Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

1) «Τά έκ προθέσεως σφάλματα» 2)«Νά κάνουμε τό καλό από αγάπη γιά τον Χριστό» 3) «Οί πειρασμοί στην ζωή μας ». Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Λόγοι Γ΄ Μέρος Τρίτο . Κεφάλαιο 1ον

Λόγοι Γ΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ" 
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Ή αμαρτία βασανίζει τον άνθρωπο
«Τά έκ προθέσεως σφάλματα»

Νά προσέξουμε πολύ τά έκ προθέσεως σφάλματα, γιατί αυτό πού θά εξετάση ό Θεός είναι ή πρόθεση μας. Τά σφάλματα πού κάνουμε από απροσεξία είναι ελαφρότερα. Μερικές αμαρτίες είναι αμαρτίες, αλλά έχουν καί ελαφρυντικά.
Ύστερα, όταν σφάλουμε χωρίς νά τό θέλουμε, ό Θεός οικονομάει έτσι τά πράγματα, ώστε νά χρησιμοποιηθή τό σφάλμα μας γιά καλό. Δηλαδή, όχι ότι έπρεπε νά σφάλουμε, γιά νά γίνη αυτό τό καλό, άλλα αφού σφάλαμε χωρίς νά τό Θέλουμε, ό Θεός αξιοποιεί τό σφάλμα μας και βγαίνει καλό. Όταν όμως κάνουμε ένα σφάλμα εν γνώσει μας και έπειτα μετανοιώσουμε, νά ευχηθούμε νά μη γίνη κακό άπό τις συνέπειες του σφάλματος μας.
- Γέροντα, εκείνος ό μοναχός πού αναφέρει ό Ευεργετινός ότι δέκα χρόνια έπεφτε σε κάποια αμαρτία κάθε μέρα, άλλα και κάθε μέρα μετανοούσε[1], πώς σώθηκε;
- Εκείνος ήταν κατά κάποιον τρόπο κυριευμένος, αιχμαλωτισμένος από την αμαρτία. Δεν είχε κακή διάθεση, άλλα δέν είχε βοηθηθή, σπρώχτηκε στό κακό, γι' αυτό δικαιούτο τήν θεία βοήθεια.
Πάλευε, πονούσε, είχε μετάνοια ειλικρινή, και ό Θεός τελικά τόν έσωσε. Βλέπεις, ένας μπορεί νά έχη καλή διάθεση· αν όμως δέν βοηθηθή από μικρός και παρασυρθή στό κακό, είναι δύσκολο μετά νά σηκωθή.
Κάνει μιά προσπάθεια, πάλι πέφτει, πάλι σηκώνεται· παλεύει δηλαδή. Ό Θεός αυτόν τόν άνθρωπο δέν θά τόν αφήση, γιατί ό καημένος κάνει τήν μικρή του προσπάθεια, ζητάει καί τήν θεία βοήθεια και δέν αμαρτάνει έν ψυχρώ.
Κάποιος λ.χ. ξεκινάει νά πάη κάπου, χωρίς νά έχη σκοπό νά αμαρτήση, άλλα πηγαίνοντας του συμβαίνει ένας πειρασμός καί πέφτει σέ κάποια αμαρτία. Μετανοεί, κάνει μιά προσπάθεια, του στήνουν πάλι μιά παγίδα καί, ενώ δέν έχει διάθεση νά κάνη κάτι κακό, ό καημένος ξαναπέφτει καί πάλι μετανοεί. Αυτός έχει ελαφρυντικά, γιατί δέν θέλει νά κάνη τό κακό, άλλα παρασύρεται στό κακό καί ύστερα μετανοεί.

Όποιος όμως λέει: «γιά νά πετύχω εκείνο, πρέπει νά κάνω αυτήν τήν αδικία· γιά νά πετύχω τό άλλο, πρέπει νά κάνω εκείνη τήν πονηριά» κ.λπ., αυτός αμαρτάνει εσκεμμένως καί έν γνώσει του. Καταστρώνει δηλαδή τό αμαρτωλό του σχέδιο και βάζει πρόγραμμα μέ τον διάβολο τί αμαρτία θά κάνη. Αυτό είναι πολύ κακό, επειδή είναι προμελετημένο.
Δέν είναι ότι πέφτει σέ πειρασμό, άλλα ξεκινάει να κάνη κάτι μαζί μέ τον πειρασμό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δέν πρόκειται ποτέ νά βοηθηθή, γιατί δέν δικαιούται την θεία βοήθεια, και τελικά πεθαίνει αμετανόητος. Άλλα και όσοι λένε ότι θά μετανοιώσουν, όταν γεράσουν, πώς είναι σίγουροι ότι θά προλάβουν νά μετανοιώσουν και δέν θά πάνε από αιφνίδιο θάνατο;
Έλεγε κάποιος εργολάβος: «όταν γεράσω, θά πάω στά Ιεροσόλυμα, θά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό, οπότε θά εξαλειφθούν όλες οι αμαρτίες μου», και συνέχιζε νά ζή αμαρτωλά.
Τελικά, όταν πλέον δέν είχε άλλο κουράγιο, ίσα-ίσα πού μόλις περπατούσε, αποφάσισε νά πάη. Λέει σέ έναν μάστορα του: «Μάστορα, αποφάσισα νά πάω στά Ιεροσόλυμα, γιά νά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό». «Ά, αφεντικό, τού λέει εκείνος, άν είσαι καθαρός, θά πάς· αν δέν είσαι καθαρός, στον δρόμο θά μείνης!». Λές και προφήτευσε! Μόλις πήγε στην Αθήνα νά βγάλη τά χαρτιά του, πέθανε! Τού πήραν όλα τά χρήματα οί άλλοι, τον πήγαν σέ ένα γραφείο κηδειών και από εκεί τον έστειλαν μέ το φέρετρο πίσω στον τόπο του.

 «Νά κάνουμε τό καλό από αγάπη γιά τον Χριστό»

- Γέροντα, φοβάμαι, όταν σκέφτωμαι τά δύσκολα χρόνια πού περιμένουμε.
- Τί φοβάσαι, μήπως πάς στην κόλαση και βασανίζεσαι μαζί μέ τά ταγκαλάκια; Τό νά λές: «βοήθησε με, Χριστέ μου, νά πάω στον Παράδεισο, γιά νά μή Σέ στενοχωρήσω, γιατί είναι βαρύ μετά άπό όσα έκανες γιά μένα νά μέ νιώθης στην κόλαση», αυτό τό καταλαβαίνω. Αλλά νά θέλης νά πάς στον Παράδεισο, γιά να βολευτής, αυτό δεν έχει φιλότιμο.
Δεν τό λέω αυτό, γιά νά αφήσουμε ρέμπελη τήν ζωή μας, νά κάνουμε αταξίες και νά πάμε στην κόλαση, αλλά πολλές φορές μπαίνει μιά προσπάθεια[2]: νά κάνω τό καλό, γιά νά μή χάσω τόν Παράδεισο. Άν έχουμε φιλότιμο, θα σκεφθούμε: «Τόσοι άνθρωποι θά πάνε στην κόλαση, οι καημένοι, πού και σ' αυτήν τήν ζωή δεν ένιωσαν λίγη αληθινή χαρά, κι εγώ θά σκεφθώ τόν εαυτό μου;».
Ειλικρινά σας λέω, δεν μέ απασχολεί που θά πάω. Τόν εαυτό μου τόν έχω πετάξει. Όχι ότι θέλω νά είμαι μακριά από τόν Χριστό καί γι' αυτό δέν μέ απασχολεί άν πάω στον Παράδεισο, άλλα δέν είναι σκοπός μου νά κάνω τό καλό, γιά νά πάω στον Παράδεισο. «Καί νά μέ πετάξης, λέω, Χριστέ μου, ευχαριστημένος θά είμαι· δέν αξίζω γιά τόν Παράδεισο».
Σήμερα ή ζωή μας έγινε άχαρη καί δύσκολη, γιατί λιγόστεψε ό ηρωισμός, τό φιλότιμο. Ακόμη καί πνευματικοί άνθρωποι σκέφτονται μπακαλίστικα. Φθάνουν νά ζουν μία ζωή δήθεν πνευματική. Κοιτάνε νά απολαύσουν ό,τι θέλουν, μέχρι εκεί πού δέν κολάζονται. Λογαριάζουν: «Αυτό κολάζει; δέν κολάζει. Άρα μπορώ νά τό απολαύσω».
Στο θέμα τής νηστείας π.χ. λένε: «Αύριο είναι Παρασκευή. Έ, απόψε μπορώ νά φάω κρέας μέχρι δώδεκα παρά πέντε τήν νύχτα· φέρε λοιπόν νά φάμε. Μετά τις δώδεκα όμως δέν κάνει· αλλάζει ή μέρα· είναι αμαρτία». Δηλαδή, θέλουν καί τόν Παράδεισο νά μή χάσουν, άλλα καί αυτήν τήν ζωή νά τήν απολαύσουν.
Έτσι αντιμετωπίζουν καί τήν αμαρτία καί τήν κόλαση μέ τρόπο μπακαλίστικο. Άν όμως σκέφτονταν φιλότιμα, θά έλεγαν: «Ό Χριστός σταυρώθηκε καί υπέφερε τόσα γιά μένα κι εγώ πώς νά Τόν πληγώσω μέ μιά αμαρτωλή πράξη μου; Δέν θέλω νά πάω στην κόλαση, όχι γιά τίποτε άλλο, άλλα γιατί δεν θά αντέξω νά στενοχωριέται ό Χριστός, πού θά είμαι στην κόλαση».
Νά μην κάνουμε το καλό μέ υπολογισμό, γιά νά πάρουμε μισθό, άλλα νά αγωνιζώμαστε άπό αγάπη γιά τον Χριστό. Ο,τι κάνουμε, νά τό κάνουμε καθαρό, γιά τον Χριστό· νά προσέχουμε νά μην εχη μέσα τό ανθρώπινο στοιχείο, φιλαυτία, ιδιοτέλεια κ.λπ. Νά έχουμε στον νου μας ότι ό Χριστός μας βλέπει, μάς παρακολουθεί, και νά προσπαθούμε νά μην Τον στενοχωρούμε. Διαφορετικά ξεφτύζει καί ή πίστη μας καί ή αγάπη μας.
Και αν εξετάσουμε αυτά πού κάνουμε στην πνευματική ζωή, άσκηση, νηστεία, αγρυπνία κ.λπ., θά δοϋμε ότι όλα βοηθούν νά έχουμε καί καλή σωματική υγεία. Κοιμάται κανείς σε σκληρό κρεββάτι; Καί οι γιατροί συνιστούν: «Νά κοιμάσαι σε σκληρό στρώμα, γιατί δέν ωφελεί νά κοιμάσαι στά μαλακά». Ή κάνει μετάνοιες; Οί άλλοι κάνουν γυμναστική, γιά νά δυναμώσουν οί μύες. Κοιμάται λίγο; Ό πολύς ύπνος αποχαυνώνει τόν άνθρωπο. «Αυτός είναι κοιμισμένος, ό άλλος είναι ξύπνιος», δέν λένε; Δηλαδή τά πνευματικά πού κάνει τόν βοηθούν καί στην σωματική του υγεία. Υστερα ή εγκράτεια βοηθάει πολύ τόν άνθρωπο. Βλέπεις, καί όσοι ασχολούνται μέ έρευνες κ.λπ. κοιτάζουν νά ζουν αγνή ζωή, νά μήν είναι ζαλισμένοι, γιά νά έχουν διαύγεια. Εμείς βέβαια δέν εγκρατευόμαστε γι' αυτόν τόν λόγο, άλλα μέσα από αυτά τά πνευματικά πού κάνουμε βγαίνει καί αυτό τό όποιο επιδιώκουν οί κοσμικοί. Κάνουμε τό πνευματικό καί μέσα από τό πνευματικό βγαίνει καί ή υγεία τού σώματος.

«Οί πειρασμοί στην ζωή μας»

Ό Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς ανάλογα μέ τήν πνευματική μας κατάσταση. Άλλοτε επιτρέπει νά κάνουμε ένα σφάλμα, λ.χ. μια μικρή απροσεξία, για να είμαστε άλλη φορά προσεκτικοί καί νά αποφύγουμε ή μάλλον νά προλάβουμε ένα μεγαλύτερο κακό πού θά μας έκανε το ταγκαλάκι. Άλλοτε αφήνει τόν διάβολο νά μάς πειράζη, γιά νά μάς δοκιμάση. Δίνουμε δηλαδή εξετάσεις καί αντί κακό ό διάβολος μάς κάνει καλό.
Θυμηθήτε τόν Γερο-Φιλάρετο πού έλεγε: «Τέκνον, εγκατάλειψις Θεού, ουδένα πειρασμόν σήμερα»[3]. Ήθελε νά παλεύη κάθε μέρα με τους πειρασμούς, γιά νά στεφανώνεται άπό τόν Χριστό. Ένας δυνατός, όπως ό Γερο-Φιλάρετος, δέν αποφεύγει τους πειρασμούς, άλλα λέει στον Χριστό: «Στείλε μου, Χριστέ μου, πειρασμούς καί δώσε μου κουράγιο νά παλέψω».
Ένας αδύνατος όμως θά πή:«Μήν έπιτρέπης, Χριστέ μου, νά πειρασθώ». «­Μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν...»[4]. Εμείς όμως πολλές φορές, όταν έχουμε έναν πειρασμό, λέμε: «ε, μά είμαι άνθρωπος κι εγώ· δέν αντέχω άλλο!», ενώ θά έπρεπε νά πούμε: «Δέν είμαι άνθρωπος· είμαι παλιάνθρωπος. Θεέ μου, βοήθησε με νά γίνω άνθρωπος».
Δέν λέω νά επιδιώκουμε εμείς τους πειρασμούς, άλλα, όταν έρχωνται, νά τους αντιμετωπίζουμε με καρτερία καί προσευχή.
Σέ κάθε πνευματική χειμωνιά νά περιμένουμε με υπομονή καί ελπίδα τήν πνευματική άνοιξη. Οι μεγαλύτεροι πειρασμοί είναι συνήθως στιγμιαίοι καί, εάν εκείνη τήν στιγμή τους ξεφύγουμε, περνάει καί φεύγει ή φάλαγγα τών δαιμόνων καί γλυτώνουμε. Όταν ενωθή ό άνθρωπος μέ τόν Θεό, δέν έχει πιά πειρασμούς.
Μπορεί ό διάβολος νά κάνη κακό στον Άγγελο; Όχι, καίγεται.
Ή πνευματική ζωή είναι πολύ απλή καί εύκολη· εμείς τήν κάνουμε δύσκολη, γιατί δεν αγωνιζόμαστε σωστά. Με λίγη προσπάθεια και πολλή ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον Θεό, μπορεί κανείς να προχώρηση πολύ. Γιατί, όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν έχει θέση ό διάβολος· καί, όπου δεν υπάρχει διάβολος, επόμενο είναι να μην υπάρχουν καί πειρασμοί.
- Γέροντα, ή πτώση σε μιά αμαρτία μπορεί να γίνη κατά παραχώρηση του Θεού;
- Όχι, είναι βαρύ νά πούμε ότι παραχωρεί ό Θεός νά αμαρτήσουμε. Ό Θεός ποτέ δεν παραχωρεί νά αμαρτήσουμε. Εμείς κάνουμε παραχωρήσεις καί έρχεται ό διάβολος καί μας πειράζει. Όταν λ.χ. ύπερηφανεύωμαι, διώχνω τήν θεία Χάρη, φεύγει ό Φύλακας Άγγελος μου, έρχεται ό άλλος ...άγγελος, ό διάβολος, καί σπάζω τά μούτρα μου. Αυτή είναι δική μου παραχώρηση, καί όχι τού Θεού.
- Είναι σωστό, Γέροντα, όταν έχουμε μιά πτώση νά λέμε: «Ό πειρασμός μέ έρριξε»;
- Πολλές φορές ακούω κι εγώ μερικούς ανθρώπους νά λένε ότι φταίει ό πειρασμός, όταν ταλαιπωρούνται, ένω φταίνε οί ϊδιοι πού δέν αντιμετωπίζουν σωστά τά πράγματα. Έπειτα ό πειρασμός, πειρασμός είναι. Μπορεί νά μας έμποδίση άπό το κακό; Τήν δουλειά του κάνει. Νά μήν τά φορτώνουμε καί όλα στον πειρασμό. Ένας υποτακτικός, πού ζούσε σέ μιά Καλύβη μέ τον Γέροντα του, μιά φορά πού έμεινε γιά λίγο μόνος του, πήρε ένα αυγό, το έβαλε πάνω σέ ένα κλειδί - ήταν άπό εκείνα τά μεγάλα, τά παλιά κλειδιά - καί άναψε άπό κάτω ένα κερί, γιά νά το ψήση! Μπαίνει ξαφνικά ό Γέροντας καί τον βλέπει.  «Τί κάνεις εκεί;», τού λέει.« Νά, Γέροντα, ό πειρασμός μέ έβαλε νά ψήσω έδώ ένα αυγό», τού λέει ό υποτακτικός του. Καί τότε ακούσθηκε μιά άγρια φωνή: «Αυτήν τήν τέχνη έγώ δέν τήν ήξερα- άπό αυτόν τήν έμαθα»! Ό διάβολος μερικές φορές κοιμάται, καί εμείς τον προκαλούμε.


1. Βλ. Εύεργετινός, τόμος Α', Ύπόθεσις Α', σ. 54 κ.έ
2. Στην ασκητική γλώσσα ή λέξη ¨προσπάθεια³ σημαίνει εμπαθή προσκόλληση σέ κάτι ή επιδίωξη γιά τήν ικανοποίηση μιας φίλαυτης επιθυμίας.
3. Βλ. Γέροντος Παϊσίου Άγιορείτου, Άγιορεϊται Πατέρες και Αγιορείτικα, σ. 63.
4. Ματθ.6, 13.


Απόσπασμα από τις σελίδες 116-122 του βιβλίου:
            ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ Γ΄      
                ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου