Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

“Αγάπα για να ζήσεις, ζήσε για ν'απαπάς”. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Ευαγγελικό ανάγνωσμα
Κυριακής Β' Λουκά. (Λουκ. στ' 31-36 )
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει στην κοινωνία και στη ζωή των ανθρώπων η εφαρμογή διαφόρων θρησκειών. Και τούτο διότι η κάθε θεωρία ακολουθείται από την πράξη της και κάθε πίστη από την πρακτική της εφαρμογή. 
Αλλά το τι θα επακολουθήσει όταν κάποια θρησκευτικά συστήματα εκών άκων εφαρμοστούν, τούτο μπορεί κανείς να το μελετήσει στο πλαίσιο της θρησκειολογίας και πολύ περισσότερο δύναται να το βλέπει στην καθημερινότητα από την τρέχουσα κατάσταση σε παγκόσμιο επίπεδο. 
Από περιστατικά δηλ. που κάνουν τον άνθρωπο είτε να συγκινείται και να ενθουσιάζεται, έως και περιστατικά και μάλιστα ευρισκόμενα σε αλματώδη εξέλιξη, τα οποία κάνουν τον κάθε άνθρωπο να φρίττει, να γεμίζει η ύπαρξίς του φόβο και να μη θέλει να σκέπτεται καν το τι θα μπορούσε να συμβεί σε αυτόν τον ίδιο και στους δικούς του εάν μάλιστα ως ορθόδοξος χριστιανός βρεθεί μέσα σε κλίμα τυφλού φανατισμού.
Φανατισμού που σκορπίζει στην ατμόσφαιρα την μυρωδιά του ανθρωπίνου αίματος και όλα βεβαίως αυτά “προς δόξαν” κάποιου θεού και προς “απόλαυσιν του παραδείσου”.
Αλλ' ας φύγουμε ευθύς αμέσως από τη ζοφερή ατμόσφαιρα που ποικιλοτρόπως ευτελίζει και εκμηδενίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα, και ας περάσουμε σε χώρους φωτεινούς κι ευλογημένους. Ας ανέλθουμε σε ύψη που αποκαλύπτουν στον άνθρωπο την συμπεριφορά που πρέπει να καλλιεργεί συνειδητά και με αγώνα, ακόμα και προς αυτούς τους “εχθρούς” του.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Β' Κυριακής του Λουκά. Οι έξι αυτοί στίχοι του έκτου κεφαλαίου, περιέχουν τέτοια και τόση διδασκαλία ουράνια αλλά και καθαρώς πρακτική, ώστε εάν οι κοινωνίες των ανθρώπων ήθελαν να την εφαρμόσουν, όχι μόνο οι πόλεμοι και τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα δεν θα υπήρχαν, αλλά η ζωή μας θα είχε μεταβληθεί σε πραγματικό παράδεισο.
Θεωρίες”, θα ισχυριστούν κάποιοι. Ή ψεύτικες και ανεκπλήρωτες ελπίδες, θα προλάβουν να πουν οι απαισιόδοξοι και ιδίως αυτοί που παραμένουν άγευστοι της ζωής του Χριστού. Και όμως, όσο κι αν κάποιοι το αρνούνται, η πραγματικότητα δείχνει ότι εκεί που οι άνθρωποι θέλησαν έστω και περιορισμένα να εφαρμόσουν τις εντολές του Θεού, εκεί η κοινωνία άλλαξε ριζικά. Όπου μάλιστα εφαρμόστηκε η άνευ όρων και ορίων αγάπη, εκεί τα τέκνα του Θεού, παρά τις αντίξοες συνθήκες και την εχθρική συμπεριφορά που αντιμετώπιζαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν, γνωρίζουν ότι ο μόνος δρόμος προς τον Θεό και ο μόνος τρόπος ειρηνεύσεως του ανθρώπου δεν είναι παρά η αγάπη. Η αγάπη, που σε τελευταία ανάλυση καλύπτει ολόκληρο το περιεχόμενο της ευαγγελικής αποκαλύψεως και του θελήματος του Θεού.
Αυτός δε είναι και ο λόγος που ο ίδιος ο Κύριος τονίζει “αγάπατε τους εχθρούς υμών”!
Στη φράση αυτή συνοψίζεται ολόκληρο το Ευαγγέλιο και ολόκληρη η πνευματική ζωή, αφού στο  “αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου” και στο “αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν”, “όλος ο Νόμος και οι Προφήται κρέμανται” (Ματθ. κβ' 37-40).
Αλλά το να επιχειρεί κανείς να κάνει λόγο περί της αγάπης προς τους ανθρώπους, της αγάπης αυτής που εδράζεται στην αγάπη προς τον Θεό, αυτό είναι κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνάμεις του, όσες πολλές κι αν είναι αυτές. Την αγάπη δεν μπορεί κανείς να την περιγράψει όσο μπορεί και πρέπει να τη βιώσει. Και είναι τόσο πολύπτυχη, αλλά και κάποιες φορές κοστίζει τόσο πολύ σε εκείνον που λιτανεύει τον σταυρό της, ώστε χρειάζεται ιδιαίτερη ενίσχυση από Αυτόν που επάνω στο σταυρό Του με απέραντη αγάπη βαστάζει την αγάπη όλων των εικόνων του Θεού. Όλων των ανθρώπων, από Αδάμ έως και αυτών που θα σύρουν τα βήματά τους επάνω στην αιματοποτισμένη μας γη στα τέλη των αιώνων.
Οπωσδήποτε φίλοι μου, αυτοί που έζησαν το θαύμα της εν Χριστώ αγάπης προς τους ανθρώπους, στον υψηλότερό της βαθμό, είναι αυτοί που έδωσαν το αίμα τής καρδιάς τους για ν' αποδείξουν πρωτίστως στον εαυτόν τους ότι αγαπούν τον Ιησού και ότι επιθυμούν να βιώσουν τις εντολές του. Εάν τώρα στρέψουμε τον ηγεμόνα νου σε όσα έχουν αποτυπώσει, αν δηλ. πάρουμε στα χέρια μας τις περγαμηνές των αγίων που ανοίγοντάς τες σκορπίζουν από το μύρο της αγάπης, τότε θα γευθούμε και θα διαπιστώσουμε ότι είναι αδύνατον να υπάρξει μεγαλύτερη δυστυχία από το να μη μπορεί (δηλ. να μη θέλει) κάποιος ν' αγαπήσει τον “εχθρό” του.
Αλλά εκείνο που προξενεί μεγάλη εντύπωση στο θέμα αυτό είναι το εξής: όσο περισσότερο κάποιος ανακαλύπτει τα μυστικά μονοπάτια της εν Χριστώ Αγάπης, τόσο και περισσότερο συνειδητοποιεί τον λόγο τού μεγάλου Αποστόλου Παύλου που φλεγόταν από τη διπλή αγάπη προς τον Θεό και προς όλο τον κόσμο. “Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος” (Α' Κορ. ι' 24). Δηλ. η αγάπη μάς οδηγεί όχι στο να ζητά ο καθένας ό,τι του αρέσει ή ό,τι τον συμφέρει, αλλά ο καθένας ας ζητά το συμφέρον και την πνευματική ωφέλεια του άλλου. Εννοείται δε ότι η πραγματική ευαγγελική αγάπη ουδέ ίχνος ηθικής παρεκτροπής ή ρυπαρότητος επιδέχεται. Όπως ο οφθαλμός είναι αδύνατον να συγκρατήσει επάνω στον φακό του και την μικροτέρα τρίχα, ή να “συμβιβαστεί” με το πλέον μικρό στίγμα, έτσι και περισσότερο είναι φύσει αδύνατον όταν γίνεται λόγος περί της κρυσταλλίνης χριστιανικής αγάπης, να υπονοείται ότι είναι δυνατόν μέσα της να σταθεί η αίρεσις του νικολαϊτισμού και η δυσωδία οιασδήποτε σαρκικής αμαρτίας. Πράγματα βεβαίως που είναι απολύτως γνωστά και εκ των ων ουκ άνευ “τοις νουν έχουσιν”.
Όρος λοιπόν απαραίτητος για να αισθανθεί κάποιος ότι βρίσκεται εντός του πλαισίου τής χάριτος και αναγκαία προϋπόθεση ώστε να μας αναγνωρίσει ο Ιησούς ως δικούς Του, είναι το εάν η αγάπη μας ξεπερνά την οικογένειά μας, τους συγγενείς μας, τους φίλους μας και τους γνωστούς, τους συμπατριώτες μας, τους όπου γης εν Χριστώ αδελφούς μας και όχι απλώς προσεγγίζει, αλλά φθάνει και καλύπτει αυτούς που αποδεδειγμένως ή απλώς στην φαντασία μας είναι εχθροί μας. Ταυτοχρόνως δε ας έχουμε πάντοτε κατά νου ότι η πρόγευση ή μάλλον η αρχή της κολάσεως είναι το μαρτύριο, η μεγάλη ασθένεια και η μεγαλύτερη που μπορεί να υπάρξει διαστροφή, το να μην αφήνει κανείς την πνοή της αγάπης να πνεύσει και να ζωογονήσει την καρδιά του.
Όσο γι' αυτούς που ισχυρίζονται ότι αγαπούν τόσο, όσο και οι άλλοι τους αγαπούν, ας μάθουν ότι “το να σ' αγαπούν είναι μεγάλο καλό. Όμως, το ν' αγαπάς εσύ τους άλλους, αυτό είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερο και η πραγματική ποίηση και η ομορφιά της ζωής”.
Το τραγικό για όλους μας, φίλοι μου, είναι ότι ακόμα δεν έχουμε εννοήσει ότι η αγάπη είναι η παγκόσμια γλώσσα. Η γλώσσα που κατανοούν όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών και μάλιστα ο κωδικός που επικοινωνεί ο επίγειος με τον ουράνιο και αγγελικό κόσμο.
Αλήθεια, πότε θα συνειδητοποιήσουμε την αξία της;
Μόνο τότε θα μπορέσουμε να λύσουμε τις “διαφορές” μας ανώδυνα και αποτελεσματικά, αφού αυτή είναι ο παράδεισος επάνω στη γη.
Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, δεν είναι παρά νοσταλγοί και κυνηγοί της αγάπης. Αυτό δηλ. που λέει κάποια ψυχή τόσο όμορφα στους παρακάτω στίχους:
Να ΄ταν λίγη αγάπη νάχαμε,
να τη νιώθαμε καμμιά φορά,
λίγη μεσ΄ στα χέρια νάχαμε
κι άλλη τόση μέσ' την καρδιά”.
Και κάτι από τα όμορφα της ελληνικής μας γλώσσας: το ρήμα “αγαπώ” αρχίζει από το Α και τελειώνει στο Ω!
Αγάπη λοιπόν, ευαγγελική αρχή και τρισόλβιον τέλος, αφού “ο Θεός αγάπη εστί”.
Είθε να μας πάρει στα φτερά της και να μας οδηγήσει μέσω των αδελφών στον θρόνο του Θεού.
Αμήν.


 Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
                                                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου