Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Δογματική διδασκαλία τῆς Εκκλησίας μας. Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας 

Ἁγία Γραφή

1. Λέγοντας Ἁγία Γραφή ἐννοοῦμε ἐκεῖνα τά βιβλία πού γράφτηκαν ἀπό τούς ἁγίους Προφῆτες καί Ἀποστόλους μέ τήν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πεύματος, γι᾽ αὐτό καί λέγονται «θεόπνευστα». Διαιροῦνται σέ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί σέ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καί ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη ὁμιλοῦν γιά τόν Χριστό. Καί τίς δύο Διαθῆκες τίς ἑνώνει τό Πρόσωπο τοῦ Μεσσία, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Ἡ μέν Παλαιά Διαθήκη προφητεύει γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία καί προετοιμάζει τόν κόσμο γιά τήν ὑποδοχή Του, ἡ δέ Καινή Διαθήκη μᾶς λέει γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τοῦ Μεσσίου.
Ὅτι ὅλες οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί τοῦ Μεσσίου ἐφαρμόζονται στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ υἱοῦ τῆς παρθένου Μαρίας. Τήν στενή σχέση τῶν δύο Διαθηκῶν μέ τήν σύνδεσή τους στό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τήν ἐκφράζουν τά ὡραῖα αὐτά λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Προέλαβε τήν Καινήν ἡ Παλαιά καί ἡρμήνευσε τήν Παλαιάν ἡ Καινή. Καί πολλάκις εἶπον, ὅτι δύο Διαθῆκαι καί δύο παιδίσκαι καί δύο ἀδελφαί τόν ἕνα Δεσπότην δορυφοροῦσι. Κύριος παρά προφήταις καταγγέλλεται, Χριστός ἐν Καινῇ κηρύσσεται. Οὐ καινά τά καινά, προέλαβε γάρ τά παλαιά. Οὐκ ἐσβέσθη τά παλαιά, ἡρμηνεύθη γάρ ἑν τῇ Καινῇ».1 Καί ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος εἶπε αὐτόν τόν ὡραῖο λόγο: «Ἡ Καινή Διαθήκη κρύβεται στήν Παλαιά καί ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀνοίγεται στήν Καινή».2

2. Οἱ ὅροι «Παλαιά» καί «Καινή» Διαθήκη βρίσκονται σ᾽ αὐτήν τήν Ἁγία Γραφή. Ὁ προφήτης Ἰερεμίας προφητεύει γιά «Καινή Διαθήκη», ἡ ὁποία πρόκειται νά συναφθεῖ μέ τόν Θεό (Ἰερ. 38,31), καί ὡς «Καινή» προϋποθέτει ὑπάρχουσα «Παλαιά» Διαθήκη. Καί ὁ Κύριός μας μίλησε γιά τήν «Καινή» Διαθήκη, ἡ ὁποία θά συναφθεῖ μέ τό αἷμα Του (Ματθ. 26, 28). Μέ βάση τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει στό Β´ Κορ. 3,6 γιά «Καινή Διαθήκη» καί στόν στίχ. 14 γιά «Παλαιά Διαθήκη» (βλ. Γαλ. 4,24. Ἑβρ. 8,7.9.15. 13,20).

Περί Παλαιᾶς Διαθήκης3

1. Ἡ Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά ἑρμηνεύεται χριστολογικά. Ἔτσι τήν ἑρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πραγματικά ἡ Παλαιά Διαθήκη χωρίς τήν χριστολογική της ἑρμηνεία ἔχει «κάλυμμα», εἶναι ἀκατανόητη (βλ. Β´ Κορ. 3,12-6). Ὅλη τήν Παλαιά Διαθήκη τήν βλέπουμε σάν μία προφητεία περί τοῦ Χριστοῦ, προφητεία εἴτε μέ λόγια εἴτε μέ τύπους. Προλαμβάνουν οἱ τύποι, γιά νά μᾶς γίνει πιστευτή ἡ ἀλήθεια ἄς ἀναφέρουμε ἕνα παράδειγμα: Γιά νά μήν «ξαφνιαστοῦμε» ἀπό τό φοβερό γεγονός τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό μέγα γεγονός τῆς θυσίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί μᾶς γίνει, λοιπόν, δυσπαράδεκτο, προλαμβάνουν οἱ τύποι του στήν Παλαιά Διαθήκη, πού μᾶς προετοιμάζουν νά τό δεχτοῦμε εὔκολα ἕνας τέτοιος τύπος εἶναι ἡ θυσία τοῦ Ἰσαάκ ἀπό τόν πατέρα του Ἀβραάμ. Ὁ Θεός σάν νά λέει: Ἔδωσα τόν Υἱό μου νά θυσιαστεῖ ἀλλά πρίν ἀπό Μένα τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ Ἀβραάμ!!!4
Τό θέμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λοιπόν, ὅπως καί τῆς Καινῆς, εἶναι ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ. Μέ τήν διαφορά ὅτι ἐνῶ στήν Νέα Διαθήκη ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι σαρκωμένος στήν Παλαιά εἶναι ἄσαρκος.

2. Πρέπει νά μελετοῦμε τήν Παλαιά Διαθήκη. Ἡ θεία ἀποκάλυψη πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή δόθηκε προοδευτικά. Γιά νά σπουδάσουμε, λοιπόν, τήν ἀποκάλυψη αὐτή, θά πρέπει νά ἀρχίσουμε ἀπό τά πρῶτα μαθήματά της, πού περιέχονται στήν Παλαιά Διαθήκη καί ἔπειτα νά προχωρήσουμε στά ὑψηλά της μαθήματα, πού περιέχονται στήν Καινή Διαθήκη• γιατί, διαφορετικά, θά μᾶς εἶναι ἀκατανόητη ἡ ὑψηλή διδασκαλία τῆς Καινῆς καί δέν θά μπορέσουμε νά συλλάβουμε τό σχέδιο πού ἔκανε γιά τήν σωτηρία μας καί πού ἀρχίζει ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη (βλ. Ἑβρ. 1,1). Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἡ βάση τῆς Καινῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας στηρίζεται στήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων, στήν Παλαιά δηλαδή καί στήν Καινή Διαθήκη. Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας (Α´ Κυριακή Νηστειῶν) διακηρύσσουμε:.«Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν... οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν».
Ἡ Καινή Διαθήκη δέν κατήργησε τήν Παλαιά, ἀλλά τήν συμπλήρωσε. Ὁ Κύριός μας εἶπε: «Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τόν νόμον ἤ τούς προφήτας οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλά πληρῶσαι» (Ματθ. 5,17). Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη περιέχονται γενικά τρία πράγματα, τά ὁποῖα ἡ Καινή Διαθήκη ἀντιμετωπίζει μέ τρεῖς διαφορετικούς τρόπους: α) Τό τελετουργικό μέρος (Λεϋιτικό). Τό μέρος αὐτό καταργήθηκε τελείως καί δέν ἔχει καμμία ἰσχύ. β) Ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πίστη καί τήν ἠθική. Τό μέρος αὐτό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὄχι μόνο δέν καταργεῖται στήν Καινή, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί τελειοποιεῖται γιατί στήν Καινή Διαθήκη ἔχουμε τήν τέλεια Ἀποκάλυψη πού κήρυξε ὁ σαρκωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἠθικός τρόπος ζωῆς τελειοποιεῖται καί αὐτός, γιατί ἡ πολυγαμία γίνεται μονογαμία καί ἰσόβια παρθενία καί ἡ ἀντιδικία γίνεται ἀπόλυτη ἀγάπη. Καί γ) ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πραγματοποιεῖται στήν Καινή καί παραμένει. – Δέν εἶναι ἄχρηστη, λοιπόν, ἡ Παλαιά Διαθήκη, ἐπειδή ἦρθε ἡ Καινή. Ὁ Χριστός δέν κατήργησε τήν Παλαιά, ἀλλά τήν συμπλήρωσε: «Τοσοῦτον οὖν κέρδος (τῆς Π.Δ.) φησίν, ἔλυσεν ὁ Χριστός; Μή γένοιτο ἀλλά καί σφόδρα ἐπέτεινε» (Χρυσόστομος).5

3. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη λέει πολλά πού φαίνονται σκανδαλώδη πρέπει ὅμως νά λάβουμε ὑπόψη ὅτι αὐτή παραλαμβάνει τόν ἄνθρωπο στήν πεσμένη του, τήν ἀσθενική του κατάσταση καί τοῦ μιλάει τήν γλώσσα του, νά τό πεῖ κανείς ἔτσι, γιά νά τόν ἀνορθώσει σταδιακά. «Τῆς ἀσθενείας τῶν δεχομένων τούς νόμους ἦν τά λεγόμενα τότε», λέει κάπου ὁ Χρυσόστομος.6 Ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων εἶχε τά ὀδυνηρά της ἀποτελέσματα, ἡ ἁμαρτία ἔγινε «καθ᾽ ὑπερβολήν ἁμαρτωλός» κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Ρωμ. 7,13). Καί αὐτά τά ὀδυνηρά ἀποτελέσματα τῆς πτώσης, αὐτή τήν ὑπερβολικά ἁμαρτωλή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μᾶς παρουσιάζει ἡ Παλαιά Διαθήκη, γι᾽ αὐτό καί φαίνονται ὡς σκανδαλώδεις οἱ περικοπές της.
Σκάνδαλο, πάλι, προκαλεῖ τό πλῆθος τῶν νόμων, τῶν ἐντολῶν καί διατάξεων στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἔχει καί ἡ πληθύς αὐτή τῶν νόμων τόν σκοπό της: Ἡ Παλαιά Διαθήκη σκοπό ἔχει νά πείσει τούς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί νά κάνει στενό τό πέρασμα γιά τήν σωτηρία, ὥστε οἱ ἄνθρωποι, μή δυνάμενοι νά σωθοῦν ἀπό τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νά ζητήσουν ἀπό ἀλλοῦ τήν σωτηρία τους. Στόν νόμο τοῦ Μωυσῆ ἦταν γραμμένο ὅτι ὅποιος ἐφήρμοζε ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς διατάξεις του θά σωζόταν: «Ὁ ποιήσας αὐτά ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς» (Λευιτ. 18,5, βλ. καί Ρωμ. 10,5). Ἀλλά δέν ἦταν δυνατόν νά ἐφαρμόσει κανείς ὅλες τίς διατάξεις τοῦ νόμου, τίς τόσες πολλές. Ἑπομένως δέν μποροῦσαν νά δικαιωθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιατί σέ κάποια ἐντολή του θά γίνονταν ὁπωσδήποτε παραβάτες. Ἀπό κάπου ἀλλοῦ, λοιπόν, ἔπρεπε νά ζητήσουν τήν σωτηρία τους: Ἀπό τόν ἀναμενόμενο Μεσσία, τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού ἡ ἴδια ἡ Παλαιά Διαθήκη προφήτευε.
Ὁ σκοπός τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι νά κάνει τούς ἀναγνῶστες του νά νοήσουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί μέ τίς παραβάσεις τῶν ἐντολῶν του καί ἔνοχοι γιά τίς παραβάσεις τους αὐτές νά κραυγάσει ὁ καθένας: «Ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Καί ἐπειδή ἡ σωτηρία, ὅπως ἡ ἴδια ἡ παλαιά Διαθήκη τό λέει, θά ἐρχόταν ἀπό τόν ἀναμενόμενο Μεσσία, τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὑπόβαθα ἡ προσευχή καί τοῦ κόσμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν αὐτή: ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ (ἔλα νά μέ σώσεις) ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ.

4. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὡς νά βλέπουμε τόν Θεό νά καλλιεργεῖ τό κηπάριό Του, τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ καί ὅταν τό κηπάριό Του αὐτό δίνει τόν πιό γλυκό καρπό, τότε ὁ Θεός τόν κόβει, τόν παραλαμβάνει καί ἐργάζεται ἀπό τόν καρπό αὐτό τοῦ Ἰσραήλ τήν σωτηρία γιά ὅλο τόν κόσμο. Ὁ καρπός αὐτός εἶναι ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!
Πράγματι, «ἡ Παναγία, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό καί τήν Ὀρθόδοξο πίστη, εἶναι ἡ κορυφή καί τό τέλος ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, καί εἰς αὐτήν ἀναφέρονται ὅλαι αἱ προεικονίσεις καί προτυπώσεις καί προφητεῖαι της (Β´ 9-10). Εἶναι ἡ ἀποκορύφωσις καί ὁ καρπός ὅλης τῆς παλαιοδιαθηκικῆς «παιδαγωγικῆς» προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος διά τήν ὑποδοχήν τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Σωτῆρος, καί διά τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νά γίνη ὁ χωρισμός της ἀπό τό ἀνθρώπινο γένος τοῦ Ἀδάμ. Διά τοῦτο τήν ὀνομάζει ὁ ἱερός πατήρ «θυγατέρα τοῦ Ἀδάμ» (Γ´,2. Α´,6), ἐνῶ τόν Δαυίδ ὀνομάζει «προπάτορα καί θεοπάτορα» (Γ´,2) ἀπό τήν ρίζα τοῦ ὁποίου «κατ᾽ ἐπαγγελίαν» (Β´ 7 Ἔκδ. ΙV, 14) ἐγεννήθη ἡ Παναγία, συνενοῦσα ἐν ἑαυτῇ τήν ἱερατικήν καί βασιλικήν ρίζαν (Α´ 6)».7
Ὁ Θεός θέλει νά μή μολυνθεῖ τό κηπάριό Του, νά παραμείνει ὁ λαός Του ἀνέπαφος ἀπό κάθε ξένο στοιχεῖο θέλει ἡ δική Του γενεά νά μείνει καθαρή, τά τέκνα Του νά ἀγωνίζονται ἐνάντια πρός τό σπέρμα τοῦ ὄφεως καί ποτέ νά μή συνθηκολογήσουν μέ αὐτό. Ἀπό τήν ἀρχή ὁ Θεός κήρυξε ἔχθρα τῶν δύο γενεῶν, τῆς καλῆς καί τῆς κακῆς (βλ. Γεν. 3,15). Ὅταν ἔγινε ἡ μείξη τῶν δύο αὐτῶν γενεῶν (Γένεσις κεφ. 6) ἔγινε ὁ φοβερός κατακλυσμός. Ποτέ, λοιπόν, φιλία, ποτέ συνθηκολόγηση μέ τούς ἀλλοτρίους. Πολεμική κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστης, γιά νά παραμείνει ὁ λαός τοῦ Θεοῦ καθαρός ἀπό τήν πλάνη τους καί τήν διαφθορά τους καί νά πετύχει τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο ἐξελέγη. Σ᾽ αὐτή περίπου τήν βάση θά πρέπει νά ἑρμηνευτοῦν οἱ πόλεμοι τοῦ Ἰσραήλ, πού διεξάγει μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ κατά τῶν ἀλλοτρίων πρός τήν πίστη του ἐθνῶν.
Μέ ὅσα εἴπαμε παραπάνω θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη πρέπει νά ἑρμηνεύεται θεολογικά ἄν δέν σπουδάσουμε νά βροῦμε τήν θεολογία της, δέν θά τήν κατανοήσουμε καί θά τήν θεωροῦμε ἕνα ἄνοστο καί σκανδαλῶδες ἴσως ἀνάγνωσμα. Καί ἔτσι θά τήν περιφρονοῦν οἱ πολλοί, ὅπως καί πραγματικά συμβαίνει.

5. Ἡ Παλαιά Διαθήκη, κατά τήν μετάφραση τῶν Ο´ πού χρησιμοποιεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας,8 χωρίζεται σέ 49 βιβλία. Περιλαμβάνει ὅμως ἡ μετάφραση αὐτή καί τά «δευτεροκανονικά» ἤ «ἀναγιγνωσκόμενα» λεγόμενα βιβλία καί ὄχι μόνο τά βιβλία τοῦ στενοῦ Ἰουδαϊκοῦ Κανόνα,9 τά «πρωτοκανονικά» ἤ ἁπλῶς «κανονικά» λεγόμενα.10 Ἡ Ἐκκλησία μας δηλαδή δέχεται τόν εὐρύ Κανόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού, ὅπως παραδέχονται πολλοί,11 ἴσχυε στήν ἀρχή σ᾽ ὅλους τούς Ἰουδαίους, ἀλλά ἀργότερα, γιά διαφόρους λόγους, ἀποκλείστηκαν τά λεγόμενα «δευτεροκανονικά» καί στένεψε ὁ Κανόνας.12
Ἡ ἀδιαίρετη, λοιπόν, παλαιά χριστιανική Ἐκκλησία παρέλαβε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης13 τόν Κανόνα της μέ τήν εὐρύτερη μορφή του, πού περιλαμβάνει καί τά δευτεροκανονικά βιβλία μαζί μέ τά πρωτοκανονικά.
Ὁ στενός Ἰουδαϊκός Κανόνας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιλαμβάνει 38 βιβλία αὐτά εἶναι τά λεγόμενα «πρωτοκανονικά». Ἐπειδή ὅμως τά γράμματα τῆς ἑβραϊκῆς ἀλφαβήτου εἶναι 22, γι᾽ αὐτό καί ἕνωσαν μερικά βιβλία, ἔχοντα σχέση κατά τό περιεχόμενο, σέ ἕνα βιβλίο καί ἔτσι τά βιβλία ἀριθμοῦνται σέ 22. «Ἰστέον δέ, ὡς εἴκοσι δύο βίβλοι εἰσί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατά τά στοιχεῖα τῆς Ἑβραΐδος φωνῆς» (Δαμασκηνός).14 Γράφουμε τά 38 πρωτοκανονικά βιβλία κατά τήν σύμπτυξή τους αὐτή σέ 22: 1. Γένεσις 2. Ἔξοδος 3. Λευιτικόν 4. Ἀριθμοί 5. Δευτερονόμιον 6. Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ 7. Κριταί καί Ρούθ 8. Πρῶτον καί Δεύτερον Βασιλειῶν (καλοῦνται καί, Πρῶτον καί Δεύτερον Σαμουήλ) 9. Τρίτον καί Τέταρτον Βασιλειῶν (καλοῦνται καί Πρῶτον καί Δεύτερον Βασιλειῶν) 10. Πρῶτον καί Δεύτερον Παραλειπομένων (καλοῦνται καί Πρῶτον καί Δεύτερον Χρονικῶν) 11. Ἔσδρας (Εἶναι τό Δεύτερο Ἔσδρας) καί Νεεμίας 12. Ἐσθήρ 13. Ἰώβ 14. Ψαλμοί 15. Παροιμίαι 16. Ἐκκλησιαστής 17. Ἆσμα Ἀσμάτων 18. Ἡσαΐας 19. Ἰερεμίας 20. Ἰεζεκιήλ 21. Δανιήλ 22. Οἱ δώδεκα Προφῆτες (Ὠσηέ, Ἰωήλ, Ἀμώς, Ὀβδιού, Ἰωνᾶς, Μιχαίας, Ναούμ, Ἀββακούμ, Σοφονίας, Ἀγγαῖος, Ζαχαρίας, Μαλαχίας).
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ὅλα αὐτά τά βιβλία τά συμπτύσσει σέ 4 πεντατεύχους καί προσθέτει καί τά ὑπόλοιπα δύο βιβλία.15
Τά δευτεροκανονικά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού περιλαμβάνονται, μαζί μέ τά πρωτοκανονικά, στήν μετάφραση τῶν Ο´, εἶναι τά ἑξῆς: Τωβίτ Ἰουδίθ Πρῶτον Ἔσδρας Πρῶτον, Δεύτερον καί Τρίτον Μακκαβαίων Σοφία Σολομῶντος Σοφία Σειράχ Βαρούχ Ἐπιστολή Ἰερεμίου καί τά δευτεροκανονικά τεμάχια τῆς Ἐσθήρ καί τοῦ Δανιήλ. – Τά βιβλία αὐτά ἡ Ἐκκλησία μας τά θεωρεῖ κανονικά, ἰσόκυρα πρός τά ἄλλα, τά πρωτοκανονικά βιβλία ἐπίσημοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί στήν Ἀνατολή (ὅπως ὁ Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Ἰωαν. Χρυσόστομος, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, κ.ἄ.) καί στήν Δύση (ὅπως οἱ Λακτάντιος, Ἀμβρόσιος, Αὐγουστῖνος, κ.ἄ.) δέν κάνουν καμμία διάκριση μεταξύ τῶν πρωτοκανονικῶν βιβλίων καί χρησιμοποιοῦν καί ἀπό τά δύο χωρία στούς λόγους τους καί τά συγγράμματά τους. Καί ὁ 85ος Κανόνας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων16 πού ἀριθμεῖ τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατά τόν στενό Ἰουδαϊκό Κανόνα συμπεριλαμβάνει σ᾽ αὐτά καί τά τρία βιβλία τῶν Μακκαβαίων καί τήν Σοφία Σειράχ, πού εἶναι δευτεροκανονικά, καί τά θεωρεῖ ὅλα τά βιβλία «σεβάσμια καί ἅγια». Καλόν ὅμως εἶναι νά γίνεται ἡ διάκριση τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σέ κανονικά καί ἀναγιγνωσκόμενα, ὅπως κάνουν ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.17
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ἰωάν. Χρυσοστόμου ὁμιλία εἰς τό «Ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου» καί εἰς τήν ἀπογραφήν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, MPG. 50,796.
2. «Novum Testamentum in Vetere latet. Vetus Testamentum in Novo patet» (Αὐγουστίνου ἐρωτ. 73 στήν Ἔξοδο).
3. Περί τῆς θεολογικῆς σημασίας καί γενικῶν γνώσεων τῆς Π.Δ. βλέπε τήν εἰσαγωγή τοῦ ὑπομνήματος μας στήν Γένεση (Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, Ἰανουάριος 2014).
4. Παραθέτουμε αὐτήν τήν ὡραία περικοπή τοῦ ἱεροῦ Χρυστοστόμου: «Καθάπερ βασιλέως εἰσιόντος, προτρέχουσι στρατιῶται, ὥστε μή ἀθρόον ἀπαρασκευάστως δέξασθαι τόν βασιλέα• οὕτω καί θαύματος μέλλοντος γίνεσθαι παραδόξου, προτρέχουσι τύποι, ὥστε ἡμᾶς προμελετήσαντας μή καταπλαγῆναι ἀθρόον, μηδέ ἐκστῆναι τῷ παραδόξῳ τοῦ γινομένου. Τοῦτο καί ἐπί τοῦ θανάτου» (τοῦ Χριστοῦ) (Εἰς τήν ὁμιλία «Περί μή ἀπογνώσεως καί προσευχῆς κατά ἐχθρῶν». Εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων τ. 20,357ΑΒ).
5. Εἰς τό κατά Ματθαῖον ὁμιλία ΛΘ´ (Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων τ. 66 σ. 267).
6. Εἰς τό Κατά Ματθαῖον ὁμιλία ΙΖ´, ΕΠΕ 9, 606.25. Καί ἀλλοῦ λέει γιά τούς νόμους τῆς Παλ. Διαθήκης:«Οὐ πολλή ἀρίστης πολιτείας ἡ ἀκρίβεια, ὅτε εἰσαγωγή τοῦ θείου ἦν, ὅτε παιδικά τά παραγγέλματα, ὅτε τό γάλα, ὅτε ὁ παιδαγωγός, ὅτε ὁ λύχνος, ὅτε ὁ τύπος καί σκιά» (Ὁμιλία, Περί εἱμαρμένης καί προνοίας Β´. Εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων 39, σ.121-122).
7. π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ, σ. 244. Οἱ σημειούμενες στήν ἀνωτέρω περικοπή παραπομπές Β, Γ ἀναφέρονται σέ θεομητορικές ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Βλ. Βιβλίον Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ἔκδοσις ἱδρύματος «ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΣΟΣ»).
8. Μετάφραση τῶν Ο´ (Ἑβδομήκοντα) ἤ κατά τούς Ο´ καλεῖται ἡ γνωστή σέ μᾶς μετάφραση τῆς Π.Δ., ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Λέγεται Ο´ ἀντί ΟΒ´ γιά τό στρογγυλό τοῦ ἀριθμοῦ, γιατί κατά τήν παράδοση ἡ μετάφραση αὐτή ἔγινε ἀπό ἑβδομήντα δύο (ΟΒ´) ἑρμηνευτές. Κατά τήν παράδοση αὐτή, ἡ ὁποία γιά πρώτη φορά ἀναφέρεται στήν ψευδεπίγραφη ἐπιστολή τοῦ Ἀριστέου, ὁ βασιλιάς τῆς Αἰγύπτου Πτολεμαῖος ὁ Β´, ὁ Φιλάδελφος, θέλοντας νά πλουτίσει τήν βιβλιοθήκη του μέ τήν νομοθεσία τῶν Ἑβραίων, ἔστειλε πρεσβεία στόν Ἰουδαῖο ἀρχιερέα Ἐλεάζαρο παρακαλώντας τον νά στείλει στήν Ἀλεξάνδρεια ἀντίγραφο τῆς θείας νομοθεσίας μαζί δέ καί ἱκανούς ἄνδρες νά τήν μεταφράσουν στήν ἑλληνική. Ὁ ἀρχιερέας Ἐλεάζαρος ἔστειλε στήν Αἴγυπτο ἐπιτροπή ἀπό ΟΒ´ (ἑβδομήντα δύο) πρεσβυτέρους (ἕξι ἀπό κάθε φυλή) ἀντίγραφα τῆς βίβλου τοῦ «Νόμου». Αὐτοί μετέφρασαν τόν «Νόμο» μέ πολλή ἀκρίβεια σέ 72 (ΟΒ´) ἡμέρες σέ κάποιο οἴκημα τῆς νήσου Φάρου, πού βρίσκεται κοντά στήν Ἀλεξάνδρεια. ῾Η ἰουδαϊκή κοινότητα τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπεδοκίμασε τήν μετάφραση αὐτή καί ζήτησε ἀντίγραφό της, ὁ δέ βασιλεύς ἐξέφρασε τόν θαυμασμό του γι᾽ αὐτή. Οἱ ἐκκλησιαστικοί Πατέρες καί συγγραφεῖς δέχονται τήν γνησιότητα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀριστέου. Ἀργότερα ὅμως διατυπώθηκαν ἀμφιβολίες περί αὐτῆς. Ἐναντίον τῶν ἀμφιβολιῶν αὐτῶν ἐπιτίθεται τό γιγάντιο τετράτομο ἔργο τοῦ σοφοῦ διδασκάλου τοῦ Γένους Κ. Οἰκονόμου «Περί τῶν Ο´ ἑρμηνευτῶν». Γενικά σήμερα πιστεύεται ὅτι ἡ μετάφραση τῶν Ο´ ἔγινε ἐπί Πτολεμαίου Β´ τοῦ Φιλαδέλφου (285-246) ἀπό ἑλληνιστές Ἰουδαίους στήν Ἀλεξάνδρεια γιά τίς θρησκευτικές ἀνάγκες τῶν πολυαρίθμων Ἰουδαίων τῆς Αἰγύπτου, πού μιλοῦσαν τήν ἑλληνική ὡς μητρική γλώσσα. Τό ἔργο τῆς μετάφρασης ἄρχισε πρίν ἀπό τά μέσα τοῦ γ´ π.Χ. αἰώνα καί τελείωσε καί κατά τά τρία μέρη τῆς Π.Δ. μετά τά μισά τοῦ β´ π.Χ. αἰώνα. Ἡ γλώσσα τῆς μετάφρασης τῶν Ο´ εἶναι ἡ λεγόμενη ἑλληνιστική κοινή καί μᾶλλον ἡ δημώδης κοινή, περιέχει ὅμως καί πολυάριθμους σημιτισμούς (ἑβραϊσμούς καί ἀραμαϊσμούς). Παρά τό ὅτι τά βιβλία τῆς μετάφρασης αὐτῆς δέν μεταφράστηκαν κατά τόν ἴδιο χρόνο, ἀλλά σέ διάστημα περίπου 150 ἐτῶν, καί παρά τό ὅτι ἡ μετάφραση ἔγινε ἀπό πολλούς μεταφραστές μέ διάφορη μόρφωση, ὅμως τό ἔργο παρουσιάζει γλωσσική ἑνότητα, ἄν καί ὄχι ἀπόλυτη. Γιά νά κατανοήσουμε τήν ἀξία τῆς μετάφρασης τῶς Ο´ πρέπει νά λάβουμε ὑπόψη ὅτι πρόκειται γιά μετάφραση στήν ἑλληνική ἀπό νεκρή γλώσσα καί μάλιστα σημιτική. Γιά τίς δυσχέρειες τοῦ ἔργου αὐτοῦ ἔχουμε σαφῆ μαρτυρία ἀπό ἄνδρα πού τίς δοκίμασε, τόν συγγραφέα τοῦ βιβλίου τῆς Σοφίας Σειράχ. ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ ὅτι «οὐκ ἰσοδυναμεῖ αὐτά ἐν ἑαυτοῖς ἑβραϊστί λεγόμενα κάι ὅταν μεταχθῇ εἰς ἑτέραν γλῶσσαν» (Πρόλογος Σοφίας Σειράχ). Ἐπίσης πρέπει νά λάβουμε ὑπόψη ὅτι οἱ φιλοπονήσαντες τήν μετάφραση αὐτή στηρίχτηκαν σέ ἑβραϊκά πρωτότυπα ἄστικτα (τοῦ γ´ καί β´ π.Χ. αἰώνα), πολύ παλαιότερα ἀπό τά πρωτότυπα ἐκεῖνα πού χρησιμοποίησαν οἱ Μασορῖτες.
Τήν μετάφραση τῆς Π.Δ. τῶν Ο´ χρησιμοποίησε ἀπό τήν ἀρχή ἡ χριστιανική Ἐκκλησία, ὅπως βλέπουμε στήν Κ.Δ., ὅπου τά πιό πολλά ἀπό τήν Π.Δ. χωρία της παρατίθενται κατά τούς Ο´. Καί στούς μετέπειτα χρόνους τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας ἡ μετάφραση αὐτή ἀναγιγνωσκόταν στήν λατρεία καί χρησιμοποιόταν γιά τήν χριστιανική μόρφωση καί τίς θεολογικές συζητήσεις. Ἡ μετάφραση τῶν Ο´ παρέμεινε στήν οὐσία ὡς ἡ ἐπίσημη Βίβλος ὁλοκλήρου γενικά τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀνατολή καί στήν δύση. Καί οἱ ἀλλόγλωσσες μεταφράσεις, πού ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται ἀπό τόν β´ μ.Χ. αἰώνα, στηρίχτηκαν στήν μετάφραση τῶν Ο´ ἤ τοὐλάχιστον δέχτηκαν τήν ἐπίδρασή της. Ἡ ἀρχή αὐτή ἰσχύει καί γιά τήν Βουλγάτα, τήν Βίβλο Ρωμαιοκαθολικῶν. Στήν Ὀρθόδοξη ἀνατολική Ἐκκλησία μας ἡ μετάφραση τῶν Ο´ παραμένει ὡς ἡ ἐπίσημη ἐκκλησιαστική Βίβλος καί αὐτή χρησιμοποιεῖται στήν δημόσια λατρεία. Δέν δέχεται ὅμως ἡ Ἐκκλησία μας τήν μετάφραση αὐτή ὡς θεόπνευστη, γιατί θεοπνευστία σέ μετάφραση δέν νοεῖται. Τήν θεωρεῖ ὅμως «ὡς θεόθεν οἰκονομηθεῖσαν», ὅπως λέει ὁ Εὐσέβιος, ὅτι ἔγινε μέ τό δάκτυλο τῆς Θείας Προνοίας. Ἡ Κ.Δ. παραθέτει χωρία καί ἀπό τό Ἑβραϊκό κείμενο, οὐδέποτε δέ ἀποδοκιμάστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ἡ διόρθωση τῆς μεταφράσεως τῶν Ο´ ἀπό ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες βάσει τοῦ Ἑβραϊκοῦ. Ἐπειδή τήν μετάφραση τῶν Ο´ τήν χρησιμοποίησαν οἱ χριστιανοί στίς χριστολογικές συζητήσεις τους μέ τούς Ἰουδαίους, οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχισαν νά δυσπιστοῦν πρός αὐτή καί νά τήν διαβάλλουν ὡς «μή οὖσα ἔν τισιν ἀληθής» (Ἰουστ. Διάλ. πρός Τρύφ. 68). Γι᾽ αὐτό καί κατά τόν β´ αἰώνα ἄρχισαν στήν ἑλληνική Διασπορά νά ἐμφανίζονται νέες ἑλληνικές μεταφράσεις, τοῦ Ἀκύλα, τοῦ Συμμάχου καί τοῦ Θεοδοτίωνα. Ἀπό αὐτές στήν παλαιά Ἐκκλησία ἔγινε περισσότερο δεκτή ἡ μετάφραση τοῦ Θεοδοτίωνα, ὅπως ἀποδεικνύει ἠ ἀντικατάσταση τῆς μετάφρασης τῶν Ο´ στόν Δανιήλ ἀπό τήν σχετικά ἀκριβέστερη στό βιβλίο αὐτό μετάφραση τοῦ Θεοδοτίωνα.
9. Ἡ λέξη «κανόνας» σημαίνει κυρίως τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο μετριέται ἡ εὐθεῖα σέ μία οἰκοδομή• μεταφορικῶς ὅμως σημαίνει τό μέτρο πού θά ρυθμιστεῖ ἡ «εὐθεῖα», τό τί πρέπει δηλαδή νά κάνουμε. Μέ ἀνάλογη μεταφορική ἔννοια χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη ἤδη στήν Κ.Δ. (Γαλ. 6,16. Φιλ. 3,16) Σύμφωνα μ᾽ αὐτή τήν χρήση τῆς λέξης στήν Κ.Δ. χρησιμοποιήθηκε πολύ νωρίς στήν Ἐκκλησιαστική γραμματεία, γιά νά δηλωθεῖ ἡ ἐπίσημη ἐκκλησιαστική διδασκαλία, πού ρύθμιζε τόν βίο τῶν χριστιανῶν. Ἀπό τόν 4ο δέ αἰώνα ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλωθεῖ ὁ «κατάλογος» τῶν Ἁγίων Γραφῶν, στόν ὁποῖο συμπεριελήφθησαν τά ἱερά βιβλία, πού ἡ Ἐκκλησία ἔκρινε ὡς θεόπνευστα. – Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἐπίσης ὁ ὅρος «κανόνες» χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλωθοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. «Κανονικό» στήν Ἐκκλησία μας σημαίνει τό σύμφωνο μέ τούς ἱερούς Κανόνες Της, ἐνῶ «μή κανονικό» σημαίνει τό μή σύμφωνο μέ τούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀρχικά ὅμως «κανονικό» ἐσήμαινε τό βιβλίο τό περιλαμβανόμενο στόν Κανόνα αὐτό. Στούς Προτεστάντες τά «μή κανονικά» βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὀνομάζονται «ἀπόκρυφα»• μέ τόν ὅρο αὐτό ἐννοοῦν τά «δευτεροκανονικά» βιβλία.
10. Ἄστοχες εἶναι οἱ ἐκφράσεις «πρωτοκανονκά» καί «δευτεροκανονικά», σάν δηλαδή ὡρισμένα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νά εἶναι κατώτερης σημασίας. Καί τίς ἐκφράσεις αὐτές μᾶς τίς εἰσήγαγαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί συγκεκριμένα ὁ καθολικός θεολόγος Σῆξτος ὁ ἐκ Σιέννης (1520-1569). Μπορεῖ ὅμως νά πεῖ κανείς ὅτι ὁ ὅρος «δεύτερος Κανών» καί ἑπομένως «δευτεροκανονικά» ἔχει τήν ρίζα στήν ἑξῆς φράση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου τοῦ Ἱεροσολύμων: «Τά δέ λοιπά ἔξω κείσθω ἐν δευτέρῳ», Δ´ Κατηχ. 36. Καταχρηστικά, λοιπόν, χρησιμοποιοῦμε τούς ὅρους «πρωτοκανονικά» καί «δευτεροκανονικά».
11. Ἀπό τούς δικούς μας ὁ K. Οἰκονόμος• ἀπό τούς ξένους πολλοί ρωμαιοκαθολικοί (Kaulen, Hoberg, Nikel, Scholz κ.ἄ.) καί μερικοί διαμαρτυρόμενοι (De Lagarde).
12. Ὑπάρχει καί ἄλλη γνώμη ὅτι ὑπῆρχαν δύο Κανόνες, ὁ ἕνας στενός, πού ἴσχυε στήν Παλαιστίνη (Παλαιστινός) καί ὁ ἄλλος εὐρύς, πού ἴσχυε στήν Αἴγυπτο (Ἀλεξανδρινός). Ἡ γνώμη αὐτή δέν φαίνεται πιθανή, γιατί δέν συμφωνεῖ μέ τό γεγονός τῆς θρησκευτικῆς ἐξάρτησης τοῦ αἰγυπτιακοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ἀπό τόν παλαιστινό. (Βλ. Π. Μπρατσιώτου, Ἐπίτομος εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, Ἐν Ἀθήναις 1955, σ. 242).
13. Ἄν καί ἡ Ἐκκλησία μέ τήν αὐστηρή ἔννοια τοῦ ὅρου ἱδρύθηκε μόνο μέ τό ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 16,18), ὅμως, κατά κάποια ἔννοια, μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο καί γιά τούς ἀνθρώπους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού λαχταροῦσαν τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Μετά τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ στόν Σταυρό, ὅταν Αύτός κατέβηκε στόν Ἅδη καί «τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασιν ἐκήρυξεν» (Α´ Πέτρ. 3,19), ἔφερε τούς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μαζί του στόν Παράδεισο καί τότε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας γιορτάζει τούς Προπάτορες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τούς Πατριάρχες καί Προφῆτες ὡς ἁγίους, ἴσους μέ τούς ἁγίους τῆς Καινῆς Διαθήκης. Περί τῆς Ἐκκλησίας γενικά θά γράψουμε στό οἰκεῖο κεφάλαιο στήν σειρά τῶν δογματικῶν μας ἐδῶ μελετῶν.
14. Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, κ. 90 περί Γραφῆς.
15. Α´ Πεντάτευχος (ἤ νομοθεσία): Γένεσις, Ἔξοδος, Λευϊτικόν, Ἀριθμοί, Δευτερονόμιον. Β´ Πεντάτευχος (τά καλούμενα Γραφεῖα ἤ ἀπό ἄλλους Ἁγιόγραφα): Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, Κριταί - Ρούθ, Α´ Β´ Βασιλειῶν, Γ´-Δ´ Βασιλειῶν, Α´-Β´Παραλειπομένων. Γ´ Πεντάτευχος (Στιχήρεις βίβλοι): Ἰωβ, Ψαλτήριον, Παροιμίαι Σολομῶντος, Ἐκκλησιαστής, Ἆσμα τῶν Ἀσμάτων. Δ´ Πεντάτευχος (ἡ προφητική): Τό δωδεκαπρόφητον, Ἡσαΐας, Ἰερεμίας, Ἰεζεκιήλ, Δανιήλ. – Σ᾽ αὐτά τά εἴκοσι βιβλία κατά τήν παραπάνω σύμπτυξή τους (4Χ5) προστίθενται καί δύο: Τοῦ ῎Εσδρα (Α´-Β´) καί τῆς Ἐσθήρ. Σύνολον: 22 (Βλ. Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, στό κεφ. 90 περί Γραφῆς).
16. «Ἀποστολικοί Κανόνες» ἤ «Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων» εἶναι μιά συλλογή ἀπό 85 ἐκκλησιαστικούς Κανόνες πού παραδόθηκαν ἀπό τούς Ἀποστόλους καί τούς διαδόχους τους. Ἐπικυρώθηκαν ἀπό τόν β´ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἐν Τρούλλῳ, 692) καί τόν α´ Κανόνα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅλη ἡ συλλογή ὅμως τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων δέν ἔγινε πρίν ἀπό τόν 4ο αἰώνα. Ὁ ὅρος «Ἀποστολικοί» δέν σημαίνει ἀναγκαίως ὅτι ὅλοι οἱ Κανόνες ἤ ἡ συλλογή τους ἔγινε ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους, ἀλλά ὅτι περιέχουν τήν παράδοση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
17. Βλ. Χρήστου Ἀνδρούτσου, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, σ. 6.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου