Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Σύγχρονοι ὑπερήφανοι. Κυριακή Τελώνου & Φαρισαίου. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Σύγχρονοι ὑπερήφανοι.  Κυριακή Τελώνου & Φαρισαίου
(Λουκ. 18,10-14)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἀρχίζει τὸ Τριῴδιο. Ἀρχίζει μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Τελώνου «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13). Τὸ Τριῴδιο λέει σὲ ὅλους μας σήμερα· Ἄνθρωποι ὑπερήφανοι, ταπεινωθῆτε. Μᾶς παρουσιάζει τὴν παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου, ποὺ εἶνε σὲ ὅλους μας γνωστή.
Σήμερα, ἀκόμη ἁπλούστερα, τὸ Τριῴδιο μᾶς δείχνει δύο δρόμους καὶ μᾶς ἀφήνει νὰ ἐκλέξουμε. Ὁ ἕνας δρόμος ὁδηγεῖ στὸ γκρεμό, ὁ ἄλλος στὸν οὐρανό. Ὁ ἕνας δρόμος εἶνε τοῦ διαβόλου, ὁ ἄλλος εἶνε τοῦ Θεοῦ. Ποιοί εἶνε αὐτοὶ οἱ δρόμοι; Ὁ ἕνας δρόμος εἶνε τῆς ὑπερηφανείας, καὶ ὁ ἄλλος εἶνε τῆς ταπεινώσεως.
Ὑπερηφάνεια – ταπείνωσις, δύο δρόμοι τῆς ζωῆς. Ποιόν ἀκολουθοῦμε; Τὸν πρῶτο δρόμο, τῆς ὑπερηφανείας, ἀκολούθησε ὁ φαρισαῖος· τὸ δεύτερο δρόμο, τῆς ταπεινώσεως, ἀκολούθησε ὁ τελώνης.
Σήμερα ἡ ταπείνωσι εἶνε σπάνιο πρᾶγμα. Εὐκολώτερο εἶνε νὰ βρῇς στὸν κόσμο διαμάν τι, παρὰ νὰ βρῇς ταπεινὸ ἄνθρωπο, ταπεινὴ γυναῖκα, ταπεινὸ ἄντρα καὶ ταπεινὸ ἀκόμη παιδί. Ζοῦμε σὲ αἰῶνα ὑπερηφανείας.
Γι᾿ αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια νὰ πῶ λίγα λόγια. Δὲν θέλω σήμερα νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶνε ἡ κορυφαία ἁμαρτία, ἐκείνη ποὺ γκρέμισε τὸν πρῶτο ἀρχάγγελο ἀπὸ τὰ οὐράνια καὶ τὸν ἔκανε διάβολο. Δὲν θέλω ἀ κόμα νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶνε ἡ ἁμαρτία ἐκείνη ποὺ
κλείνει τὴν πόρτα τοῦ οὐρανοῦ διὰ παντὸς κι ὅτι κανένας ὑπερήφανος δὲν θὰ διαβῇ τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου. Θὰ σᾶς μιλήσω κάπως χαμηλότερα, κάπως ὑλικώτερα, μὲ τὴ γλῶσσα τὴν κοινωνική. Θὰ σᾶς πῶ, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια δὲν ἔχει συνέ πειες μόνο στὴν ἄλλη ζωή, στὴν ὁποία πιστεύ ουμε ἀκράδαντα οἱ Χριστιανοί, ἀλλὰ ἔχει συνέπειες καὶ ἐδῶ στὴν ἐπίγειο ζωή· ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶνε διάλυσι, στοιχεῖο διαλυτικό, κα ταστρεπτικό, ὄλεθρος, καὶ γιὰ τὰ ἄτομα καὶ γιὰ τὶς οἰκογένειες καὶ
γιὰ τὰ ἔθνη.
* * *
Μεγάλο θέμα ἀνοίγουμε, ἀγαπητοί μου, πέλαγος εἶνε. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σύντομα μερικοὺς τύπους συγχρόνων ὑπερηφάνων.
Ὑπερηφάνων, ποὺ δὲν καυχῶνται γιὰ ἀρετές, ὅπως ὁ φαρισαῖος, ἀλλὰ καυχῶνται γιὰ πολὺ
κατώτερα πράγματα. Ποιά εἶν᾽ αὐτά;
 -Ἂν θέλετε νὰ δῆτε τὸν ὑπερήφανο ἄνθρωπο, θὰ τὸν δῆτε πρῶτα - πρῶτα μέσα στὸ σπίτι· εἶνε τὸ παιδί, ὁ μικρὸς φαρισαῖος. Τὸ ἔντυσαν ἡ μάνα κι ὁ πατέρας μὲ τὰ καλύτερα ῥοῦχα, τοῦ ἔδωσαν λεφτὰ στὸ χέρι… Αὐτὰ ὅμως θὰ τὸ καταστρέψουν· καὶ οἱ γονεῖς θὰ πληρώσουν μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο τὴν ὑπερηφάνεια, ποὺ τὸ φορτώνουν.
-   Κάποιος ἄλλος, ποὺ ἔμαθε λίγα γράμματα καὶ πῆρε ἕνα χαρτί, τὸν βλέπεις, ὅταν πηγαίνῃ στὸ χωριό του, δὲν καταδέχεται νὰ βοηθήσῃ τὸν πατέρα του. Νομίζει πὼς θὰ πέσῃ ἡ ἀξιοπρέπειά του. Μένει ὀκνηρός. Ἐνῷ σὲ ἄλλες χῶρες τὰ παιδιὰ βοηθοῦν τοὺς γονεῖς, ἐδῶ ὁ ὑπερήφανος νέος δὲν θέλει νὰ ἐργασθῇ.
-  Βλέπεις τὸν ἄλλο, τὸν ὥριμο, νὰ μεταχειρίζεται ὅλα τὰ ἄτιμα μέσα, γιὰ ν᾿ ἀνεβῇ στὴν ἐξουσία. Χωρὶς πραγματικὴ ἀξία καταλαμβάνει τὰ πιὸ μεγάλα ἀξιώματα. Κι ὅταν γίνῃ μεγάλος, δὲν σκέπτεται πῶς νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ λαό, ἀλλὰ μέρα - νύχτα προσπαθεῖ νὰ προβάλλῃ τὸν ἑαυτό του, τὸ ἐγώ του, τὸ ὑπερήφανο τὸ ἑωσφορικὸ τὸ φαρισαϊκὸ ἐγώ του.
-  Νά κ᾿ ἕνα κορίτσι, ποὺ τῆς πέρασε ἀπ᾽ τὸ μυαλὸ ἡ ἰδέα πὼς εἶνε κάποια καλλονή, κάποιο ἐξαιρετικὸ ταλέντο. Τὴ βλέπεις νὰ πηγαίνῃ στὸ σχολεῖο καὶ νὰ μαθαίνῃ μερικὰ γράμματα, νὰ πηγαίνῃ στὸ ᾠδεῖο καὶ νὰ μαθαίνῃ νὰ παίζῃ βιολὶ ἢ νὰ τραγουδάῃ, κι ἀμέσως αὐτὴ ξεχωρίζει ἀπὸ τὶς ἄλλες, καὶ νομίζει πὼς εἶνε σπουδαία.
Τὴ ζητοῦν σὲ γάμο νέοι ἄξιοι γιὰ οἰκογένεια, ἐργατικοὶ καὶ ὑγιεῖς καὶ ῥωμαλέοι, κι αὐτὴ τοὺς κλείνει τὴν πόρτα καὶ περιμένει νά ᾿ρθῃ τὸ πριγκιπόπουλο ἀπ᾽ τὸν οὐρανό. Κ᾿ ἐπειδὴ τὸ πριγκιπόπουλο δὲν ἔρχεται, τὴ βλέπεις καὶ μαραίνεται, καὶ καταστρέφεται· καταντᾷ γεροντοκόρη. Καὶ κοντὰ σ᾿ αὐτὴν ὑποφέρουν ἡ μάνα, ὁ πατέρας, ὅλη ἡ οἰκογένεια.
Ἐνῷ ἡ ταπεινὴ κόρη τῆς γειτονιᾶς, ποὺ δὲν ἔχει τέτοιες ὑπερήφανες ἰδέες, παίρνει ἕνα φτωχαδάκι εὐλογημένο, ἕνα ἐργατικὸ παιδί, καὶ ζοῦν μιὰ ζωὴ εὐτυχισμένη, καὶ θεμελιώνουν σπίτι μὲ βάσι τὴν ταπείνωσι, κι ἀπὸ τὸ σπίτι αὐτὸ βγαίνουν παιδιὰ ποὺ θὰ τιμήσουν καὶ θὰ εὐφράνουν τοὺς γονεῖς.
Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, δὲν εἶνε μόνο αὐτὴ ποὺ κλείνει τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου· εἶνε κι αὐτὴ ποὺ σκορπᾷ τὴ δυστυχία ἐδῶ στὴ γῆ. Ἀλλοίμονο στὰ σπίτια ποὺ ἔχουν ὑ περήφανους γονεῖς, παιδιά, κόρες.
Ἀλλά, ἀδελφοί μου, ἡ ὑπερηφάνεια δὲν εἶνε μόνο μέσα στὸ σπίτι· εἶνε παντοῦ. Ὑπερηφανεύονται οἱ ἐργάτες, ὑπερηφανεύονται οἱ ἐργοστασιάρχες, ὑπερηφανεύονται οἱ κεφαλαιοῦχοι, ὑπερηφανεύονται οἱ ἀξιωματοῦχοι, ὑπερηφανεύονται οἱ ἡγεμόνες καὶ οἱ βασιλεῖς, ὑπερηφανεύονται περισσότερο ἀπ᾿ ὅ -
λους σήμερα οἱ ἐπιστήμονες· αὐτοὶ καυχῶνται, ὅτι ἡ ἐπιστήμη θὰ κατορθώσῃ τὰ πάντα.

Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι μοιάζουν μ᾿ ἐκείνους ποὺ μετὰ τὸν κατακλυσμὸ προσπάθησαν νὰ χτίσουν κάποιο πύργο ὑψηλό, καὶ ξαφνικὰ τὸ ἔργο διεκόπη. Ὁ πύργος ἐκεῖνος ἔμεινε ἔτσι, γιατὶ ἔγινε σύγχυσι γλωσσῶν, κι αὐτοὶ σκορπίστηκαν. Ἡ γενεά μας ἔχει τόσο ὑπερηφανευθῆ καὶ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ Θεό, ἔγινε ἀποστάτις· γι᾿ αὐτὸ ὑπάρχει φόβος ὁ πύργος της, αὐτὸς ὁ πολιτισμός, νὰ κατακρημνισθῇ, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ\τὸ «Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18,14).
Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας εἶνε αἰώνια.
Γιά στάσου, ὑπερήφανε ἄνθρωπε. Δὲ μοῦ λές, σὲ παρακαλῶ, εἶσαι πλούσιος σὰν τὸν Ἀβραάμ; εἶσαι ἔνδοξος σὰν τὸ Δαυΐδ; εἶσαι σοφὸς σὰν τὸ Σολομῶντα; Ἔ, ἄκουσε λοιπὸν αὐτούς, ποὺ ἔφθασαν πολὺ ψηλά, πῶς ἐκφράζονται γιὰ τὴ σμικρότητα καὶ ἐλεεινότητα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Ὁ μὲν Ἀβραὰμ λέει· «Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός»· ἐγώ, λέει, Κύριε, εἶμαι μιὰ φούχτα στάχτη (Γέν. 18,27).
Ὁ Δαυῒδ λέει αὐτὸ ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, ὅτι «ὡς ἄνθος μαραίνεται καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος»· κάθε ἄνθρωπος μαραίνεται σὰν τὸ λουλούδι καὶ σβήνει σὰν τὸ ὄνειρο (πρβλ. Ψαλμ. 89,5-6). Καὶ ὁ Σολομῶν, στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἔγραψε κάτι ποὺ εἶνε τὸ συμπέρασμα τῆς πείρας τοῦ ἀνθρώπου· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα
ματαιότης», ὅλα εἶνε μάταια (Ἐκκλ. 1,2).
Νά λοιπὸν τί εἶσαι, ἄνθρωπε· ἕνα σκουλήκι ποὺ σέρνεται κάτω στὴ γῆ. Μὰ ἐγώ, θὰ πῇς, δὲν καυ χῶμαι γιὰ πλούτη· ἐγὼ καυχῶμαι γιὰ τὶς ἀρετές μου, τὶς προσευχές, τὶς ἐλεημοσύνες, τὴν εὐλάβεια, τὴν ἁγιότητά μου.
Γιά ἔλα νὰ σὲ δῶ ποιός εἶσαι. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν ἔφτασες, ποτέ δὲν μπορεῖς νὰ φτάσῃς τὴν Παναγία μας, ποὺ εἶνε ἡ «ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν». Καὶ ὅμως ἡ Παναγία εἶχε φρόνημα ταπεινὸ καὶ ἔλεγε· «Ἐπέβλεψεν (ὁ Κύριος)\ἐπὶ τὴν ταπεί νωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. 1,48). Ὅσο ἅγιος καὶ θαυματουργὸς κι ἂν εἶσαι, δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ φτάσῃς τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ἔφτασε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ.
Καὶ ὅμως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ ζοῦσε τὸ Χριστὸ καὶ ἔλεγε «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20), ἔλεγε καὶ ὅτι «Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α΄ Τιμ. 1,15).
* * *
Ἀδελφοί μου, τὸ συμπέρασμα· Ὄχι τὸ δρόμο τῆς ὑπερηφανείας, ποὺ βάδισε ὁ ἑωσφόρος, ποὺ βάδισε ὁ φαρισαῖος, καὶ καταστράφηκαν· ὅλοι νὰ βαδίσουμε τὸ δρόμο τῆς ταπεινώσεως, τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Τελώνης μὲ τὸ «Ἱ λά σθητί μοι…» (Λουκ. 18,13), τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Ἰησοῦς.
Αὐτὸ τὸ δρόμο νὰ βαδίσουμε.
Ἂς φωνάξουμε λοιπὸν ὅλοι σήμερα τὸ «Ἱλάσθητίμοι» (ἔ.ἀ.). Καὶ τὴν ἄλλη Κυριακή, μαζὶ μὲ τὸν Ἄσωτο, νὰ φωνάξουμε τὸ «Ἥμαρτον» (Λουκ. 15,21). Καὶ προχωρώντας νὰ περάσουμε τὰ σκαλιὰ ὅλα τοῦ Τριῳδίου καὶ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, νὰ φτάσουμε στὴ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ λῃστὴ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε» (Λουκ. 23,42).
Καὶ τέλος νὰ φτάσουμε στὴν ἔνδοξο ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ποῦμε· «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ Σὲ δοξάζειν» (παννυχ. Ἀναστ.).

(†)ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸνἹ. Ναὸ Ἁγ. Ἀθανασίου Θησείου - Ἀθηνῶν τὴν 29-1-1961. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 4-2-2001, ἐπανέκδοσις μὲ νέο τίτλο 14-1-2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου