Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ὁ ὑποκριτὴς. Κυριακὴ Ι΄ (Λουκ. 13,10-17). (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ὁ ὑποκριτὴς
«Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· Ὑποκριτά…» (Λουκ. 13,15)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Κύριος ἡμῶν  Ἰησοῦς  Χριστός, ἀγαπητοί μου, καθὼς διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἔκανε ἕνα θαῦμα. Τὸ ἀκούσατε.
Κάποια γυναίκα εἶχε  ἀσθένεια ἀπὸ  ἐπήρεια  δαιμονική. Ὁ σατανᾶς τῆς ἔδεσε τὴ σπονδυλικὴ στήλη, τὴ βάσι  τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, καὶ τὴ λύγισε τόσο  ὥστε  τὸ κεφάλι της ν᾽ ἀγγίζῃ στὴ γῆ.
Ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀπὸ μακριά,  νόμιζε ὅτι περπατάει μὲ τὰ τέσσερα, ὅτι εἶνε  ἕνα  τετράποδο. Ἀθλία ἡ κατάστασί της.
Τὴ  λυπᾶστε; Πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ λυπηθοῦμε τὸν ἑαυτό  μας.
Γιατὶ αὐτή, ἂν καὶ εἶχε τὸ σῶμα λυγισμένο κάτω,  ἡ ψυχή της ὅμως ἔβλεπε ψηλά,  ἦταν στραμμένη στὸν οὐρανό.
Ἐνῷ ἐμεῖς, μὲ τὰ κορμιὰ ὁλόισα, ὅπως τὰ καμαρώνουμε στὸν καθρέφτη, ἔχουμε τὴν ψυχή μας πρὸς τὰ κάτω.
Ποῦ  εἶνε ἡ σκέψι - τὸ μυαλό μας, ποῦ ἡ καρδιά - τὰ αἰσθήματά μας, ποῦ οἱ ἐπιθυμίες - τὰ ὄνειρα - οἱ ὁραματισμοί μας; Σὰν τὰ ζῷα ἔτσι  καὶ οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε συνεχῶς στὰ γήινα καὶ ἁμαρτωλά. Ἀκόμη καὶ μέσ᾽ στὴν ἐκκλησιά!
Καλὰ τέλος πάντων, ἄνθρωπε, ἔξω δὲν  ξέρω τί κάνεις• ὅταν ὅμως ἔρχεσαι στὴν  ἐκκλησιὰ κι ἀκοῦς «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», τὴν ὥρα αὐτὴ τοὐλάχιστον μὴ σκέπτεσαι τὶς δουλειές σου.  Πότε θὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς ἕνα εὐχαριστῶ;
Μοιάζουμε σὰν ἕνα  ἀετὸ ποὺ τοῦ ἔδεσαν στὰ πόδια μολύβια καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πετάξῃ. Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς πέφτουμε στὰ χαμηλά.
Ἡ γυναίκα αὐτὴ ὅμως διέφερε. Ἀπόδειξις• ἐνῷ  αὐτὴ ἦταν ἡ κατάστασί της κ᾽ εἶχε ὅλο  τὸ δίκιο  νὰ μὴν  πηγαίνῃ στὴ συναγωγή, ἀλλὰ  νὰ κάθεται στὸ σπίτι καὶ νὰ μὴ βγαίνῃ καὶ τὴν κοροϊδεύουν τὰ παιδιά, αὐτὴ  κάθε Σάββατο (ποὺ ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴ δική  μας Κυριακή) πήγαινε στὴν ἐκκλησιά, δηλαδὴ στὴ συναγωγή (διότι ἡ συναγωγὴ ἦταν στὴ θέσι  τῆς ἐκκλησίας). Πήγαινε ὅπως μποροῦσε.
Γιά σκέψου. Αὐτὴ μὲ τὰ τέσσαρα πήγαινε στὴν  ἐκκλησία• ἐμεῖς μὲ τὰ δύο,  ποὺ περπατᾶμε καὶ τρέχουμε, ἔχουμε πόδια  γιὰ γήπεδο, γιὰ  διασκέδασι, πόδια γιὰ τὸν  διάβολο• πόδια γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουμε. Κάποιοι δὲν  πατοῦν στὴν ἐκκλησία, θὰ τοὺς φέρουν  μόνο μιὰ φορὰ οἱ τέσσερις γιὰ τὴν κηδεία.
Αὐτὴ ἡ γυναίκα λοιπὸν πῆγε γιὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη τὴν ὥρα στὴ συναγωγὴ ἦταν  ὁ Κύριος. 18 χρόνια ἦταν  ἄρρωστη καὶ ποτέ δὲ γόγγυσε, δὲ βλαστήμησε. Ἐμεῖς γιὰ λίγο ἀρρωσταίνουμε καὶ γογγύζουμε• αὐτὴ  ἔλεγε διαρκῶς «Δόξα σοι ὁ Θεός».
Τὴν  εἶδε  ὁ εὔσπλαχνος, τὴν ἄγγιξε μὲ τὰ ἅγιά του χέρια ποὺ σὲ λίγο θὰ καρφώνονταν στὸ σταυρό, κι ἀμέσως –ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε– ὅπως τὸ ἠλεκτρικὸ σύρμα μεταδίδει ῥεῦμα, ἔτσι τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ• μιὰ ὑπερφυσικὴ δύναμι διαπέρασε τὰ κόκκαλά της κι ἀμέσως ἀνωρθώθηκε, ἴσιωσε τὸ κορμί της, ἔγινε καλὰ τελείως• αὐτὴ ποὺ ἔβλεπε κάτω, τώρα στεκόταν σὰν κυπαρίσσι.
«Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἔλεγε αὐτή, «Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἔλεγαν ὅλοι. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ἀπ᾽ ὅλα τὰ στόματα ἀνέβαινε δοξολογία στὸν Πλάστη,  τὴν ὥρα ἐκείνη, σὰν παραφωνία, ἀκούστηκε ὁ ἀρχισυνάγωγος. Αὐτός,  ποὺ θά ᾽πρεπε περισσότερο  ἀπ᾽ ὅλους  νὰ δοξάσῃ  τὸ Θεό, τί ἔκανε•  τὸ πρόσωπό του  σκοτείνιασε, ἔπεσε σὲ στενοχώρια. Γιατί; Διότι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ θαῦμα ἡμέρα Σάββατο.
Τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ γίνονται ἐδῶ; λέει•  ἐπιτρέπεται νὰ θεραπεύεστε σήμερα;  Ἄλλες μέρες νά ᾽ρχεστε… Τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε  ὅλο ἀγάπη, ἔρριξε κεραυνό• «Ὑποκριτά…»! τοῦ λέει  (Λουκ. 13,15).
Γιατί τὸν εἶπε  ὑποκριτή; Διότι ἂν ἔδειχνε τί ἔχει μέσα  του θά ᾽λεγε• «Χριστέ, σὲ  φθονῶ, λάμπεις σὰν τὸν  ἥλιο κ᾽ ἐγὼ δὲν  τὸ ἀνέχομαι». Ἀλλ᾽ αὐτὸς καλύπτει τὴν  κακία  καὶ τὸ ἐγωιστικό του μένος μὲ θρησκευτικὸ μανδύα, παρουσιάζεται ὡς ὑπέρμαχος τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ κάνει τὰ ἀποκαλυπτήρια. Εἶσαι ὑποκριτής, τοῦ λέει•  ἐσὺ ἕνα γαϊδουράκι ἔχεις κι ὅταν διψάσῃ τὸ πᾷς νὰ τὸ ποτίσῃς• κ᾽ ἐγὼ  αὐτήν, ποὺ  τὴν εἶχε δεμένη ὁ σατανᾶς 18 χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ τὴ λύσω τὴν ἡμέρα τοῦ σαββάτου; (ἔ.ἀ. 13,16).

Ἐφιστῶ τὴν προσοχή σας σ᾽ αὐτὴν μόνο τὴ λέξι, «Ὑποκριτά». Γιατὶ ἂν ὁ Χριστὸς ἐρχόταν στὸν κόσμο καὶ περπατοῦσε πάλι ἀνάμεσά  μας, φοβᾶμαι, ἀδέρφια μου,  ὅτι τὰ ἴδια λόγια θὰ ξέφευγαν ἀπ᾽ τὰ χείλη του  καὶ γιὰ μᾶς.
Σὲ ὅλους μας περισσότερο ἢ λιγώτερο  ἁρμόζει τὸ κουστούμι αὐτὸ  ποὺ λέγεται ὑποκρισία.
«Ὑποκριτά». Τί θὰ πῇ ὑποκριτής; Θὰ  πῇ ἄλλο  νὰ εἶσαι καὶ ἄλλο  νὰ φαίνεσαι. Ὅπως στὸ θέατρο ὁ ἠθοποιὸς προτοῦ ν᾽ ἀνεβῇ  στὴ σκηνὴ βγάζει  τὰ ροῦχα  του καὶ γίνεται ἄλλοτε στρατηγός, ἄλλοτε βασιλιᾶς, ἄλλοτε δικηγόρος, ἄλλοτε γιατρός, καὶ  φοράει διάφορα προσωπεῖα, ἔτσι κι ὁ ὑποκριτής• εἶνε πολυπρόσωπος.
Νὰ σᾶς παρουσιάσω μερικοὺς τέτοιους τύπους;
Σὲ πλησιάζει κάποιος μὲ ὅλους τοὺς καλοὺς τρόπους. Δὲ μιλάει ὅπως ὁ τσοπάνης, ποὺ ἐκφράζεται αὐθόρμητα, ἁγνὰ καὶ ἀμόλυντα, χωρὶς καρυκεύματα, μ᾽ ἐκείνη τὴν ἀπροσποίητη ἑλληνικὴ προφορά.
Αὐτὸς μιλάει μὲ λεπτότητα καὶ γλύκα. Τὸν βλέπεις ἐσὺ καὶ μαγεύεσαι. Τί σπουδαῖος ἄνθρωπος! λές. Τοῦ  ἔδειξες ἐμπιστοσύνη, τοῦ ἄνοιξες τὴν  πόρτα σου, τὸν  ἔβαλες μέσα; προτιμότερο νά ᾽βαζες δυναμίτη στὸ σπίτι σου.
Γιατὶ αὐτὸς σιγὰ - σιγὰ θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν οἰκογενειακή σου ζωή, θὰ προσβάλῃ τὸ ὄνομά  σου.  Αὐτός, ποὺ δείχνει τάχα ἀγάπη γιὰ τὴν  οἰκογένειά σου, θὰ ἀτιμάσῃ τὸ κορίτσι σου, θὰ σὲ χωρίσῃ ἀπ᾽  τὴ γυναῖκα σου...
Γι᾽ αὐτό, ἂν θέλετε τὰ κορίτσια σας ἁγνὰ καὶ τὴ γυναῖκα σας πιστή,  κλεῖστε στὸν παλιόκοσμο αὐτὸν τὶς πόρτες σας. Στὸ σπίτι  σας νὰ μένῃ  μόνο  ὁ Χριστός. Τί τὸν ἔφερες αὐτὸν ἢ αὐτήν; –Εἶνε φίλος, εἶνε φίλη,  λέει. Κάτω ἀπὸ τὴ λέξι αὐτὴ κρύβεται ἡ διαφθορά. Νά λοιπὸν τί κάνει ὁ ὑποκριτής• παρουσιάζεται ὡς φίλος τῆς οἰκογενείας καὶ τέλος ἀποδεικνύεται ἐχθρός της.

Καὶ μόνο αὐτός; Πόσους σὰν  κι αὐτὸν ἔχει τὸ θέατρο τῆς ζωῆς! Τὸν  βλέπει τὸν  ἄλλο;  Βρίσκεται σὲ περιβάλλον θρησκευτικό, καταλαβαίνει ὅτι ἐκεῖ  γυναῖκες καὶ ἄντρες εἶνε  ἄνθρωποι τοῦ  Θεοῦ;
Ἐνῷ δὲν  πιστεύει τίποτε, κάνει  τὸν θρησκευτικό, κάνει σταυρὸ μεγάλο - κανονικό, γιὰ νὰ ἐξαπατήσῃ. Βρίσκεται σὲ  περιβάλλον ποὺ ἀγαποῦν τὴν πατρίδα; Ἐνῷ δὲν ἔχει οὔτε σταγόνα φιλοπατρίας, ῥίχνει συνθήματα πατριωτικά.
Βρίσκεται μεταξὺ γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν φιλανθρώπων, ποὺ τώρα  τὰ Χριστούγεννα τρέχουν νὰ μαζέψουν κάτι γιὰ τοὺς φτωχούς; Ἐνῷ εἶνε ἄσπλαχνος καὶ δὲ δίνει οὔτε νερὸ στὸν ἄγγελό του, κάνει τὸ φιλάνθρωπο. Ὁ σκοπός του εἶνε νὰ ἐκμεταλλευθῇ κάθε εὐκαιρία.
Τέτοιος εἶνε ὁ ὑποκριτής• εἶνε  τύραννος καὶ κάνει  τὸ δημοκράτη, εἶνε  αἰσχρὸς καὶ κάνει  τὸν  ἅγιο,  εἶνε διάβολος καὶ κάνει  τὸν ἄγγελο. Γιατὶ καὶ ὁ διάβολος δὲν εἶνε ὅπως τὸν παρουσιάζουν οἱ εἰκόνες. Αὐτὸν τὸ διάβολο  δὲν τὸ φοβᾶμαι• φοβᾶμαι τὸ διάβολο ὅταν φοράῃ τὸ προσωπεῖο τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἁγίου Δημητρίου…
Μὴ ξεχνᾶμε τὰ λόγια  τοῦ  ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ. 11,14). Παίρνει σχῆμα, φοράει τὴ μάσκα  τοῦ  ἁγίου.  Ὁ πρῶτος διδάξας τὴν ὑποκρισία εἶνε ὁ διάβολος.

Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἔδειξα ἀκόμη τὸ μεγαλύτερο ἀπατεῶνα• εἶνε ὁ αἱρετικός. Εἶπε ὁ Χριστὸς ὅ- τι ὡρισμένοι, ἐνῷ  εἶνε  λύκοι,  θὰ παρουσιάζωνται ὡς πρόβατα γιὰ νὰ ἐξαπατοῦν τοὺς πολλούς (βλ. Ματθ. 7,15).
Οἱ αἱρετικοὶ ἔχουν σπουδάσει εἰδικά. Κρατοῦν διάφορα φυλλάδια, ἑρμηνεύουν τὸ Εὐαγγέλιο, μὰ τίποτα ἀπ᾽ αὐτὸ  δὲν  πιστεύουν. Ἂν ἦταν  δυνατὸν καὶ εἰκόνες καὶ σταυρὸ καὶ τὰ πάντα νὰ τὰ κάψουν. Καὶ ἐνῷ  μέσα  τους ἔχουν τὸ φαρμάκι ἐναντίον τοῦ  Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν ἁγίων, κάθε ὁσίου καὶ ἱεροῦ, ἐν τούτοις στὰ χείλη ἔχουν μέλι.
Προσφέρουν γλύκυσμα καὶ μέσα  ἔχουν ῥίξει παράθειο• ἔτσι εἶνε οἱ θεωρίες τῶν χιλιαστῶν γιὰ  τὸν Ἰεχωβᾶ.  Ἐξαπατοῦν.  Ἂν ἐρχόταν σήμερα ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, θὰ τοὺς ἔλεγε• Ὑποκριταί!
Ὑπάρχει ἕνα ἑρπετό, ὁ χαμαιλέων, ποὺ ἔχει τὴν περίεργη ἰδιότητα ν᾽ ἀλλάζῃ  χρῶμα σύμφωνα μὲ τὸ περιβάλλον. Ὅπως ὁ χαμαιλέων ἔτσι καὶ οἱ ὑποκριταὶ ἀλλάζουν «χρώματα»• καὶ κόκκινο  καὶ  πράσινο καὶ  ὅλα.  Ἕνα  μόνο  χρῶμα δὲν  παίρνουν, τὸ λευκὸ τοῦ  Ἐσταυρωμένου.

Ἀδελφοί μου, νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Ὅπως εἴμαστε, ἔτσι νὰ  φαινώμαστε. Ἡ  εἰλικρίνεια νὰ ἀστράφτῃ στὰ λόγια καὶ στὸν βίο μας. Μακριά  ἀπ᾽ τὴν ὑποκρισία! Καὶ «μὴ  παντὶ πνεύματι πιστεύετε» (Α΄ Ἰω. 4,1).
Βουλῶστε τ᾽ αὐτιά σας. Μὴν ἀκοῦς, ἐσὺ ἡ γυναίκα, τὸν ἀπατεῶνα ποὺ ἔρχεται νὰ σὲ χωρίσῃ  ἀπ᾽
τὸν  ἄντρα σου. Βούλωσε, σὺ ὁ ἄντρας, τ᾽ αὐτιά σου  καὶ μὴν  ἀκοῦς τὴν ὑποκρίτρια ποὺ σὲ χωρίζει  ἀπ᾽ τὴ γυναῖκα σου. Ἐσὺ κορίτσι μου ἀμόλυντο, νὰ δυσπιστῇς στὰ  λόγια  τοῦ  ἀπαταεώνα.
Ὅλοι ἂς προσέξουμε• μὴ δώσουμε καμμιά ἐμπιστοσύνη σὲ  ἀπατηλὰ συνθήματα. Νὰ ζήσουμε μὲ τὸ Χριστό, ποὺ εἶπε νὰ λέμε «ναὶ ναί, οὐ οὔ» (Ματθ. 5,37).
Ὥστε, ὅταν φύγουμε ἀπὸ τὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο, νὰ μὴ μᾶς πῇ «Ὑποκριταί», ἀλλὰ νὰ πῇ «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν  τοῦ κυρίου  σου» (Ματθ. 25,21)• ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἄγνωστο ἱ. ναὸ τῶν Ἀθηνῶν πιθανὸν τὴν 6-12-1964. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 18-11-2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου