Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ. Πατερικές διδαχές

 Ἀγαπᾶ ὁ Θεός τήν ἐλεημοσύνη. Τό βλέπουμε ἀπό τίς πολλές φορές, πού ἀναφέρεται στό Εὐαγγέλιο, στίς συμβουλές τῶν Ἀποστόλων καί στήν ζωή τῶν Ἁγίων μας. Ἄς θυμηθοῦμε τό γεγονός τῆς φιλοξενίας τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀπό τόν πολυελεήμονα καί φιλόξενο Ἀβραάμ.
 Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἔτσι τό διηγεῖται: «Νὰ δίδετε ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ παρηγορᾶτε τοὺς ξένους καὶ νὰ τοὺς δίνετε ψωμὶ νὰ τρώγουσιν καὶ νὰ γευματίζουν καὶ ἀπὸ κανένα κομμάτι ψωμὶ καὶ νὰ πηγαίνουσιν εἰς τὴν ὥραν καλήν τους.
Διότι ἀκούομεν, ἀδελφοί μου, ὁπού λέγει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅτι ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ δὲν εἶχεν υἱὸν διὰ νὰ κληρονομήση τὸν βίον του, καὶ εἶχε παραπόνον πολύ.
Καὶ τί κάμνει ὁ εὐλογημένος; Βάνει καὶ κτίζει ἕνα σπίτι καὶ ἀνοίγει τρεῖς θύρας καὶ ἔβαλε ψωμὰν καὶ ἐζύμωνεν, καὶ ὅσοι ἄνθρωποι ἐδιάβαινον, ὅλους τοὺς ἐφίλευεν. Καὶ εἶχε συνήθειαν, κάθε ἡμέραν, ἂν ἴσως δὲν ἐπήγαινε ξένος νὰ φάγη ψωμί, μήτε ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἔτρωγεν.
Καὶ ὅσον ἔδιδε τὴν ἐλεημοσύνην περισσότερον ἀβγάτιζεν ὁ βιός του. Ὁ διάβολος, ὁπού φθονεῖ πάντοτε, τί κάμνει ὁ τρισκατάρατος; Πηγαίνει καὶ σχηματίζεται ὡσὰν ζήτουλας εἰς τὶς στράτες ὁπού ἐπήγαιναν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἀβραάμ· καὶ ὅποιος ἐπήγαινε, τοῦ ἔλεγεν ὁ διάβολος: Ποῦ πηγαίνεις, ἀδελφέ; Ἐκεῖνος ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, καὶ τὸν ἐμπόδιζεν ὁ διάβολος.
Ἔλεγε: Ἐγὼ εἶμαι ἕνας πτωχός, καὶ ἄκουσα πὼς ἐδῶ εἰς τὴν χώραν Μαμβρὴν εἶνε ἕνας μεγάλος ἄνθρωπος, Ἀβραὰμ τὸ ὄνομά του, καὶ μὲ εἶπαν δίδει ἐλεημοσύνη καὶ εἶνε φιλόξενος πολύ· καὶ ἦλθα καὶ ἐγὼ ὁ δύστηνος νὰ μὲ κυβερνήση τίποτας, καὶ ἡ τύχη μου, τὸ κακὸν ριζικόν μου, δὲν ἐπρόφθασε νὰ μοῦ δώση καὶ ἐμένα.
Ἐπῆγα σήμερα εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἐζήτησα κομμάτι ψωμί, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴν ἐλεημοσύνην ὁπού ἔδιδεν ὁ καημένος, ἐπτώχυνεν πολύ, καὶ μήτε ψωμὶ τὸν ἔλαχεν μήτε στάμνα μὲ νερόν· καὶ ἦτον ὁ ἄνθρωπος θυμωμένος ἀπὸ τὴν πολλὴν πτωχείαν ὁπού τὸν ἦλθεν, καὶ ἐσηκώθη ἐπάνω καὶ μὲ ἐξύλισεν τόσον, ὁπού ἐμαζώχθηκε ὅλος ὁ μαχαλάς, οἱ ἄνθρωποι, καὶ μὲ ἐγλύτωσαν· καὶ εἶμαι ἄρρωστος ἀπὸ τὸν δαρμόν, καὶ μὴ πᾶτε κανένας.
Καὶ ἀκούοντας οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπῆγαν κανένας τρεῖς ἡμέρας. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἔφαγε τρεῖς ἡμέρας μήτε ψωμὶ μήτε νερὸν ἔπιεν αὐτὸς καὶ ἡ Σάρρα, διατὶ ἐλυποῦνταν πῶς ἔγινεν αὐτό, καὶ δὲν ἐπήγαινε κανένας ἄνθρωπος νὰ φάγη ψωμί· καὶ προσκυνοῦσαν καὶ παρακαλοῦσαν μὲ ὅλην τὴν καρδίαν τους καὶ ἔλεγον:
Πιστεύομεν εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα, ὁπού ἔκαμες τὸν οὐρανόν, τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν, τὸν ἥλιον, τὰ ἄστρα καὶ κυβερνᾶς ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὅσα βλέπουν τὰ ὀμμάτιά μας, καὶ τὰ ὅσα δὲν βλέπομεν, καὶ ὁρίζεις καὶ τὶς ψυχὲς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ ἔλθουν εἰς τὸ ὀσπίτιόν μας, νὰ τοὺς φιλεύσωμεν καὶ νὰ τοὺς δίδωμεν καὶ ἐλεημοσύνην, διὰ νὰ τὸ εὕρωμεν εἰς τὸν οὐρανόν, ὅτι εἴμαστε ἄτεκνοι, καὶ θὰ μαλώνουσιν οἱ συγγενεῖς μας καὶ οἱ γείτονές μας. Αὐτὰ ἔλεγεν ὁ εὐλογημένος Ἀβραὰμ καὶ ἡ Σάρρα. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος!
Ὁ Θεὸς ὁπού ἀγαπᾶ τὸν ἀγαπῶντα αὐτὸν καὶ δὲν τὸν ἀφήνει λυπημένον, τί κάμνει; Καθὼς ἐκάθονταν ὁ Ἀβραὰμ ἔμπροσθεν εἰς τὴν θύραν καὶ ἡ Σάρρα εἰς τὴν ἄλλην θύραν καὶ ἐκοίταζον ἴσως περάση τινὰς νὰ τὸν κράξουν νὰ φάγη ψωμί, διὰ νὰ φάγωσιν καὶ αὐτοί, καὶ βλέπουσι τρεῖς νέους πολὺ ὡραίους, ὁπού ἔρχονταν πρὸς αὐτούς, καὶ εἰσέβησαν μέσα εἰς τὸν οἶκον ἀπὸ τὰς τρεῖς θύρας, καὶ μέσα ἕνας ἐφαινόνταν, καὶ ἀπὸ τὴν πολλήν τους χαρὰν εἶπον ἀναμεταξύ τους: Ἀκόμα μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός, καὶ ἂς σφάξωμεν τὸ καλλιώτερον καὶ παχύτερον μοσχάρι.
Καὶ εὐθὺς τὸ ἔσφαξαν καὶ τὸ ἔβαλαν μέσα εἰς τὸν φοῦρνον νὰ ψηθῆ καὶ ἡ μάνα τοῦ μόσχου ἐρχόταν ὁλόγυρα τὸν φοῦρνον καὶ ἐφώναζε, καὶ μετ᾽ ὀλίγον ἔπαυσεν ἡ μόσχα, καὶ βλέπουν ἐβύζαινεν ὁ μόσχος.
Κοιτάζουσι μέσα εἰς τὸν φοῦρνον τὸ ἀγγεῖον, καὶ ἦτο γεμάτον φαγητόν· καὶ ἐθαύμασαν. Καὶ ἐπῆγεν ὁ Ἀβραὰμ νὰ ὁμιλήση μὲ τοὺς νέους, καὶ ὁμιλώντας τῷ εἶπον οἱ νέοι: Ἀπὸ τώρα καὶ κάθε ὅλον χαρὰν θέλεις ἔχει, Ἀβραάμ, καὶ θέλεις γεννήσει υἱόν, τὸν Ἰσαάκ.
Καὶ ἐπῆγε νὰ ἑτοιμάση τράπεζαν, διὰ νὰ τοὺς φιλεύση, καὶ γυρίζοντας δὲν τοὺς ηὗρεν· καὶ ἐστοχάσθηκεν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐφάνη, καὶ ἀσπάζονταν καὶ καταφιλοῦσε τὸν τόπον, ὁπού ἐκάθονταν οἱ νέοι, καὶ ἦτον ἡ Τριάς, ὁ Θεός. Βλέπετε καὶ ἀκούετε, ἀδελφοί μου, τὸ θαῦμα καὶ τὸ ἀκούετε ἕως τὴν σήμερον. Ὁμοίως νὰ κάμετε καὶ ἐσεῖς, ἀδελφοί μου, ἂν θέλετε νὰ ἔλθη ὁ Θεὸς εἰς τὰ σπίτια σας καὶ νὰ ἀβγατίζη ὁ βιός σας.


 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 2058 20 Φεβρουαρίου 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου