Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ. Θεραπεία δαιμονιζομένου (–ων). (Μασώνοι-ἄθεοι-διαμονισμένοι). Ἀρχιμ. Μάρκου Μανώλη

Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ. Θεραπεία δαιμονιζομένου (–ων)*

Ἀρχιμ. Μάρκου Μανώλη

Τὴν προσεχῆ Κυριακὴ θὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Εὐαγγέλιον δι᾽ ἕνα φοβερὸ θαῦμα, ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστός μας, τὴν θεραπεία δύο δαιμονιζομένων.
26 «Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας». Αὐτὴ ἡ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν λέγεται καὶ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, Γερασηνῶν, Γαγαρηνῶν καὶ εἶχε διὰ πρωτεύουσα τὴν πολιτεία Γάδαρα, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ νότιον ἄκρον τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ καὶ ἦτο δυνατὸν κάστρο.  Σήμερον τὴν λέγουν Οὐμ Κέϊς ἢ Μονικὲς δηλαδὴ Τελωνεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον πολιτεία, ἀλλὰ χαλάσματα καὶ θεμέλια ρημαγμένα.
27 «Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν. 
28 Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μὴ μὲ βασανίσης». 29 «παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους». 

Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι τὸν ἐθεώρουν ὡς ἄνθρωπον, λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ἦλθε ὁ δαίμων καὶ διακηρύσσει τὴν θεότητά Του. Καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῆ ὅτι ἡ διακήρυξις αὐτὴ τοῦ δαίμονος ἀπέβλεπε εἰς κολακείαν τοῦ Χριστοῦ, παρακαλεῖ νὰ μὴ τὸν βασανίση. Δι᾽ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ὁμολογεῖ τὴν ἔχθραν του πρὸς τὸν Κύριον, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῆ ὕποπτος ἡ ἱκεσία του.
Διότι ἐμαστίζετο κατὰ τρόπον ἀόρατον, ἐπειδὴ ἐκεντᾶτο καὶ ἐκαίετο καὶ ὑφίστατο τὰ ἀθεράπευτα τραύματα καὶ ἀπὸ μόνην τὴν παρουσίαν τοῦ Ἰησοῦ. Πράγματι, ἐπειδὴ κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ τὸν πλησιάση, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔρχεται πρὸς αὐτόν.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει καὶ τοῦτο. Ἐὰν ὅσοι μελετοῦν τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Λουκᾶ λέγουν ὅτι ὁ δαιμονιζόμενος ἦτο ἕνας, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος κάμνει λόγον διὰ δύο, οὔτε καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ παρουσιάζει διαφωνίαν μεταξὺ τῶν δύο Εὐαγγελιστῶν. Διότι, ἐὰν ἔγραφε ὁ Λουκᾶς ὅτι ἕνας μόνον δαιμονιζόμενος ὑπῆρξε καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλος, θὰ ἐφαίνετο ὅτι διεφώνει πρὸς τὸν Ματθαῖον.
Τώρα ὅμως, ποὺ ὁ ἕνας ὡμίλησε δι᾽ ἕνα καὶ ὁ ἄλλος διὰ δύο δαιμονιζομένους, δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀντίφασιν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν διαφορετικὸν τρόπον ἀφηγήσεως.
Πραγματικά, ἐγὼ νομίζω, λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ὅτι ὁ Λουκᾶς ἐδιάλεξε τὸν φοβερώτερον ἀπὸ τοὺς δύο καὶ δι᾽ αὐτὸν ἔκανε λόγον. Δι᾽ αὐτὸ καὶ περιγράφει πιὸ τραγικὰ τὴν συμφοράν. Ὅπως εἶναι ὅτι ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ τὰς ἁλυσίδας καὶ ἐπλανᾶτο εἰς τὴν ἔρημον.
Ὁ δὲ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος προσθέτει ὅτι κατέκοπτε τὸν ἑαυτόν του μὲ λίθους.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν τὸν συνεκράτουν τὰ σιδηρᾶ δεσμά, ἔρχεται δέσμιος. Ἐκεῖνος ποὺ ἐτριγύριζε εἰς τὰ βουνά, κατέβη εἰς τὴν πεδιάδα. Ἐκεῖνος ποὺ ἠμπόδιζε τοὺς ἄλλους νὰ περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ, μόλις εἶδε τὸν Ἰησοῦν νὰ φράσση τὸν δρόμον, ἐστάθη.

Διατὶ ὅμως παρέμενε εἰς τὰ μνήματα ὁ δαιμονιζόμενος; Ἐπειδὴ ἤθελαν οἱ δαίμονες νὰ δημιουργήσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ὀλεθρίαν ἀντίληψιν ὅτι δηλαδὴ αἱ ψυχαὶ τῶν ἀποθανόντων γίνονται δαίμονες, πρᾶγμα ποὺ οὔτε κατὰ φαντασίαν νὰ μὴ τὸ σκεφθοῦμεν.
Ναὶ ἀλλὰ ποίαν ἀπάντησιν, ἐρωτᾶ κάποιος ἠμπορεῖς νὰ δώσης εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μάγους ἁρπάζουν παιδιὰ καὶ τὰ σφάζουν, ὥστε εἰς τὴν συνέχειαν νὰ ἔχουν τὴν ψυχήν των βοηθὸν εἰς τὰς μαγείας των.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπʼ αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ ἴδιος καὶ ἡ ὁποία ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον, διότι καὶ σήμερον δυστυχῶς ὀργιάζει ἡ μαγεία καὶ γίνονται καὶ ἀνθρωποθυσίαι καὶ μάλιστα μικρῶν παιδιῶν, ἀπαντᾶ ὡς ἑξῆς:
— Καὶ πῶς ἀποδεικνύεται αὐτό; Τὸ ὅτι βέβαια σφάζουν τὰ παιδιά, τὸ λέγουν πολλοὶ ἀλλὰ τὸ ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν σφαγέντων συνεργάζονται μὲ τοὺς μάγους, ἀπὸ ποῦ τὸ γνωρίζεις; Πές μου σὲ παρακαλῶ.

 — Αὐτοί, ἀπαντᾶ, οἱ δαιμονισμένοι φωνάζουν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ ψυχὴ τοῦ δεῖνα.

— Μὰ καὶ αὐτὸ εἶναι πλεκτάνη καὶ ἀπάτη διαβολική. Διότι δὲν εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀποθανόντος, ποὺ φωνάζει, ἀλλὰ ὁ δαίμων ποὺ ὑποκρίνεται αὐτά, μὲ σκοπὸν νὰ ἐξαπατήση ἐκείνους, ποὺ τὸν ἀκούουν.
Ἔπειτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῆ λογικῶς τὸ νὰ συνεργάζεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸν σφαγέα της.
Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀληθὲς καὶ συμπεραίνεται ἀπὸ πλῆθος ἁγιογραφικῶν καὶ πατερικῶν μαρτυριῶν εἶναι ὅτι αἱ ψυχαὶ μετὰ τὴν ἀποδημίαν των ἀπὸ τὴν γῆν ὁδηγοῦνται εἰς κάποιον χῶρον, ἀπ᾽ ὅπου δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ περιμένουν τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως.

30 «ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν·» Ἡ λέξις Λεγεὼν ἦτο στρατιωτικὴ λέξις τῆς Ρωμαϊκῆς γλώσσης. Λεγεὼν ἐσήμαινε ἕνα στρατιωτικὸν σῶμα ἀπὸ ἓξ χιλιάδες στρατιῶτες.
Ἡ λεγεὼν δηλαδὴ ἦτο μία σημερινὴ μεραρχία. Μὲ τὴ λέξιν λεγεὼν ὠνόμασε ὁ δαιμονισμένος τὸν ἑαυτόν του. Ὠνόμασε ἔτσι τὸν ἑαυτόν του, διότι μέσα του κατοικοῦσαν πολλὰ δαιμόνια. Λεγεὼν ὁλόκληρος. Νὰ μετρήσουμε τὰ δαιμόνια. Ἑπτὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι πλέον γνωστά.
Εἶναι τὰ δαιμόνια τῆς πορνείας, τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀκηδίας, τῆς λαιμαργίας, τοῦ θυμοῦ, τῆς φιλαργυρίας καὶ τοῦ φθόνου. Καὶ κοντὰ εἰς αὐτὰ ἄπειρα ἄλλα, ποὺ παρακινοῦν τοὺς ἀνθρώπους εἰς διαφόρους ἁμαρτίας μικρὲς καὶ μεγάλες.
Τὰ δαιμόνια κυβερνοῦν τὸν ἀσεβῆ ἄνθρωπον, τὸν κάνουν νὰ φλυαρῆ, νὰ κατακρίνη, νὰ αἰσχρολογῆ, νὰ καταρᾶται, νὰ ψευδορκῆ, νὰ βλασφημῆ, νὰ ἀδικῆ, νὰ κλέβη, νὰ πορνεύη, νὰ σκοτώνη, νὰ ζῆ μία ζωὴ δαιμονισμένη.
31 «Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξη αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.» Δὲν ἠμποροῦσαν βεβαίως νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι δὲν ἡμάρτησαν, διατυπώνουν ὅμως τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ τιμωρηθοῦν πρὸ τῆς καθωρισμένης ὥρας. Ἐπειδὴ τοὺς εὑρῆκαν τὰ ἀθεράπευτα κακὰ καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ ἐνεργοῦσαν παράνομα καὶ διέστρεφαν καὶ ἐβασάνιζαν μὲ κάθε τρόπον τὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, δι᾽ αὐτὸ ἐνόμιζαν ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν συμβάντων, δὲν θὰ ἐπερίμενε τὸν καθωρισμένον καιρὸν τῆς κολάσεως, δι᾽ αὐτὸ τὸν παρεκάλουν καὶ τὸν ἱκέτευαν.

32 «ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψη αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς».
Ἴσως κανεὶς ἐρωτήση: Διὰ ποῖον λόγον ἔκανε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνο, ποὺ ἀξίωσαν οἱ δαίμονες, μὲ τὸ νὰ ἐπιτρέψη νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων; Τὸ ἑξῆς θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ἀπαντήσωμεν:
Δὲν τὸ ἔκαμε αὐτὸ ὁ Χριστὸς ὑπακούων εἰς αὐτούς, ἀλλὰ πολλὰ ἤθελε μὲ τὴν ἐνέργειάν Του αὐτὴ νὰ διδάξη: Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἤθελε νὰ δείξη εἰς τοὺς δαιμονιζομένους ἀνθρώπους, ποὺ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τοὺς πονηροὺς ἐκείνους τυράννους, πόσην μεγάλην καταστροφὴν προκαλοῦσαν οἱ ἐχθροί των αὐτοί.
Δεύτερον, διὰ νὰ μάθουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅτι οὔτε τοὺς χοίρους δὲν ἠμποροῦν νὰ βλάψουν οἱ δαίμονες, ἐὰν προηγουμένως δὲν τοὺς δώση ἄδειαν ὁ Ἰησοῦς.
Τρίτον, ὅτι μεγαλύτερον κακὸν ἀπὸ τοὺς χοίρους θὰ ἔκαναν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ἐὰν μέσα εἰς τὴν συμφοράν των δὲν τοὺς ἐπροστάτευε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ ὅτι μᾶς μισοῦν οἱ δαίμονες περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα εἶναι ὁλοφάνερον.
Συνεπῶς αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐνδιεφέρθηκαν διὰ τοὺς χοίρους, ἀλλὰ εἰς μίαν μόνον στιγμὴν τοὺς ἔρριξαν ὅλους εἰς τὸν κρημνόν, πολὺ περισσότερον θὰ ἔκαμαν τὸ ἴδιον εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους εἶχαν κυριεύσει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ μεγάλη φροντὶς τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄνθρωπος, ποὺ νὰ μὴ τὸν προστατεύῃ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἕνα ἀκόμη συμπέρασμα ὅτι ὁ Θεὸς δὲν προνοεῖ μόνον συνολικὰ δι᾽ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν καθένα ἰδιαιτέρως.
«Καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσὶ» (Ματθ. 10, 30). Ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους φαίνεται αὐτὸ καθαρά. Θὰ τοὺς εἶχαν πνίξει οἱ δαίμονες, ἐὰν δὲν τοὺς ἐπροστάτευε ἀποτελεσματικὰ ἡ φροντὶς τοῦ Κυρίου.
Δι᾽ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς δαίμονας νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων καὶ ἀκόμη, διὰ νὰ πληροφορηθοῦν τὴν δύναμίν του οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν. Ἐκεῖ ποὺ τὸ ὄνομά του ἦτο πολὺ γνωστόν, δὲν ἐπεδείκνυε ὑπερβολικὰ τὴν δύναμίν του.
Ἐκεῖ ὅμως, ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανείς, ἀλλὰ εὑρίσκοντο ἀκόμη εἰς τελείαν ἄγνοιαν, ἄφηνε νὰ ἀκτινοβολοῦν τὰ θαύματά Του μὲ σκοπὸν νὰ τοὺς προσελκύσῃ νὰ γνωρίσουν τὴν θείαν προέλευσίν Του.
Τὸ ὅτι εὑρίσκοντο εἰς χονδροειδῆ ἄγνοιαν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως φαίνεται ἀπὸ τὸ τέλος τῆς διηγήσεως. Διότι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ Τὸν προσκυνήσουν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὸν θαυμασμόν των διὰ τὴν δύναμίν Του, αὐτοὶ ἀντιθέτως Τὸν ἔδιωχναν «Τὸν παρεκάλουν νὰ φύγη ἀπὸ τὰ σύνορά των!».

33 «ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη».
Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν κατέστρεψαν τοὺς χοίρους οἱ δαίμονες; Μά, ἐπειδὴ εἰς κάθε εὐκαιρίαν φροντίζουν μὲ ζῆλον νὰ στενοχωροῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ πάντοτε χαίρονται μὲ τὴν καταστροφήν.
Τὸ ἴδιον ἄλλωστε ἔκαμε ὁ διάβολος καὶ εἰς τὸν Ἰώβ. Μολονότι καὶ ἐκεῖ ὁ Θεὸς τὸ ἐπέτρεψε, ὄχι ἐπειδὴ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπήκουσεν εἰς τὸν διάβολον, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἀποδείξη πιὸ λαμπρὸν τὸν δοῦλον του καὶ νὰ ἀφαιρέση ἀπὸ τὸν διάβολον κάθε ἀφορμὴ ἀναισχυντίας καὶ ἀκόμη νὰ στρέψη κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ διαβόλου ὅσα ἔκαμε αὐτὸς εἰς βάρος τοῦ δικαίου Ἰώβ.
Πραγματικὰ καὶ τώρα συνέβη τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ ἐπεδίωκαν οἱ δαίμονες. Διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν διεκηρύσσετο καθαρὰ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπεδεικνύετο τελείως ἡ πονηρία τῶν δαιμόνων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠλευθέρωσεν ἐκείνους, ποὺ κατεῖχον οἱ δαίμονες καί, ἀκόμη, ὅτι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν οὔτε τοὺς χοίρους νὰ ἐγγίσουν, ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ παντοδύναμος Κύριος.
Ἐπὶ πλέον, διὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι ἡ διήγησις αὐτὴ εἶναι πλαστή, ἀλλὰ νὰ πιστεύσῃ ἀπόλυτα ὅτι πραγματικὰ ἐξῆλθαν οἱ δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἔρχεται ὁ θάνατος τῶν χοίρων καὶ τὸ πιστοποιεῖ.

34 «καὶ ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾽ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 
37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾽ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».

Ἂς προσέξωμεν μαζὶ μὲ τὴν δύναμιν καὶ τὴν πραότητα τοῦ Ἰησοῦ. Ὅταν δηλαδή, ἂν καὶ τόσον πολὺ τοὺς εὐεργέτησε, τὸν ἐξεδίωκον οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἐκείνης, δὲν ἔφερε ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ ἀνεχώρησε καὶ ἐγκατέλειψε ἐκείνους, ποὺ μόνοι των ἔκριναν τοὺς ἑαυτούς των ἀναξίους τῆς διδασκαλίας Του.
Ἀφοῦ τοὺς ἄφησε διὰ διδασκάλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἠλευθερώθησαν ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ δαίμονος καὶ τοὺς χοιροβοσκούς, ὥ στε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ πληροφορηθοῦν ὅλα τὰ συμβάντα. Καὶ ὁ Κύριος ἔφυγε καὶ τοὺς ἄφησε νὰ εὑρίσκωνται εἰς μεγάλον φόβον.
Πραγματικὰ τὸ μέγεθος τῆς ζημίας συνετέλει εἰς τὴν διάδοσιν τῆς εἰδήσεως καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἤγγιζε τὰς ψυχάς των.
Ἐφώναζον οἱ θεραπευθέντες, ἐφώναζε τὸ γεγονὸς τοῦ καταποντισμοῦ τῶν ζώων, ἐφώναζον οἱ ἰδιοκτῆται τῶν χοίρων καὶ οἱ χοιροβοσκοί.  

Ἠθικὸν μέρος 

Τὴν κατάστασιν αὐτὴν μπορεῖ κανεὶς καὶ σήμερα νὰ τὴν ἰδῆ καὶ πολλοὺς δαιμονιζομένους ν᾽ ἀντικρύσῃ εἰς τὰ μνήματα, τοὺς ὁποίους δὲν συγκρατεῖ τίποτε ἀπὸ τὴν μανίαν των οὔτε σίδηρα οὔτε ἁλυσίδες οὔτε πλῆθος ἀπὸ ἀνθρώπους οὔτε συμβουλαί οὔτε νουθεσίαι οὔτε φόβος οὔτε ἀπειλὴ οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιον.
1) Ἀνήθικος. Πραγματικά, ὅταν κάποιος εἶναι ἀκόλαστος καὶ ἔχει αἰχμαλωτισθῆ ἀπὸ τὸ σωματικὸν κάλλος, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ δαιμονισμένον. Ἀλλὰ περιφέρεται γυμνός, ὅπως ἐκεῖνος, ἔχοντας μὲν ἐνδύματα, ἀλλὰ στερημένος τὴν ἀληθινὴν στολὴν καὶ γυμνὸς ἀπὸ τὴν δόξαν, ποὺ τοῦ ταιριάζει.
Καὶ δὲν καταπληγώνει τὸ σῶμα του μὲ λίθους, ἀλλὰ μὲ τὰ ἁμαρτήματα, ποὺ εἶναι χειρότερα ἀπὸ πολλοὺς λίθους. Ποῖος θὰ τὸν σταματήση ἀπὸ τὴν ἀσχημοσύνην καὶ τὴν μανίαν αὐτήν, ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ συγκεντρωθῆ, ἀλλὰ συνεχῶς εὑρίσκεται εἰς τὰ μνήματα;
Διότι μὲ μνήματα ὁμοιάζουν τὰ καταγώγια τῆς πορνείας (κέντρα ἀναψυχῆς, θέατρα, κινηματογράφοι, κ.λπ.) ἐπειδὴ ἀποπνέουν πολλὴν δυσωδίαν καὶ εἶναι γεμᾶτα σαπίλα.
Αὐτὰ εἶναι κέντρα ἀπομυζήσεως καὶ ἀπορροφήσεως πάσης ἠθικῆς ἀξίας καὶ οἰκονομικῆς δυνάμεως (ξενύχτια, γλέντια, χοροί, κ.λπ.).

2) Ἀλλὰ καὶ ὁ φιλάργυρος τί εἶναι; Μήπως δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν προηγούμενον; Διότι ποιὸς θὰ ἠμπορέση ποτὲ νὰ τὸν συγκρατήση; Μήπως οἱ καθημερινοὶ φόβοι, αἱ ἀπειλαί, αἱ παραινέσεις καὶ αἱ συμ- βουλαί; Ὅλα αὐτὰ τὰ συντρίβει.
Τί δύναται νὰ θεωρηθῆ ἀθλιώτερον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Διότι ἐκεῖνος ὁ δαίμων, ἂν καὶ εἶχε καταφρονήσει τοὺς ἀνθρώπους, ἐν τούτοις ὑπεχώρησε εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀμέσως ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς ὅμως οὔτε εἰς τὴν προσταγὴν τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπακούει (Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾶ).
Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς κάμνει σώφρονας χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν. Καταστρέφουν σπίτια (τοκισταί). Καταστροφὴ τῆς πόλεως καὶ τοῦ κόσμου. Βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πιὸ συμπαθεῖς οἱ δαιμονισμένοι. Χωρὶς συναίσθησιν διαπράττουν. Οἱ φιλάργυροι κατόπιν σκέψεως. Παράδειγμα Ἰούδα. Δεσμά, Δικαστήρια, νόμοι, κατακραυγὴ κόσμου.
Κοινὸς ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Παράδειγμα Χρυσοστόμου διὰ φιλάργυρον. Ἀγανακτοῦν διὰ τὸ γῆρας τοῦ πατρός των τὰ παιδιά, θεωροῦν βαρὺ καὶ δυσβάστακτον. Προτιμοῦν τὴν ἀτεκνίαν, κατέστησαν ἀνίκανοι. Θεραπεία φιλαργύρου. — Δανείζουν μὲ ὑπερβολικοὺς τόκους καὶ χάνουν μαζὶ καὶ τὸ κεφάλαιον. — Κίνδυνοι. Ἔχασαν τὴν ζωὴν δι᾽ ὀλίγα χρήματα. — Δὲν γνωρίζουν νὰ σπείρουν, πάντοτε νὰ θερίζουν. — Γάμος, πτωχῶν ἀντὶ πλουσίας ἢ πλουσία μὲ πολλὰ ἐλαττώματα. Τὸν πλοῦτον δὲν δημιουργεῖ ἡ περιουσία, ἀλλὰ ἡ ἀρετὴ (Γυνὴ πολυδάπανος, ἄσωτος, ἀκόλαστος, πλῆθος ἐραστῶν. Μέθυσος. Τὸν σύζυγον κάμνει πιὸ πτωχὸν ἀπὸ ὅλους.

3) Φιλόδοξος. Νὰ ἀνέβη νὰ κυβερνήση. Χειρότερος ἀπὸ δαιμονισμένο. Εἴμεθα σὲ παραμονὴ ἐκλογῶν. Πολλοὶ οἱ ὑποψήφιοι. 1500 καὶ πλέον. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄθεοι. Ἄλλοι εἶναι Μασῶνοι. Ἄλλοι ὑποκρίνονται τοὺς χριστιανοὺς καὶ ὅτι ἀγαποῦν τὸ Ἔθνος. Ἀλλοίμονον ἂν στείλωμεν τοιούτους ἀνθρώπους εἰς τὴν Βουλήν. 
Ἂς ρίξωμεν μία ματιὰ εἰς τὸ ἔργον, ποὺ ἐπετέλεσαν. Καὶ πρῶτον εἰς τὸ Σύνταγμα:
Ἠγωνίσθησαν νὰ ἐξαλείψουν τὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸ ὄνομα «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Παρ᾽ ὀλίγον θὰ τὸ ἐπετύγχανον.
Ὑπεβίβασαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ α´ ἄρθρον, ποὺ ἦτο πάντοτε εἰς τὸ γ´. Καὶ ἐπίσης τὴν ἐξομοίωσαν μὲ ὅλους τοὺς αἱρετικούς. Διηυκόλυ- ναν τὰ μέγιστα τοὺς ἀντιχρίστους ἰεχωβάδες: Δημόσιαι συγκεντρώ- σεις, ἐλεύθεραι, Ἀτέλεια Χάρτου, Τυπογραφεῖον, ἐλευθέρα διακίνησις τῶν ἐντύπων τους, προνομιακὴ μεταχείρισις εἰς τὸν Στρατόν.
— Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ Παπικὸς καὶ Προτεστάντης ἀκόμη καὶ Χιλιαστής.
— Διεγράφη ὁ ἑλληνοχριστιανικὸς σκοπὸς εἰς τὴν Παιδείαν.
— Ἐπιχειρεῖται νὰ θεσπισθῆ τὸ αὐτόματον διαζύγιον, διὰ νὰ διαλυθῆ ἔτσι περισσότερον ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια.
 — Ἄφησαν τὴν Ἐκκλησίαν νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν θλιβερὰν κατάστασιν, ποὺ εὑρίσκεται μὲ τὸν ἀλληλοσπαραγμὸν τῶν Ἱεραρχῶν μας.
— Πλήρης ἀσυδοσία εἰς τὰ «Πορνὸ» καὶ τηλεοράσεις. Ὑφυπουργὸς φιλοδοξεῖ νὰ γίνωμεν σὰν τὴν Σουηδία. Ὅλους ὅσους συνήργησαν εἰς αὐτὸ τὸ θλιβερὸν κατάντημα θὰ πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν.
Καὶ ἀντιθέτως νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅσους ἠγωνίσθησαν ἢ ὑπόσχονται εἰλικρινῶς ὅτι θὰ ἀγωνισθοῦν διὰ τὴν ὀρθοδοξίαν μας, τὴν Ἑλληνοχριστιανικὴν Παιδείαν καὶ Οἰκογένειαν καὶ ἐν γένει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἱερῶν μας Παραδόσεων.
Ἡ εὐθύνη μας εἶναι μεγάλη. Θὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὴν καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν τῆς ψήφου μας. Αἱ ψυχολογικαὶ καταστάσεις τῆς πρώτης ἐκλογῆς τοῦ 1974 παρῆλθον.
Οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει. Καὶ ἡμεῖς μὲ προσοχὴν καὶ ψυχραιμίαν ἂς ἐπιλέξωμεν ἀντιπροσώπους μας εἰς τὴν Βουλήν. Ὄχι μασώνους καὶ ἀθέους. Ὄχι δαιμονισμένους, ἀλλὰ ἀνθρώπους πιστοὺς «ἱματισμένους καὶ σωφρονοῦντας» διὰ νὰ τύχωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ θείου ἐλέους, διὰ νὰ διάγωμεν καὶ ἡμεῖς μαζὶ μὲ τοὺς καλοὺς ἄρχοντας «ἐν εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι» καὶ νὰ ἀξιωθῶμεν μὲ τὴν Χάριν τοῦ Κυρίου μας καὶ τῶν ὑπεσχημένων ἀγαθῶν τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀμήν.

Ἀγαπητοί, Ἕνας μεγάλος Ρῶσος λογοτέχνης ὁ Θ. Ντοστογιέφσκη ἔχει γράψει ἕνα ἔργο μὲ τὸν τίτλον «Δαιμονισμένοι». Ὁ Ντοστογιέφσκη παίρνει γιὰ σύνθημα τοῦ βιβλίου του τὸν δαιμονιζόμενο τῶν Γαδαρηνῶν τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου (η´ 26–38) καὶ μάλιστα τὸ ἀπόσπασμα η´ 32–36.
Εἰς αὐτὸ μεταξὺ ἄλλων γράφει: «Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος τῶν Γαδαρηνῶν, ἔτσι καὶ ἡ Ρωσία, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια ἑνὸς ἥρωος τοῦ ἔργου, κυριαρχεῖται ἀπὸ διάφορα δαιμόνια, ὅλα τὰ μιάσματα, ὅλες τὶς βρωμιές, ποὺ γιὰ αἰῶνες τώρα ἔχουν μαζευτεῖ μέσα της. Ἀλλὰ πάνω ἀπʼ αὐτὴ ξαγρυπνᾶ ἡ θεία Δύναμις, ποὺ θὰ διώξη ὅλα τὰ δαιμόνια. Ἔτσι ἡ ἄρρωστη θὰ γιατρευθῆ καὶ θὰ καθίση φρόνιμη «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ». 

* Ὁμιλία εἰς τὴν αἴθουσαν ὁμιλιῶν τῆς Π.Ο.Ε Κάνιγγος 10, 17–10–1977
Πηγή:  Ὀρθόδοξος Τύπος άρ. φύλ. 1946  19 Ὀκτωβρίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου