμοίως ἐφύοντο ἑπτά ἐκλεκτά στάχυα, ἀλλά μετά ἀπό αὐτό ἄλλα ἑπτά ἀδύνατα καί καψαλιασμένα κατέτρωγαν τά πρῶτα (στίχ. 5-7). Κανείς ἀπό τούς σοφούς τῆς Αἰγύπτου δέν μποροῦσε νά ἑρμηνεύσει τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ (στίχ. 8), ἀλλά τότε ὁ ἀρχιοινοχόος θυμήθηκε τόν Ἰωσήφ καί μίλησε στόν Φαραώ γι᾽ αὐτόν (στίχ. 9-13). Ὁ Φαραώ κάλεσε ἐσπευσμένα τόν φυλακισμένο Ἑβραῖο καί τοῦ διηγήθηκε τά ὄνειρά του (στίχ. 14-24). Ὁ Ἰωσήφ, ἑρμηνεύοντας τά ὄνειρα, εἶπε στόν Φαραώ ὅτι πρόκειται νά ἔλθουν ἑπτά ἔτη εὐημερίας, ἀλλά θά ἀκολουθήσουν ἑπτά ἔτη μεγάλης πείνας καί γι᾽ αὐτό θά πρέπει νά συγκεντρώσουν τρόφιμα, γιά νά τραφεῖ ὁ λαός κατά τά ἔτη τοῦ λιμοῦ (στίχ. 25-36).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

41,1Ὕστερα ἀπό δυό χρόνια ὁ Φαραώ ὀνειρεύτηκε ὅτι στεκόταν κοντά στόν ποταμό (Νεῖλο). 2Καί εἶδε σάν νά ἀνέβαιναν ἀπό τόν ποταμό ἑπτά ἀγελάδες ὡραῖες καί παχειές πού ἔβοσκαν στό Ἄχι.α 3Ὕστερα δέ ἀπό αὐτές ἀνέβαιναν ἀπό τόν ποταμό ἄλλες ἑπτά ἀγελάδες ἄσχημες καί ἰσχνές, πού ἔβοσκαν κοντά στίς ἄλλες ἀγελάδες στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ. 4Τότε οἱ ἄσχημες καί ἰσχνές ἀγελάδες κατέφαγαν τίς ἑπτά ὡραῖες καί παχειές ἀγελάδες. Καί ξύπνησε τότε ἀκριβῶς ὁ Φαραώ.
5Ὅταν ξανακοιμήθηκε εἶδε δεύτερο ὄνειρο. Εἶδε νά ἀνεβαίνουν ἀπό μιά μόνη ρίζα ἑπτά στάχια παχιά καί ὡραῖα. 6Ὕστερα δέ ἀπ’ αὐτά εἶδε νά βλαστάνουν ἑπτά στάχια λεπτά καί καψαλιασμένα ἀπό τόν (καυτό) ἄνεμο. 7Τότε τά λεπτά καί καψαλιασμένα ἀπό τόν ἄνεμο στάχια κατέφαγαν τά παχιά καί ὡραῖα στάχια. Ξύπνησε τότε ὁ Φαραώ καί κατάλαβε ὅτι ὀνειρευόταν.
8Τό πρωί ἡ ψυχή του ἦταν ταραγμένη· καί ἔστειλε νά καλέσουν ὅλους τούς ἐξηγητέςβ καί τούς σοφούς τῆς Αἰγύπτου. Διηγήθηκε δέ ὁ Φαραώ σ’ αὐτούς τό ὄνειρό του, ἀλλά κανένας δέν μποροῦσε νά τό ἑρμηνεύσει στόν Φαραώ. 9Τότε ὁ ἀρχιοινοχόος εἶπε στόν Φαραώ: «Σήμερα θυμᾶμαι τήν ἁμαρτία μου: 10Εἶχες ἐξοργιστεῖ, ὦ Φαραώ, μέ τούς ὑπηρέτες σου καί μέ ἔβαλες στήν φυλακή στόν οἶκο τοῦ ἀρχιμαγείρου,γ ἐμένα καί τόν ἀρχισιτοποιό. 11Τήν ἴδια νύχτα εἴδαμε ὄνειρο ἐγώ καί ἐκεῖνος· καθένας δέ ἀπό ’μᾶς εἶδε ὄνειρο μέ διαφορετική γι’ αὐτόν σημασία. 12Ἦταν δέ μαζί μας κάποιος νεαρός Ἑβραῖος, δοῦλος τοῦ ἀρχιμαγείρου. Καί ὅταν τοῦ διηγηθήκαμε τά ὄνειρα μᾶς τά ἐξήγησε.δ 13Καί ὅπως μᾶς τά ἐξήγησε ἔτσι καί συνέβηκε· ἐγώ μέν νά ἀποκατασταθῶ στό ἀξίωμά μου, ἐκεῖνος δέ νά κρεμαστεῖ».
14Τότε ὁ Φαραώ ἔστειλε καί κάλεσε τόν Ἰωσήφ καί τόν ἔβγαλανε ἀπό τήν φυλακή· τόν ξύρισαν, τοῦ ἄλλαξαν τά ροῦχα του καί παρουσιάστηκε μπροστά στόν Φαραώ. 15Καί εἶπε ὁ Φαραώ στόν Ἰωσήφ: «Εἶδα ὄνειρο καί δέν ὑπάρχει κανένας νά τό ἐξηγήσει. Ἄκουσα ὅμως νά λένε γιά σένα ὅτι, ὅταν ἀκοῦς τά ὄνειρα, τά ἐξηγεῖς». 16Τότε ὁ Ἰωσήφ ἀπάντησε στόν Φαραώ: «Χωρίς τόν Θεό δέν μπορῶ νά ἐξηγήσω τό σωτήριο μήνυμα πού δόθηκε στόν Φαραώ».
17Τότε ὁ Φαραώ εἶπε στόν Ἰωσήφ: «Ὀνειρευόμουν ὅτι στεκόμουν στό χεῖλος τοῦ ποταμοῦ (Νείλου)· 18καί σάν νά ἀνέβαιναν ἀπό τόν ποταμό ἑπτά ὡραῖες καί παχειές ἀγελάδες πού ἔβοσκαν στό Ἄχι. 19Ὕστερα ἀπ’ αὐτές ἀνέβαιναν ἀπό τόν ποταμό ἄλλες ἑπτά ἀγελάδες ἀδύνατες, ἄσχημες καί ἰσχνές, τέτοιες πού δέν εἶχα ξαναδεῖ ἀσχημότερες σ’ ὅλη τήν Αἴγυπτο. 20Τότε οἱ ἄσχημες καί ἰσχνές ἀγελάδες κατέφαγαν τίς πρῶτες, τίς ὡραῖες καί παχειές ἀγελάδες·21καί ἀφοῦ αὐτές μπῆκαν στήν κοιλιά τους, ὅμως δέν φάνηκε ὅτι φαγώθηκαν ἀπό αὐτές, γιατί ἡ ἐμφάνισή τους (τῶν ἀσχήμων ἀγελάδων) ἦταν ἀδύνατη, ὅπως στήν ἀρχή· καί τότε ξύπνησα, ἀλλά κοιμήθηκα πάλι. 22Καί εἶδα πάλι στόν ὕπνο μου ἑπτά στάχια παχιά καί ὡραῖα, σάν νά ἀνέβαιναν ἀπό μιά μόνη ρίζα.23Ὕστερα ἀπό αὐτά βλάστησαν ἑπτά στάχια λεπτά καί καψαλιασμένα ἀπό τόν (καυτό) ἄνεμο. 24Τότε τά ἑπτά λεπτά καί καψαλιασμένα ἀπό τόν (καυτό) ἄνεμο στάχια κατάπιαν τά ὡραῖα καί παχιά. Εἶπα (τά ὄνειρά μου) στούς ἐξηγητές, ἀλλά δέν μπόρεσε κανείς νά μοῦ τά ἐξηγήσει».
25Τότε εἶπε ὁ Ἰωσήφ στόν Φαραώ: «Τό ὄνειρο τοῦ Φαραώ εἶναι ἕνα· ὁ Θεός ἀποκάλυψε στόν Φαραώ ὅσα πρόκειται νά κάνει. 26Οἱ ἑπτά καλές ἀγελάδες σημαίνουν ἑπτά χρόνια· καί τά ἑπτά καλά στάχια εἶναι ἑπτά χρόνια· τό ὄνειρο τοῦ Φαραώ εἶναι ἕνα. 27Οἱ ἑπτά ἰσχνές ἀγελάδες, οἱ ὁποῖες ἀνέβαιναν μετά ἀπό αὐτές, σημαίνουν ἑπτά χρόνια· τό ἴδιο σημαίνουν καί τά ἑπτά στάχια τά λεπτά καί καψαλιασμένα ἀπό τόν (καυτό) ἄνεμο· θά ἔρθουν ἑπτά χρόνια πείνας. 28Πρόκειται γιά ’κεῖνο πού σοῦ εἶπα, ὅτι ὁ Θεός ἀποκάλυψε στόν Φαραώ ὅσα πρόκειται νά κάνει. 29Νά! Θά ἔρθουν σ’ ὁλόκληρη τήν Αἴγυπτο ἑπτά χρόνια μεγάλης ἀφθονίας. 30Ὕστερα ὅμως θά ἔρθουν ἑπτά χρόνια πείνας· καί θά λησμονηθεῖ ὅλη ἡ ἀφθονία πού θά ἔρθει σ’ ὅλη τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου, ἡ δέ πείνα θά ἐρημώσει τήν γῆ. 31Ἡ ἀφθονία θά χαθεῖ ἀπό τήν γῆ λόγω τῆς πείνας πού θά ἐπακολουθήσει· γιατί αὐτή θά εἶναι πολύ βαρειά. 32Τό γεγονός δέ ὅτι τό ὄνειρο στάλθηκε στόν Φαραώ δύο φορές, φανερώνει ὅτι τό πράγμα εἶναι ἀποφασισμένο ἀπό τόν Θεό καί ὅτι ὁ Θεός θά τό πραγματοποιήσει σύντομα.
33Τώρα, λοιπόν, ἄς βρεῖς ἄνθρωπο φρόνιμο καί συνετό καί ἄς τοῦ ἀναθέσεις τόν ἔλεγχο τῆς γῆς τῆς Αἰγύπτου. 34Ἄς διορίσεις, ὦ Φαραώ, ἐπόπτες στήν χώρα, γιά νά παίρνουν τό ἕνα πέμπτο ἀπό ὅλα τά προϊόντα τῆς γῆς κατά τά ἑπτά ἔτη τῆς ἀφθονίας· 35καί ἄς συγκεντρώσουν, λοιπόν, αὐτοί ὅλες τίς τροφές τῶν καλῶν αὐτῶν ἐτῶν πού ἔρχονται· ἄς ἀποθηκευτεῖ καί ἄς φυλαχθεῖ σιτάρι ὡς τροφή στίς πόλεις ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ Φαραώ. 36Οἱ τροφές πού θά ἀποθηκευτοῦν θά χρησιμεύσουν στήν χώρα γιά τά ἑπτά χρόνια τῆς πείνας, πού θά ἐπακολουθήσουν στήν χώρα τῆς Αἰγύπτου, ὥστε νά μήν ἀφανιστεῖ ἡ γῆ ἀπό τήν πείνα.

α. Μεταγραμματισμός τοῦ Ἑβρ. «ἄχου», πού σημαίνει «λιβάδι». Ὁμοίως καί στόν στίχ. 18.
β. «Τούς μάγους», λέει τό Ἑβρ. Ὁμοίως στόν στίχ. 24.
γ. «Στόν οἶκο τοῦ ἄρχοντος τῶν σωματοφυλάκων», λέει τό Ἑβρ. Ὁμοίως καί στήν συνέχεια.
δ. «Σέ κάθε ἕναν ἔκανε τήν ἐξήγηση κατά τό ὄνειρό του», προσθέτει τό Ἑβρ.
ε. «Τόν ἔβγαλαν ἐσπευσμένα», λέει τό Ἑβρ.



(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

41,1-57: Ἡ ἀνύψωση τοῦ Ἰωσήφ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτυχοῦς ἑρμνηνείας του τῶν ὀνείρων τοῦ Φαραώ. 41,1-36. Ἡ διήγηση αὐτή συνεχίζει τήν προηγούμενη καί προέρχεται ἀπό τήν ἴδια πηγή. Μόνο, πού ἀπό τόν στίχ. 33 ἰδιαίτερα, ἀναμιγνύονται μ᾿ αὐτή τά ὑπόλοιπα μιᾶς παράλληλης παραδόσεως πού τήν ἀποδίδουν στόν Γιαχβιστή. 41,1-2. Ἡ εὐφορία τῆς Αἰγύπτου, συμβολιζόμενη ἀπό τίς ἱερές ἀγελάδες, ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ποταμό Νεῖλο. 41,6. Στάχυες ἀνεμόφθοροι. Ἀπό τόν sirocco, ἕνα καυτό ἀνατολικό ἄνεμο ἀπό τήν ἔρημο, πού μαραίνει τήν βλάστηση (Ὠσ. 13,15). 41,8. Ἡ Αἴγυπτος ἦταν ἡ χώρα τῶν μάγων καί τῶν σοφῶν, Ἐξ. 7,11. 22. 8,3. Γ΄ Βασ. 5,10. Ἡσ. 19,11-13, ἀλλά ἡ γνώση τους ἀφανιζόταν ἀπό ἐκείνη πού ὁ Θεός χάριζε στούς δικούς Του. Τό θέμα ἐπανεμφανίζεται στήν ἱστορία τοῦ Μωυσῆ, Ἐξ. κεφ. 7-8, καί ἰδιαίτερα εἰς 8,14-15. Βλ. ἐπίσης σέ ἕνα ἄλλο πλαίσιο, Δαν. κεφ. 2. Ὁ ἀφηγητής ἐδῶ θέλει νά ἀναδείξει τήν ἀνωτερότητα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ πάνω ἀπό τήν εἰδωλολατρική μαγεία καί σοφία (Ἐξ. 8,18-19. 9,11. Δαν. 2,2-19. 5,8. 15-28). 41,13. Βλ. κεφ. 40. 41,16. Βλ. 40,8. Ὁ Ἰωσήφ ἀρνεῖται ὅτι αὐτός ἔχει κάποια εἰδική τέχνη καί ἀποδίδει τήν δεξιότητά του μόνο στόν Θεό (βλ. σχόλ. εἰς 40,6-8). 41,32. Δύο ὄνειρα μέ τήν ἴδια ἔννοια (στίχ. 25) δείχνουν ὅτι τό γεγονός εἶναι προορισμένο ἀπό τόν Θεό, ὅτι «ἀληθές ἔσται τό ρῆμα» (στίχ. 32). Ἄς παρατηρήσουμε ὅτι αὐτή ἡ αἴσθηση ἐρχομοῦ ἑνός δυσκόλου γεγονότος προερχομένου ἀπό τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, δέν δημιουργεῖ κάποια μοιρολατρική ψυχική κατάπτωση, ἀλλά ἀντίθετα διεγείρει ἕνα σχέδιο δράσης (στίχ. 33-36).  


Ἡ ἀνύψωση τοῦ Ἰωσήφ (41,37-49)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ὁ Φαραώ ἐντυπωσιάστηκε ἀπό τήν σύνεση καί τήν σοφία τοῦ Ἰωσήφ (στίχ. 37-39) καί ἐπέλεξε αὐτόν ὡς ὑπεύθυνο γιά τήν συγκέντρωση τῶν τροφίμων, καθιστώντας τον ἀντιβασιλέα (στίχ. 40-44). Ἐπίσης ἔδωσε σ᾽ αὐτόν νέο ὄνομα καί σύζυγο ἀπό τόν ἰσχυρό κύκλο τῶν ἱερέων τῆς Αἰγύπτου (στίχ. 45). Ὁ δέ Ἰωσήφ ἔφερε μέ ἐπιτυχία εἰς πέρας τό ἔργο του τῆς συγκεντρώσεως τῶν τροφίμων (στίχ. 46-49).

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

41,37Ἡ πρόταση ἱκανοποίησε τόν Φαραώ και ὅλους τούς αὐλικούς του. 38Καί εἶπε ὁ Φαραώ στούς αὐλικούς του: «Μποροῦμε νά βροῦμε ἄνθρωπο καθώς αὐτόν, ὁ ὁποῖος νά ἔχει μέσα του τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ;». 39Καί εἶπε ὁ Φαραώ στόν Ἰωσήφ: «Ἀφοῦ ὁ Θεός σοῦ ἔκανε γνωστά ὅλα αὐτά, δέν ὑπάρχει ἄλλος πιό φρόνιμος καί συνετός ἀπό σένα. 40Ἐσύ θά ἔχεις τήν φροντίδα στά ἀνάκτορά μου καί θά ὑπακούουν ὅλοι στά λόγια σου· μόνον κατά τόν θρόνο θά ὑπερέχω». 41Καί εἶπε ὁ Φαραώ στόν Ἰωσήφ: «Ἰδού, σέ καθιστῶ σήμερα ὑπεύθυνο σ’ ὁλόκληρη τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου». 42Καί ἀφοῦ ἔβγαλε ὁ Φαραώ τό δακτυλίδι του ἀπό τό χέρι του, τό ἔβαλε στό χέρι τοῦ Ἰωσήφ, τόν ἔντυσε μέ λινή στολή καί τοῦ ἔβαλε χρυσό περιδέραιο στόν τράχηλό του. 43Καί διέταξε νά τόν ἀνεβάσουν στό δεύτερο ἀπό τά ἅρματά του καί μπροστά ἀπό αὐτόν κραύγαζε ὁ κήρυκας.ζ Ἔτσι τόν κατέστησε ὑπεύθυνο σ’ ὅλη τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου.
44Καί εἶπε ὁ Φαραώ στόν Ἰωσήφ: «Ὁρκίζομαι! Χωρίς τήν συγκατάθεσή σου δέν θά κάνει κανείς τίποτα σ’ ὁλόκληρη τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου».η 45Καί ὀνόμασε ὁ Φαραώ τόν Ἰωσήφ Ψονθομφανήχ·θ καί τόν νύμφευσε μέ τήν Ἀσενίθ, τήν θυγατέρα τοῦ Πετεφρῆ, τοῦ ἱερέα τῆς Ἡλιουπόλεως.ι
46Ὁ Ἰωσήφ ἦταν τριάντα ἐτῶν, ὅταν στάθηκε μπροστά στόν Φαραώ, τόν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου. Καί ἀφοῦ ἀπεχώρησε ὁ Ἰωσήφ ἀπό τόν Φαραώ, περιόδευσε ὅλη τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου. 47Κατά τήν διάρκεια τῶν ἑπτά ἐτῶν τῆς ἀφθονίας ἡ γῆ καρποφόρησε πλούσια.
48Καί συγκέντρωσε (ὁ Ἰωσήφ) κατά τά ἑπτά ἔτη, πού ἡ Αἴγυπτος καρποφόρησε πλούσια, ὅλες τίς τροφές (τό ἕνα πέμπτο ἀπ’ αὐτές) καί τίς ἔβαλε στίς πόλεις, ἀποθηκεύοντας σέ κάθε πόλη τίς τροφές τῶν γύρω ἀπ’ αὐτήν ἀγρῶν. 49Συγκέντρωσε δέ ὁ Ἰωσήφ σιτάρι τόσο πολύ σάν τήν ἄμμο τῆς θάλασσας, ὥστε ἔπαψε νά κρατάει λογαριασμό γι’ αὐτό, γιατί ἦταν ἀμέτρητο.

ζ. Κατά τό Ἑβρ.: «Καί κήρυτταν μπροστά ἀπό αὐτόν “Γονατίστε”!».
η. Τό Ἑβρ. εἶναι πιό παραστατικό ἐδῶ καί λέγει: «Χωρίς τήν συγκατάθεσή σου δέν θά μπορεῖ κανείς νά σηκώσει τό χέρι του ἤ τό πόδι του σ’ ὁλόκληρη τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου».
θ. «Τσαφενάθ πανεάχ» στό Ἑβρ.
ι. Κατά τό Ἑβρ.: «Τῆς Ὤν».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

41,38. Πνεῦμα Θεοῦ. Εἶναι ἡ πηγή ὑπερφυσικῆς δυνάμεως (Ἐξ. 31,3. Ἀριθμ. 27,18. Δαν. 5,11.14). 41,39-41. Ὁ Ἰωσήφ ἔγινε ὁ πρῶτος ἄρχων, δεύτερος μετά τόν Φαραώ στήν ἐξουσία. Κατά τήν περίοδο τῆς ἐπιρροῆς τῶν Ὑξώς στήν Αἴγυπτο (περίπου 1720-1550 π.Χ.), ὅταν ἡ χώρα ἦταν στήν προ-Σημιτική κυριαρχία οἱ καταστάσεις ἦταν εὐνοϊκές γιά ἕνα Ἑβραῖο νά ἀναδειχθεῖ σέ μία τέτοια ὑψηλή θέση. 41,42. Τό «δακτύλιον» ἐξουσιοδοτεῖ τόν Ἰωσήφ νά δρᾶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Φαραώ (σύγκρ. μέ Ἐσθ. 3,10. 8,2). 41,43. Ὁ συγγραφέας παρουσιάζει αὐτήν τήν χρίση ὅπως τήν εἶχε ἀκούσει νά λέγεται γιά τήν αὐλή τῆς Αἰγύπτου: Ὁ Ἰωσήφ γίνεται ὁ βεζύρης τῆς Αἰγύπτου· χωρίς ἄλλον ἀνώτερο ἐκτός ἀπό τόν Φαραώ, βασιλεύει στόν οἶκο του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἕδρα τῆς διοικήσεως. Αὐτός κρατάει τήν βασιλική σφραγίδα. Οἱ δρομεῖς, οἱ ὁποῖοι προηγοῦνται τοῦ τιμητικοῦ του ἅρματος, κράζουν τιμητικά rEb]a («ἀβρέκ»), τό ὁποῖο μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἀπό τό αἰγυπτιακό ιβ-ρ-κ «ἡ καρδιά σου σέ σένα», «προσοχή». 41,45. Οἱ αἰγυπτιακές τελετές γιά τήν ἐγκατάσταση τοῦ Ἰωσήφ στό ὕπατο ἀξίωμά του κορυφώνονται μέ τήν χορήγηση σ᾽ αὐτόν ἑνός αἰγυπτιακοῦ  ὀνόματος. Ἡ υἱοθεσία τοῦ Ἰωσήφ στήν αἰγυπτιακή αὐλή δηλώνεται περισσότερο μέ τόν γάμο του μέ τήν θυγατέρα τοῦ ἱερέα τῆς Ἡλιουπόλεως. Αἰγυπτιακά ὀνόματα: «Ψονθομφανήχ» (στό Ἑβρ. εἶναι jnE[]Ptnp]x;, «Τσαφενάθ Πα῾νεάχ») ἑρμηνεύεται συνήθως ὡς «θεός ὁμιλεῖ: αὐτός εἶναι ζῶν»! Τό ὄνομα τῆς γυναικός τοῦ Ἰωσήφ «Ἀσενάθ» (tns]a;) σημαίνει «αὐτή ἀνήκει στήν Neith», τήν θεά τῆς Sais. «Πετεφρῆς» ([rp, yfi/P, «Πώτι φέρα῾»), ἴδιο ὄνομα μέ τό Ποτιφάρ τοῦ 37,36 (βλ. σχόλ.) = «Δῶρον τοῦ Ρά» (τοῦ ἡλιακοῦ θεοῦ), μέ μία ὅμως ἄλλη, πιό ἐκτεταμένη μορφή. Ὁ πεθερός τοῦ Ἰωσήφ Πετεφρῆς εἶναι ἱερεύς τῆς Ὄν (Ἡλιούπολις), κέντρον τῆς λατρείας τοῦ ἡλίου, τῆς ὁποίας τό ἱερατεῖο διεδραμάτιζε ἕναν σημαντικό πολιτικό ρόλο. Ὁ Ἰωσήφ συμμάχησε μέ τήν ὑψηλότερη τάξη εὐγενῶν τῆς Αἰγύπτου. Ἀλλά αὐτοί οἱ τύποι ὀνομάτων δέν μαρτυροῦνται πρίν ἀπό τήν 20η-21η δυναστεία. Εἶναι προϊόν τῆς λογιότητος τοῦ συγγραφέως. 41,46. Ἡ δουλεία τοῦ Ἰωσήφ καί ἡ φυλάκισή του διήρκεσε δέκα τρία ἔτη (βλ. 37,2-3). 

Οἱ υἱοί τοῦ Ἰωσήφ (41,50-57)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Πρίν ἀπό τόν λιμό ἡ Ἀσεννέθ γέννησε στόν Ἰωσήφ δύο υἱούς, τόν Μανασσῆ καί τόν Ἐφραίμ (στίχ. 50-52). Ὅταν δέ ἦλθε ὁ λιμός σέ ὅλη τήν γῆ οἱ Αἰγύπτιοι προσέτρεξαν στόν Ἰωσήφ γιά σιτάρι καί μαζί μ᾽ αὐτούς προσῆλθαν σ᾽ αὐτόν καί οἱ κάτοικοι τῶν γύρω περιοχῶν (στίχ. 53-57).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

41,50Γεννήθηκαν δέ δύο υἱοί στόν Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἀσενίθ, τήν θυγατέρα τοῦ Πετεφρῆ, τοῦ ἱερέα τῆς Ἡλιούπολης, προτοῦ νά ἔλθουν τά ἑπτά ἔτη τῆς πείνας. 51Καί ἔδωσε ὁ Ἰωσήφ στόν πρωτότοκο τό ὄνομα Μανασσῆς, «γιατί – εἶπε – ὁ Θεός μέ ἔκανε νά λησμονήσω ὅλες τίς ταλαιπωρίες μου καί ὅλα τά σχετικά μέ τόν οἶκο τοῦ πατέρα μου». 52Καί τό ὄνομα τοῦ δευτέρου (υἱοῦ του) κάλεσε Ἐφραίμ, «γιατί – εἶπε – ὁ Θεός μέ ἔκανε νά αὐξηθῶ στήν χώρα τῆς δυστυχίας μου».
53Πέρασαν τά ἑπτά χρόνια τῆς ἀφθονίας, πού ἔγινε στήν Αἴγυπτο. 54Καί ἄρχισαν νά ἔρχονται τά ἑπτά χρόνια τῆς πείνας, καθώς εἶχε πεῖ ὁ Ἰωσήφ. Καί ἔγινε πείνα σ’ ὅλη τήν γῆ· σ’ ὁλόκληρη ὅμως τήν χώρα τῆς Αἰγύπτου ὑπῆρχε τροφή. 55Ὅταν ἄρχισε νά πεινάει ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου, ὁ λαός κραύγασε στόν Φαραώ γιά τροφή. Τότε ὁ Φαραώ εἶπε σ’ ὅλους τούς Αἰγυπτίους: «Πηγαίνετε στόν Ἰωσήφ καί κάνετε ὅ,τι σᾶς πεῖ». 56Ἡ πείνα εἶχε ἐξαπλωθεῖ σ’ ὁλόκληρη τήν γῆ. Τότε ὁ Ἰωσήφ ἄνοιξε ὅλες τίς ἀποθῆκες καί πουλοῦσε (σιτάρι) σ’ ὅλους τούς Αἰγυπτίους.κ 57Καί ἀπό ὅλες τίς χῶρες ἤρχοντο στήν Αἴγυπτο πρός τόν Ἰωσήφ γιά ν’ ἀγοράσουν (σιτάρι)· γιατί ἡ πείνα ἐπικράτησε σ’ ὁλόκληρη τήν γῆ.

κ. Τό Ἑβρ. προσθέτει: «Καί ἡ πείνα ἐπιβάρυνε στήν γῆ τῆς Αἰγύπτου».

(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

41,51-52. Τό ὄνομα Μανασσῆς («Μενασσέ») παράγεται ἀπό τό «νασά», «ξεχνῶ», ἐντεῦθεν καί ἡ ἑρμηνεία «ἐπιλαθέσθαι με ἐποίησεν ὁ Θεός» («νασάνι»). Τό ὄνομα Ἐφραίμ («Ἐφράγιμ») παράγεται ἀπό τό «παρά», «καρποφορῶ», ἐντεῦθεν καί ἡ ἑρμηνεία «ηὔξησέ με ὁ Θεός» («χιφράνι»). Ἄς συγκρίνουμε καί τίς ἐδῶ ἐτυμολογίες τῶν ὀνομάτων καί μέ ἄλλες ἐτυμολογίες τῆς Γενέσεως, ἰδιαίτερα τῶν υἱῶν τοῦ Ἰακώβ (29,31-30,24). 41,57. Ἑτοιμασία γιά τήν ἀκολουθοῦσα διήγηση. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου