Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Ἀναμνήσεις καὶ ἐμπειρίες ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Γέροντα Γεώργιο Γρηγοριάτη. Πρωτοπρ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

 Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Ἐν Πειραιεῖ  15-10-2014  

Ἡ ἄκτιστος Χάρις τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ παρέσχε στήν ἐλαχιστότητά μας τήν μεγίστη εὐλογία νά γνωρίσω καί νά συναναστραφῶ μέ μία ἀπό τίς μεγαλύτερες μορφές τοῦ συγχρόνου Ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ, τόν ἅγιο Καθηγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, παν. ἀρχιμ. κυρό Γεώργιο Γρηγοριάτη.
Ὄντως ὁ Γέροντας ὑπῆρξε σκεῦος ἐκλογῆς, αὐθεντικός, γνήσιος καί βιωματικός θεολόγος, οἰκουμενικός διδάσκαλος, παγκόσμιος πατήρ καί φωστήρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἀπό τή μικρή δεκατριάρχονη ἐμπειρία γνωριμίας μας μέ τόν μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, θά προσπαθήσουμε νά καταγράψουμε μερικές σκέψεις καί γεγονότα. 
Ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ Γέροντος γιά τούς νέους εἶναι πασίγνωστα. Αὐτά τά χαρακτηριστικά ἔδειξε καί σ’ἐμᾶς. Ὅσες φορές, ὡς νεαρός τότε φοιτητής θεολογίας, πηγαίναμε στήν Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, πάντοτε μᾶς ἐνίσχυε ὅχι μόνο πνευματικῶς καί θεολογικῶς, ἀλλά καί οἰκονομικῶς καί ὑλικῶς. Μάλιστα μᾶς παρεῖχε καί εἰδικό διαμονητήριο γιά τήν Ἱ. Μονή, λέγοντάς μας : «Μπορεῖς νά ἔρχεσαι στό Μοναστήρι ὅποτε θέλεις. Νά ἔρχεσαι συχνά. Ἡ Γρηγορίου εἶναι τό σπίτι σου. Σέ θεωροῦμε Γρηγοριάτη».    
Ὡς φοιτητή θεολογίας καί μέλλοντα κληρικό, μᾶς τόνιζε διαρκῶς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔδωσε τόν τίτλο «θεολόγος» καί ἀναγνωρίζει μόνο τρεῖς ἁγίους ὡς «θεολόγους»˙ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ὅσιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο.
Μόνο αὐτοί οἱ τρεῖς εἶναι οἱ πιό γνήσιοι καί πιό αὐθεντικοί θεολόγοι, μετά, βεβαίως, ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό Λόγο, τόν Χριστό. Γιατί, θεολόγος ἀποκαλεῖται αὐτός, πού ἔχει δεῖ τόν Θεό Λόγο, πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ Λόγου. Θεολόγος ἐν πρώτοις εἶναι ὁ θεόπτης, ὁ αὐτόπτης καί αὐτήκοος τοῦ Θεοῦ Λόγου. Θεολογία εἶναι ἡ θεοπτία.
Μέ την ἔννοια αὐτή οἱ πρῶτοι θεολόγοι εἶναι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού εἶδαν, ἔζησαν καί βίωσαν τόν Χριστό. Θεολόγος, κατά δεύτερον, εἶναι ὁ «ἑπόμενος τοῖς ἀγίοις πατράσι», εἶναι αὐτός πού ἀκολουθεῖ πιστά καί μέ πνεῦμα ταπεινώσεως τούς γνησίους καί αὐθεντικούς θεολόγους καί θεόπτες, τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς ἁγίους Πατέρες. Θεολόγος, ἐπίσης, εἶναι καί ὅποιος προσεύχεται. «Εἰ ἀληθῶς προσεύχη, θεολόγος εἶ», λέει ὁ Εὐαγρίου ……………ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Τό Ὀρθοδόξως θεολογεῖν, συμβούλευε ὁ Γέροντας, εἶναι τό ἀλιευτικῶς θεολογεῖν καί ὄχι τό ἀριστοτελικῶς καί φιλοσοφικῶς θεολογεῖν, ὅπως συμβαίνει κατ'ἀρχήν στήν αἱρετική καί ἐκπεσοῦσα Δύση, ἰδίως στίς αἱρετικές παρασυναγωγές τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ, καί κατά δεύτερον στήν καθ'ἡμᾶς Ἀνατολή, ἰδίως στούς κόλπους τῆς παναιρέσεως τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Καλή εἶναι ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογία, ὅταν συνδέεται ἄρρηκτα καί ὀργανικά μέ τήν ἐμπειρική καί βιωματική θεολογία. Σέ ἀντίθετη περίπτωση, οἱ συνέπειες εἶναι ἀπρόβλεπτες. Ὁ συγκερασμός ἐμπειρικῆς καί ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας φέρνει τά καλύτερα ἀποτελέσματα. Θεολόγος δέν καθίσταται ὅποιος περνᾶ μέ ἐξετάσεις στίς Θεολογικές καί Ἐκκλησιαστικές Σχολές καί Ἀκαδημίες, φοιτᾶ σ'αὐτές καί παίρνει τό πτυχίο θεολογίας, τό μεταπτυχιακό καί τό διδακτορικό ἤ ἀκόμη γίνεται πανεπιστημιακός καί ἀκαδημαϊκός καθηγητής θεολογίας.
Γιατί, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ πολλές φορές ἱστορικά καί ἀποδεικνύεται καί μέχρι σήμερα, πολλοί ἀπό τούς πτυχιούχους καί ἀκαδημαϊκούς θεολόγους, μέ ἐλάχιστες φωτεινές ἐξαιρέσεις, κηρύττουν καί πράττουν ἀντίθετα πρός τήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί πίστη, τό Εὐαγγέλιο, τήν Ἁγία Γραφή, τούς Ἱερούς Κανόνες, τούς Ἁγίους Πατέρες καί τήν ἐν γένει Ὀρθόδοξη Παράδοση καί καθίστανται ἀθεολόγητοι θεολόγοι ἤ καλύτερα θολολόγοι, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Παΐσιο, ἀντίχριστοι, ἄθεοι, αἱρετικοί, οἰκουμενιστές, ἐπειδή τούς λείπει ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἐμπειρική σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Θεό Λόγο. Ἑπομένως, κατέληγε ο Γέροντας, ἡ θεολογία εἶναι πρωτίστως ἐν Χριστῶ βίωμα καί ἐμπειρία καί ὄχι ξερές ἀκαδημαϊκές, γνωσιολογικές καί νοησιαρχικές σπουδές καί γνώσεις. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ἔλεγε, ὅτι ἡ σωστή, ὀρθόδοξη θεολογία καλλιεργήθηκε καί καλλιεργεῖται στά όρθόδοξα μοναστήρια (ὅσα ἀπ'αὐτά παραμένουν ὀρθόδοξα καί δέν ἔχουν κλίνει γόνυ στόν οἰκουμενισμό) καί ὅτι ἀπό’κεῖ ἔβγαιναν καί βγαίνουν οἱ πραγματικοί θεολόγοι καί ὄχι ἀπό τίς σχολές.
Εἴχαμε ἐκμυστηρευτεῖ στόν Γέροντα τόν μύχιο καί ἐκ νεότητος πόθο μας γιά τήν ἁγία ἱερωσύνη. Σέ ἐρώτησή μας «πώς θά καταλάβω, Γέροντα, ὅτι θέλει ὁ Θεός νά γίνω ἱερεύς»; μᾶς ἀπάντησε ὅτι ὁ ἴδιος Θεός διαλέγει τούς ἀνθρώπους, πού θά τόν διακονήσουν ὡς ἱερεῖς, στέλνοντας μιά ἀνέκφραστη καί ἄρρητη μυστική πρόσκληση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, πού τοῦ προκαλεῖ φλέγοντα πόθο γιά τήν ἁγία ἱερωσύνη. Ἐφ’ὅσον δέν ὑπάρχουν κωλύματα, ἀλλά τηροῦνται οἱ ἱεροκανονικές προϋποθέσεις, μπορεῖς, ἔλεγε, νά γίνεις καλός καί ἅγιος ἱερεύς, σάν τόν ἅγιο Νικόλαο τόν Πλανά. Στήν ἐποχή μας, ὑπογράμμιζε, χρειαζόμαστε καλούς ἱερεῖς.
Ὅταν χειροτονήθηκαμε στόν βαθμό τοῦ πρεσβυτέρου, ὁ Γέρων Γεώργιος, ἐκτός τοῦ ὅτι βρισκόταν νοερῶς μαζί μας διά τῆς προσευχῆς, συμμετέχοντας δι’αὐτοῦ τοῦ τρόπου στήν προσωπική μας Πεντηκοστή, ἀπέστειλε ἱερέα, πνευματικό του τέκνο, ὡς ἐκπρόσωπό του στήν μεγαλύτερη καί ἱερότερη αὐτή στιγμή τῆς ζωῆς μας.
Μετά τήν χειροτονία μας, ὅταν πήγαμε στήν Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ὡς νέος ἱερεύς, χάρηκε πάρα πολύ, καί μᾶς ἔδωσε ὡς εὐλογία ἕνα ἐπιτραχήλιον, τό ὁποῖο φυλάττουμε ὡς πολύτιμο θησαυρό καί ἐνθύμιό του.
Ἡ τιμή καί ἡ ἀγάπη, πού ἔδειχνε ὁ Γέροντας πρός τούς ἱερεῖς, καταδεικνύεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι μᾶς καλούσε νά συμμετάσχουμε - ὅσες φορές ἤμασταν παρόντες - στήν Κυριακάτικη Σύναξη τῶν Πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς, βάζοντάς μας σέ περίοπτη τιμητική θέση ἐκ δεξιῶν του καί ἐπισημαίνοντας ὅτι ἐκτός ἀπό τούς ἁγιορεῖτες μοναχούς καί ἱερομονάχους, ὑπάρχουν καί πολλοί ἔγγαμοι ἐν τῶ κόσμω ἱερεῖς, πού ἀγωνίζονται, καί ὅτι δέν ἔχει τόσο μεγάλη σημασία ὁ τόπος, στόν ὁποῖο βρίσκεται κανείς, ἀλλά ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἀγωνίζεται, ὅπου κι ἄν βρίσκεται.
Ἡ ἀπέραντη ἐν Χριστῶ ταπείνωση τοῦ Γέροντος φαινόταν καί ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦταν ἐμπειρικός καί ἀκαδημαϊκός θεολόγος, ὅταν ἔγραφε κάποιο θεολογικό κείμενο, ἔκρινε σωστό νά τό δώσει καί σ’ἐμᾶς, πού εἴμαστε νήπια, μειράκια θεολογικῶς, (ὅπως καί σέ πολλούς ἄλλους) μέ τήν παράκληση νά τό μελετήσουμε, νά τοῦ ὑποδείξουμε τά τυχόν λάθη του καί νά ἐκφράσουμε τή γνώμη μας.
Ὁ Γέρων Γεώργιος λυπόταν καί πονοῦσε πάρα πολύ γιά τά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, τήν καταπάτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τίς ἐκκλησιολογικές παρεκτροπές ἐκ μέρους πατριαρχῶν, ἀρχιεπισκόπων, ἐπισκόπων καί ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων, τούς ὁποίους, ὅμως, εἶχε τήν δύναμη, τήν τόλμη καί τό θάρρος νά ἐλέγχει πάντοτε ἐν ἀγάπη, ἀλλά καί ἀληθεία, ὅπως ἀποδεικνύουν τά μοναδικά καί ἀνεπανάληπτα συγγράμματά του.
Λυπόταν, ἐπίσης, καρδιακῶς γιά τήν ἐξασθένηση τῆς φωνῆς καί τῆς ἀντιδράσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους σέ θέματα πίστεως καί οἰκουμενισμοῦ.
Θά ἤταν μεγάλη παράλειψη νά μήν ἀναφέρουμε ὅτι στούς θεολογικούς ἀγῶνες καί τά συγγράμματα τοῦ Γέροντος καί ἐλαχίστων ἄλλων, ὀφείλεται ἡ ἀκύρωση τῆς συμφωνηθείσης ψευδοενώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς αἱρετικούς Ἀντιχαλκηδονίους Μονοφυσῖτες καί ἡ μέχρι σήμερα ἀποτυχία τῶν Διαλόγων μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς.
Πάγια θέση τοῦ Γέροντος ἦταν ὅτι ἡ κόκκινη γραμμή γιά τήν ἐφαρμογή τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου πατριαρχῶν καί ἐπισκόπων εἶναι ἡ πλήρης ἕνωσή τους μέ τήν κακοδοξία καί τήν αἵρεση, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν συλλειτουργία καί τό κοινό ποτήριο.
Μέχρι τότε ὀφείλουμε νά ἀγωνιζόμαστε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐντός τῶν τειχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος, βεβαίως, δέν προχώρησε στή διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου.
Ὁ Οἰκουμενισμός καί ὁ Παλαιοημερολογητικός Ζηλωτισμός, ἐπεσήμαινε, ἀποτελοῦν τά δύο ἄκρα, τά ὁποῖα δέν ἐκφράζουν τήν Ὀρθόδοξη πίστη, θεολογία καί Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μέση καί βασιλική ὀδός.
Καταλήγοντας, θά θέλαμε νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ ἀκτινοβολία τοῦ Γέροντος Γεωργίου δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά περιοριστεῖ μόνο μέσα στά στενά ὅρια τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἤ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Γέρων Γεώργιος εἶναι μία οἰκουμενική, μία παγκόσμια προσωπικότητα καί ἀνήκει στήν οἰκουμενική, τήν καθ’ὅλου Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γι’αὐτό καί ταπεινῶς φρονοῦμε ὅτι θά πρέπει νά ἀναδειχθεῖ καί νά προβληθεῖ, ἐκτός τῶν ἄλλων, κυρίως καί πρωτίστως τό δογματικό, ἀντιαιρετικό καί ἀντιοικουμενιστικό ἔργο τοῦ Γέροντος, μέ τήν διοργάνωση ἡμερίδων καί συνεδρίων.       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου