Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Τὸ χαμένο στεφάνι! Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας.

Τὸ χαμένο στεφάνι!
«Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδούλόν σου ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα;»
Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. ιη΄ 23-35)

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Συγκλονιστικὴ  ἡ σημερινὴ παραβολή, ἀγαπητέ ἀναγνῶστα. Μέσα εἰς ὀλίγας γραμμὰς ὁ Κύριος παρουσίασεν ὀλοζώντανα τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παρέστησεν ἀνάγλυφα τὴν σκληροκαρδίαν τῶν ἀνθρώπων, ἐζωγράφισε μὲ ἔντονα χρώματα τὰς δραματικὰς συνεπείας τῆς ἀνθρωπίνης κακότητος καὶ καθώρισε τὴν χρυσὴν γραμμὴν τῆς ἀνεξεκακίας καὶ συγγνώμης, ποὺ ὀφείλουν ὅλοι νὰ ἀκολουθήσωμεν.
Εἰς ἐποχὴν συγκρούσεων, αἱματοχυσίας, ἀνατροπῶν καὶ ἀνταγωνισμῶν, ὅπως εἶναι ἡ περίοδος τῶν τελευταίων ἐτῶν, ποὺ ἐζήσαμεν καὶ ζῶμεν, εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον νὰ ἀκούωνται μερικαὶ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι, διότι ἀκριβῶς διετυπώθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀποτελοῦν αἰώνια συνθήματα καὶ διδάγματα, ποὺ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσῃ, νὰ παραδεχθῇ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ ταραγμένος καὶ κουρασμένος σύγχρονος ἄνθρωπος.  Διότι, ὅταν ὁμιλῇ ὁ Θεός, ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ πειθαρχῶμεν.



1.Τὸ δυσβάστακτον χρέος μας.

Ἡ παραβολὴ μᾶς παρουσιάζει ἕνα βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ τοῦ ἀποδώσουν λογαριασμὸν οἱ ὑπηρέται του.
Μόλις ἤρχισεν ἡ διαδικασία, ὡδήγησαν ἐνώπιόν του ἕνα δοῦλον, ὁ ὁποῖος ὤφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα (2.310.000 σημερινὰς χρυσᾶς λίρας). Τρομερόν, ἀληθινά, χρέος!  Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφλήσῃ τώρα τὸ ὑπέρογκον αὐτὸ ποσόν; Τρέμει, πίπτει στὰ πόδια.  Παρακαλεῖ μὲ λυγμούς: «Κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω».  Ταλαίπωρε!
Ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀγωνίας σου ὑπόσχεται πράγματα ἀδύνατα. Τὸ χρέος σου θὰ μείνῃ γιὰ πάντα ἀνεξόφλητον. Ἐχάθηκες, δύστυχε!
Ὁ Βασιλεύς ὅμως συγκινεῖται ἀπὸ τὸ δρᾶμα τοῦ δούλου του, καὶ προβαίνει εἰς μίαν καταπληκτικὴν χειρονομίαν. Ὄχι μόνον ἀνακαλεῖ τὴν διαταγὴν τῆς πωλήσεως τοῦ δούλου, ἀλλὰ τὸν ἀφήνει τελείως ἐλεύθερον καὶ τοῦ χαρίζει ἐξ ὀλοκλήρου καὶ τὸ ὑπέρογκον χρέος.
Κατάπληξις εἰς ὄλους!
Ἀδελφέ, νὰ σταματήσωμε ὀλίγον. Εἶναι ἀνάγκη. Ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ Βασιλέως κρύπτεται ὁ Θεός. Δοῦλοι, ποῦ καλοῦνται νὰ λογοδοτήσουν, εἴμεθα ἡμεῖς. Καὶ χρέος, αἱ ἁμαρτίαι μας. Φοβερόν!  Παντοῦ ἡ ἁμαρτία πιέζει τὴν γῆν. Ὅλοι μας εἴμεθα χρεωφειλέται. Μάτια, χέρια, πόδια, καρδιά, εὐφυΐα, ἱκανότης, σχεδὸν ὅλα προσφέρονται εἰς τὸν κακόν. Αἱ ἁμαρτίαι μας «ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐφ’ ἡμᾶς».
Ποινή, τὸ γνωρίζομεν, εἶναι ὁ θάνατος. Καὶ ἡ αἰωνία καταδίκη.
Εὐλογητὸς ὅμως ὁ Θεός!  Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντος. Σχίζει ὁ Βασιλεὺς τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας. Σβήνει ἀπὸ τὸ χρεώγραφον τὴν ὀφειλήν, ὅταν προσπέσωμεν καὶ τοῦ ζητήσωμε ἔλεος. Ἐλεύθερος τότε ὁ ἄνθρωπος πλέον.  Λυτρωμένος.
Χωρὶς φόβον. Χωρὶς ἀγωνίαν.

2. Τὸ πρὸς ἀλλήλους ἀσήμαντον χρέος.

Ἄς ἐπανέλθωμεν ὅμως εἰς τὴν παραβολήν. Ὁ δοῦλος περιχαρὴς εὐχαριστεῖ τὸν Βασιλέα καὶ ἀναχωρεῖ. Αἴφνης συναντᾷ εἰς τὸν δρόμον ἔνα σύνδουλόν του. Θυμᾶται ὅτι τοῦ χρεωστεῖ ὁ σύνδουλός του αὐτὸς 100 δηνάρια, δηλαδή σημερινὲς 3 λίρες.
 Τὸν πιάνει ἀπὸ τὸν λαιμόν. «Κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε», σημειώνει ἡ παραβολή. Ἐλησμόνησεν, ὁ ἄθλιος, τὴν μεγάλην δωρεὰν τοῦ Κυρίου του; Τόσον ἐνωρίς; Ἀλλοίμονον, ναί. Τὸν παρακαλεῖ λοιπὸν ὁ συνδουλός του. Πέφτει στὰ πόδια του, καίτοι ἦτο ὅμοιός του. Δὲν ἀρνεῖται τὸ χρέος του. Μικρὰν μόνον πίστωσιν χρόνου ζητεῖ, διὰ νὰ τοῦ ἐπιστρέψῃ τὰ ὀφειλόμενα. Ὁ δανειστὴς ὅμως εἶναι ἀσυγκίνητος. Ἀμετάπειστος. «Ἤ τώρα ἤ ἀλλοιῶς στὴ φυλακή». Καὶ τὸ ἔκαμεν. Τὸν ἔρριξεν εἰς τὴν φυλακήν.
Ἡ σκληρὰ καὶ ἀπάνθρωπος αὐτὴ συμπεριφορὰ τοῦ πονηροῦ δούλου δὲν ἦτον δυνατόν νὰ μείνῃ χωρὶς συνεπείεας.
Ὁ Βασιλεὺς ἐπληροφορήθη ἀμέσως τὸ γεγονός. Ὠργίσθη.  Καὶ ἐκάλεσεν αὐτοστιγμεὶ τὸν δοῦλον.
-Ἐγώ, τοῦ εἶπε, σοῦ ἐχάρισα, χωρὶς καμμίαν ἄλλην διατύπωσιν, ὅλο ἐκεῖνο τὸ ἀβάστακτο χρέος σου, διότι μὲ παρεκάλεσες. Ἐσὺ δὲν μποροῦσες νὰ κάμῃς τὸ ἴδιο στὸν συνάδελφό σου γιὰ τὸ ἐλάχιστο χρέος του καὶ νὰ μιμηθῇς τὴν φιλανθρωπίαν μου; Σκληρὲ καὶ ἀπάνθρωπε!
Καὶ ὁ Βασιλεύς, ἀκυρώνων τὴν προηγουμένην ἀπόφασιν, τὸν καταδικάζει εἰς τὰ βασανιστήρια.
Ἀγανάκτησις καὶ ἱερὰ ὀργὴ καταλαμβάνει ὅλους μας διὰ τὴν ἀχαρακτήριστον αὐτὴν συμπεριφοράν τοῦ δούλου.
Ἀλλοίμονον!  Ἡμεῖς εἴμεθα ὁ δοῦλος αὐτός. Οἱ μεγάλοι ἔνοχοι!
Ἐνῷ συγχωρεῖ ὁ Θεὸς τὸ μέγα χρέος τῶν ἰδικῶν μας ὀφειλῶν ἀπέναντί Του, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συγχωρήσωμεν τὰ πταίσματα τῶν ἀδελφῶν μας, τῶν συνδούλων μας. «Εἶναι τρομερὸν κακόν», λέγομεν, «ποὺ μᾶς ἐπροξένησεν ὁ  α ἤ ὁ β!  Μὲ ἠδίκησε, μὲ κατέκλεψε, μοῦ ἐδυσφήμισε τὴν ὑπόληψιν, διέλυσε τὴ οἰκογένειά μου, κατέστρεψε τὴν εὐτυχίαν μου».
Ἄς ὑποθέσωμεν, τώρα, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι σωστά. Εἶπα, ἄς ὑποθέσωμεν.  Διότι πολλὲς φορὲς δὲν εἶναι τὰ πράγματα τόσον τραγικά. Ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ πάθους τὰ βλέπομεν ὑπερβολικώτερα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι. Ἴσως διότι ἐθίγη τὸ συμφέρον μας, εἴτε διότι ἐπληγώθη ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ φιλαρέσκειά μας, εἴτε διότι κατεχόμεθα ἀπὸ καχυποψίαν καὶ δημιουργοῦμεν ζητήματα ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν, εἴτε διότι μᾶς χαρακτηρίζει μιὰ διάθεσις αὐστηρᾶς κριτικῆς τῶν σφαλμάτων τῶν ἄλλων, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι πολὺ συχνὰ παρεξηγοῦμεν τοὺς ἄλλους.
Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι ὄντως μᾶς ἠδίκησαν, μᾶς ἐπλήγωσαν οἱ ἄλλοι. Κακὸν βέβαια.  Δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ κάμουν. Τώρα ὅμως ἔγινε. Μὴ λέγωμεν «δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν συγχωρήσω».  Μὴ ἀφήνωμεν τὴν ψυχήν μας νὰ καίεται μέσα εἰς τὸ φρικτὸ καμίνι τῆς ἐκδικητικότητος. Ἡ ἀνθρώπινη καρδία, ἀδελφέ μου, δὲν ἐπλάσθη διὰ νὰ μισῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀγαπᾷ. Δὲν ἀναπαύεται ἡ ψυχή μας μέσα εἰς τὸ σκοτάδι τῆς ἀντιπαθείας. Ἀναζητεῖ τὸ φῶς, τὸν ἥλιον τῆς ἀγάπης.  Συμφωνῶ, ὅτι μᾶς ἔβλαψεν. Ἄν ὅμως συγκρίνωμεν τὰ ἰδικά μας λάθη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τί λέτε; Θὰ εἶναι μήπως περισσότερα τὰ λάθη τῶν ἀδελφῶν μας ἀπέναντί μας;
Καμμία σύγκρισις.  Σταγόνα στὸν ὠκεανό.  Πῶς, λοιπόν, τώρα θὰ ζητήσωμεν τὴν συγγνώμην ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅταν ἡμεῖς ἀρνούμεθα νὰ τὴν δώσωμεν εἰς τοὺς συναθρώπους μας; Μὲ ποιὸ θάρρος θὰ ἀπευθυνθῶμεν κατὰ τὴν προσφυγήν μας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ θὰ ἐπαναλάβωμεν. «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν; Δὲν εἶναι ἐμπαιγμός;
Ἔπειτα τί κερδίζομεν μὲ τὸ πάθος; Καὶ ἡμεῖς τυραννούμεθα καὶ τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους ὀξύνομεν καὶ πνεῦμα ἐκδικητικότητος δημιουργοῦμε καὶ ὄχι σπανίως εἰς ἔγκλημα καταλήγομεν. Ἐνῷ ἄν εἴπωμεν· «Ἀδελφέ, μὲ ἠδίκησες.  Μοῦ ἔκαμες κακό. Δὲν ἔπρεπε. Μπορῶ νὰ ἐκδικηθῶ. Ἀλλὰ δὲν τὸ θέλει ὁ Θεὸς αὐτό. Τὸ θέλημά Του εἶναι νὰ σὲ συγχωρήσω, νὰ σὲ ἀγαπήσω. Πήγαινε, λοιπόν, εἰς τὸ καλόν.
Σὲ συγχωρῶ μὲ ὅλην μου τὴν καρδιά. Θὰ εὔχωμαι γιὰ τὴν εὐτυχίαν σου». Τὶ μεγάλη νίκη!  Καὶ ἡμεῖς ἔτσι θὰ ἠρεμήσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀδικήσαντα θὰ κερδίσωμεν·  θὰ τὸν συγκλονίσωμεν.  «Τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ», λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος (Ρωμ. ιβ΄20). Εἶναι αὐτὴ ἡ μεγαλυτέρα ἐκδίκησις.

3.Τὰ μεγάλα ὑποδείγματα.

Ζητεῖ ὁ Θεος νὰ συγχωρῶμεν.  Τὸ ἐζήτησεν ἀνέκαθεν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἰδικοὺς του ἀνθρώπους, ἀφοῦ πρῶτος ὁ ἴδιος ἔδειξε τὸ μέγα παράδειγμα τῆς ἀνεξεκακίας. Ἠγάπησεν εὐηργέτησεν, ἔσωσε τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ εὐεργετηθέντες τὸν ἐφραγγέλωσαν, τὸν ἐνέπαιξαν, τὸν ἐκάρφωσαν εἰς τὸν Σταυρόν, τοῦ κατέσχισαν τὰς σάρκας, τὸν ἐπότισαν μὲ χολήν.  Καὶ ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ Του ὁ Μέγας Ἀθῷος δὲν ἀφήνει τοὺς κεραυνούς Του διὰ νὰ συντρίψῃ τοὺς σταυρωτάς Του, ἀλλὰ ξεχύνει τὴν ἀγάπην Του, διὰ νὰ συγχωρήσῃ τοὺς φονευτάς Του. «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἶδασι τί ποιοῦσιν»!
 Ἀνεξίκακε Κύριε!
Καὶ ὅταν ὀλίγον ἀργότερα ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος ὡδηγεῖτο εἰς τὸ μαρτύριον διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἐσταυρωμένου Λυτρωτοῦ καὶ ἐλιθοβολεῖτο ἀπὸ τὸ ἀγριεμένον πλῆθος, τὴν ἰδίαν ἀρετὴν του Διδασκάλου του παρουσίασε. Τὴν ἀνεξικακίαν. «Κύριε, εἶπε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίνα ταύτην» (Πράξ. ζ΄60).
Καὶ ὅταν ἔπειτα ἐξεχύθηκαν εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς σπορᾶς οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἀντίκρυσαν τὴν μανίαν τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως, τὴν ἰδίαν στάσιν ἐτήρησαν. Ἀντέταξαν τὴν ἀγάπην πρὸς τὸ μῖσος, τὴν συγγνώμην  ἀπέναντι στὸ ἔγκλημα. Καὶ ἔγραψεν ὁ Ἀπ. Παῦλος τὰ ἀθάνατα ἐκεῖνα: «Λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν» (Α΄ Κορ. δ΄1 2, 13).
Καὶ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον ὅλοι οἱ γνήσιοι μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ αὐτὴν τὴν ἀρετὴν παρουσίασαν εἰς τὴν ζωήν των. Τὴν ἀνεξικακίαν, τὴν συγχώρησιν.  Διότι εἶναι δεῖγμα ἀνωτερότητος ἡ ἐπιείκεια, ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς νὰ συγχωρῇ. Ἐὰν δὲν μάθωμεν νὰ συγχωρῶμεν, δὲν θὰ αἰσθανθῶμεν μέσα μας ποτὲ τὴν γλυκείαν αὔραν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἐδκήλωσις ψυχικοῦ ἡρωϊσμοῦ νὰ συγχωρῇ κανεὶς τοὺς ἄλλους. Νὰ σβήνῃ μὲ τὸ σφουγγάρι τῆς καλωσύνης τὸ παρελθόν. Νὰ ἀγαπᾷ τὸν ἔχθρόν του. Κάτι περισσότερον. Νὰ τὸν βοηθῇ καὶ νὰ τοῦ εἶναι εὐεγετικός.
Αὐτὸ εἶναι ἡρωϊσμός. Αὐτό εἶναι νίκη.
Παρασημοφοροῦν οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἥρωας εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν.  Καμμία ἄλλη ὅμως ἀνδραγαθία δὲν εἶναι μεγαλυτέρα ἀπὸ αὐτὴν. Νὰ λησμονῇς τὰς ἀδικίας καὶ τὰ τραύματα, ποὺ σοῦ ἔδωσαν οἱ ἄλλοι. Ναί!  Νὰ συγχωρῆς καὶ νὰ ἀγαπᾷς.
Καμμία!

 Ἀγαπητοί,
Ἀναφέρει ἡ Ἐκκλησιαστικὴ μας ἱστορία τὸ ἑξῆς διδακτικὸν γεγονός. Δύο χριστιανοὶ τῆς Ἀντιοχείας, ὁ Σαπρίκιος καὶ ὁ Νίκηφόρος, εἶχαν μῖσος ἀναμεταξύ των. Μίαν ἡμέραν ὁ Σαπρίκος κατὰ τὸν διωγμὸν ἐπὶ Βαλεριανοῦ, ὁμολόγησας τὸν Χριστόν, συνελήφθη καὶ ὡδηγεῖτο εἰς τὸ μαρτύριον.
Ἐπληροφορήθη τὸ πρᾷγμα ὁ Νικηφόρος καὶ ἔσπευσεν εἰς συνάντησιν τοῦ Σαπρικίου, τὸν ὁποῖον καὶ μὲ δάκρυα παρεκάλει νὰ τὸν συγχωρήσῃ, πρὶν ἀποθάνῃ καὶ φύγῃ διὰ τὸν οὐρανόν.  Ματαίως ὅμως. Ὁ Σαπρίκιος ἐπέμενε καὶ δὲν ἤθελεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ συμφιλιωθῇ. Ἔφθασαν εἰς τὸν τόπον τοῦ μαρτυρίου.  Καὶ τότε συνέβη κάτι τὸ φοβερόν.  Ὁ σκληρὸς Σαπρίκιος, ἐνώπιον τῶν βασανιστηρίων, δειλιᾷ καὶ ἀρνεῖται τὸν Χριστόν. Ὁ ἀνεξίκακος ὅμως Νικηφόρος ὁμολογεῖ τὴν πίστιν καὶ ἀποθνήσκει θαρραλέως χάριν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεὸς τὴν ὑστάτην στιγμὴν ἐγκατέλειψε τὸν σκληρόκαρδον καὶ ἐστεφάνωσε μὲ τὸ διάδημα τῆς δόξης τὸν ἀνεξίκακον.
Ἀδελφοί!  Τὶ νὰ εἴπωμεν περισσότερον; Τὸ μεγάλο δίδαγμα μᾶς τὸ δίδει καθαρὰ τὸ χαμένο στεφάνι τοῦ Σαπρικίου!
«Στῶμεν καλῶς»!



Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.102-107)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου