Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Λόγοι Β΄ Μέρος Τρίτο Κεφάλαιο 2ον.1)«Στην εποχή μας σπανίζει ή θυσία » 2)«Ή δική μου ανάπαυση γεννιέται από τήν ανάπαυση του άλλου»

Λόγοι Β΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ή θυσία φέρνει την χαρά
«Στην εποχή μας σπανίζει ή θυσία »

- «Ζαλούρα είναι τα παιδιά», μου είπε μια γυναίκα τα πού τα είχε όλα. Βαριέται νά εχη παιδιά! Όταν μια μάνα σκέφτεται έτσι, είναι ένα άχρηστο πράγμα, γιατί οι μανάδες κανονικά έχουν αγάπη.
Μπορεί μιά κοπέλα, πρίν κάνη οικογένεια, νά την ξυπνά ή μάνα της στις δέκα ή ώρα το πρωί.
Από την στιγμή όμως πού Θά γίνη μάνα καί θά εχη νά ταΐζη το παιδί της, νά το πλένη, νά το καθαρίζη, δεν κοιμάται ούτε τήν νύχτα, γιατί παίρνει μπρος ή μηχανή.
Όταν ο άνθρωπος εχη θυσία, δεν γκρινιάζει, δεν βαριέται· χαίρεται. Όλη ή βάση εκεί είναι, νά ύπάρχη πνεύμα θυσίας. Αυτή ή γυναίκα αν έλεγε «Θεέ μου, πώς νά Σε ευχαριστήσω; Δεν μοϋ έδωσες μόνον παιδιά άλλα καί πολλά αγαθά... Πόσοι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε καί εγώ έχω τόσα σπίτια, έχω καί άπό τον πατέρα μου περιουσία, ό άνδρας μου παίρνει μεγάλο μισθό, βγάζω καί δυο μισθούς άπό τά ενοίκια, καί δεν ταλαιπωρούμαι!
Πώς νά Σε ευχαριστήσω, Θεέ μου; Δεν τά άξιζα εγώ αυτά τά πράγματα», άν σκεφτόταν έτσι, θά έφευγε με τήν δοξολογία ή κακομοιριά. Καί μόνο δηλαδή άν ευχαριστούσε τον Θεό μέρα-νύχτα, θά ήταν αρκετό.
- Ή θυσία, Γέροντα, δίνει χαρά.

- Ω, χαρά! Αυτήν τήν χαρά της θυσίας δεν τήν γεύονται σήμερα οι άνθρωποι, γι’αυτό είναι βασανισμένοι. Δεν έχουν ιδανικά μέσα τους· βαριούνται πού ζουν. Ή λεβεντιά, ή αυταπάρνηση, είναι ή κινητήρια δύναμη στον άνθρωπο. Άν δεν ύπάρχη αυτή ή δύναμη, ό άνθρωπος είναι βασανισμένος. Παλιά, στά χωριά πήγαιναν τήν νύχτα νά ανοίξουν αθόρυβα κανέναν δρόμο, χωρίς νά τους δη κανείς,
γιά νά τους συγχωράνε, όταν πεθάνουν.
Τώρα σπάνια συναντάς αυτό το πνεύμα της θυσίας. Έβλεπα και έκεϊ στο Όρος σέ μιά λιτανεία τους μοναχούς- περνούσαν κοντά άπό μιά βάτο και σκάλωναν τά έπανωκαλύμμαυχά τους σ' ενα κλωνάρι. Κανείς δεν το έσπασε, γιά νά διευκολύνη και τους άλλους· όλοι έσκυβαν, γιά νά μή σκαλώσουν. Μετάνοια στην βάτο έβαζαν; Νά ήταν τουλάχιστον ή Αγία Βάτος, θά ταίριαζε!
Άλλα καθένας λέει: «Άς το τακτοποίηση ό άλλος και εγώ άς κάνω τήν δουλειά μου». Μά γιατί νά μήν το κάνης εσύ, άφοϋ το είδες πρώτος; Έτσι κάνουν οί κοσμικοί πού δεν πιστεύουν στον Θεό. Τί νά τήν κάνω τέτοια ζωή; Χίλιες φορές νά πεθάνω. Σκοπός είναι ό καθένας νά σκέφτεται τον άλλον, τόν πόνο τού άλλου.
Έχει χάσει πιά τόν έλεγχο ό κόσμος. Έχει φύγει τό φιλότιμο, ή θυσία, άπό τους ανθρώπους. Σάς έχω πει μερικές φορές τότε με τήν κήλη σέ τί κατάσταση ήμουν εκεί στο Καλύβι... Οταν χτυπούσε κάποιος τό καμπανάκι στην πόρτα, έβγαινα νά τού ανοίξω, ακόμη και μέσα στά χιόνια.
Άν ό άλλος είχε σοβαρά προβλήματα, ενώ προηγουμένως ήμουν πεσμένος στο κρεββάτι, τότε ούτε καν αισθανόμουν ότι πονούσα έγώ. Έπαιρνα και νά τόν κεράσω, και μέ τό ένα χέρι κερνούσα και μέ τό άλλο χέρι κρατούσα τήν κήλη. Όση ώρα συζητούσα, ούτε κάν ακουμπούσα πουθενά, ενώ πονούσα πολύ, γιά νά μήν καταλάβη o άλλος ότι πονάω.
Όταν έφευγε εκείνος, σωριαζόμουν πάλι κάτω άπό τόν πόνο. Δέν είναι ότι προηγου- μένως είχε περάσει ό πόνος, ότι είχα γίνει καλά μέ θαύμα, αλλά καταλάβαινα τον άλλον πού πονούσε και ξεχνούσα τον δικό μου πόνο.
Το Θαύμα γίνεται, όταν συμμετέχη κανείς στον πόνο τού άλλου. Όλη ή βάση είναι τον άλλον νά τον νιώσης αδελφό και νά τον πόνεσης. Αυτός ό πόνος συγκινεί τον Θεό και κάνει το θαύμα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο πού νά συγκινή τον Θεό όσο ή αρχοντιά, δηλαδή ή θυσία.
Άλλα στην εποχή μας σπανίζει ή αρχοντιά, γιατί μπήκε ή φιλαυτία, το συμφέρον. Σπάνια βρίσκεται κανένας άνθρωπος νά πή: «Άς δώσω τήν σειρά μου στον άλλον και άς καθυστερήσω εγώ». Λίγες είναι αυτές οι ψυχές οι ευλογημένες πού σκέφτονται τον άλλον. Ακόμη καί στους πνευματικούς ανθρώπους υπάρχει ένα αντίθετο πνεύμα, τό πνεύμα της αδιαφορίας.
Το καλό είναι καλό, μόνον όταν αυτός πού τό κάνει θυσιάζη κάτι άπό τον εαυτό του, ύπνο, ανάπαυση κ.λπ. Γι' αυτό είπε ό Χριστός «εκ τον υστερήματος...»[1] Όταν είμαι ξεκούραστος καί κάνω τό καλό, αυτό δέν έχει αξία.
Οταν όμως είμαι κουρασμένος καί ζητά κάποιος π.χ. νά τού δείξω τον δρόμο, καί τό κάνω, τότε έχει αξία. Η, οταν είμαι χορτάτος άπό ύπνο καί πάω νά ξενυχτήσω μέ κάποιον πού χρειάζεται βοήθεια, αυτό δέν έχει μεγάλη αξία. Έάν μού άρέση μάλιστα καί ή κουβέντα, μπορεί νά τό κάνω, γιά νά χαρώ τήν συντροφιά, νά διασκεδάσω λίγο.
Ένώ, όταν είμαι κουρασμένος καί κάνω μιά θυσία, γιά νά βοηθήσω τον άλλον, αισθάνομαι παραδεισένια χαρά. Τότε ή ευλογία τού Θεού μέ βομβαρδίζει!
Οταν κανείς βαριέται όχι μόνο νά κάνη μιά εξυπηρέτηση, άλλα ακόμη καί νά κάνη μιά δουλειά γιά τον εαυτό του, αυτός κουράζεται καί μέ τήν ξεκούραση. Ένας πού βοηθάει, ξεκουράζεται μέ τήν κούραση. Αυτός πού έχει πνεύμα θυσίας, άν δη λ.χ. κάποιον πού δέν έχει σωματικές δυνάμεις νά δουλεύη καί νά κουράζεται, θά τού πή «κάτσε λίγο νά ξεκουρασθής», και θά κάνη εκείνος την δουλειά.
Ό αδύναμος θά ξεκουρασθή σωματικά, ό άλλος όμως θά νιώση πνευματική ξεκούραση. Ό,τι κάνει κανείς, νά το κάνη μέ την καρδιά του, αλλιώς δεν αλλοιώνεται πνευματικά. Ό,τι γίνεται μέ την καρδιά, δεν κουράζει.
Ή καρδιά είναι σάν μια μηχανή πού φορτίζεται· όσο δουλεύει, τόσο φορτίζεται. Βλέπεις, τά άλυσοπρίονα, όταν βρουν κούτσουρο μαλακό, κάνουν «βρού...» και σταματούν όταν όμως βρουν κούτσουρο γερό, ζορίζονται εκεί πέρα, φορτίζονται καί δουλεύουν. Και όχι μόνο στο νά δίνουμε, αλλά και όταν πρόκειται νά πάρουμε κάτι, νά μη σκεφτώμαστε τον εαυτό μας, καί νά κοιτάμε πάντα τί αναπαύει καί την άλλη ψυχή. Νά μήν ύπάρχη μέσα μας απληστία, νά μήν έχουμε τον λογισμό ότι δικαιούμαστε νά πάρουμε όσα θέλουμε, και ας μη μείνη τίποτε γιά τον άλλον.
- Γέροντα, πάλι το πνεύμα της θυσίας μπαίνει.
- Μά στην πνευματική ζωή όλη ή βάση εκεί είναι. Καί ξέρεις τί χαρά νιώθει ό άνθρωπος, όταν θυσιάζεται; Δέν μπορεί νά έκφραση τήν χαρά πού νιώθει. Ή ανώτερη χαρά βγαίνει από τήν θυσία. Μόνον όταν θυσιάζεται, συγγενεύει μέ τον Χριστό, γιατί ό Χριστός είναι θυσία. Ό άνθρωπος άπό 'δώ ζή τον Παράδεισο ή τήν κόλαση. Όποιος κάνει το καλό, άγάλλεται, διότι αμείβεται μέ θεϊκή παρηγοριά. Όποιος κάνει το κακό, υποφέρει.

«Ή δική μου ανάπαυση γεννιέται από τήν ανάπαυση του άλλου»

- Αν, Γέροντα, κάποιος δέν έχη γευθή τήν χαρά της θυσίας, πώς μπορεί νά φθάση στην θυσία;
- Άν έρθη στην θέση τού άλλου. Όταν ήμουν στον στρατό, συχνά το πολυβολείο ήταν γεμάτο νερό· στον ασύρματο οι μπαταρίες ήθελαν αλλαγή - καί ήταν πολύ δύσκολο, γιατί ήταν φορτωμένη ή γραμμή. Βρεχόμουν μέχρι την μέση· ή χλαίνη έσταζε.
Προτιμούσα όμως να κάνω μόνος μου την δουλειά, για να μην ταλαιπωρηθούν οι άλλοι, καί χαιρόμουν πού τό έκανα. Ό διοικητής μου έλεγε: «Είμαι αναπαυμένος καί ήσυχος, όταν κάνης εσύ τήν δουλειά, άλλα σε λυπάμαι.
Πες σε κάποιον άλλον νά πάη». «Όχι, χαίρομαι, κύριε διοικητά», τοϋ έλεγα. Στην διλοχία ήταν ακόμη ένας ασυρματιστής, αλλά δέν τόν άφηνα στις επιχειρήσεις νά κουβαλήση ούτε τήν μπαταρία ούτε τόν ασύρματο, αν καί ήταν βαριά, γιά νά μή βρεθή σε κίνδυνο.
Με παρακαλούσε εκείνος: «Γιατί δέν μού τά δίνεις;». «Έσύ έχεις γυναίκα καί παιδιά, τού έλεγα. "Αν σκοτώσουν εσένα, θά δώσω λόγο στον Θεό». Έτσι ό Θεός μας φύλαξε καί τους δύο· δέν άφησε νά σκοτωθή ούτε εκείνος ούτε έγώ.
Προτιμότερο είναι γιά έναν ευαίσθητο άνθρωπο νά σκοτωθή ό ίδιος μιά φορά άπό αγάπη, γιά νά προστατέψη τόν πλησίον του, παρά νά άμελήση ή νά δειλιάση, καί ύστερα νά σφάζεται συνέχεια άπό τήν συνείδηση του σ' όλη του τήν ζωή.
Μιά φορά, στον ανταρτοπόλεμο, τότε μέ τις επιχειρήσεις, οι αντάρτες μάς είχαν αποκλείσει έξω άπό ένα χωριό καί οί στρατιώτες θά έρριχναν κλήρο, ποιος θά πάη στο χωριό γιά εφόδια. «Θά πάω έγώ», είπα. Αν πήγαινε κάποιος άπειρος ή απρόσεκτος, μπορεί καί νά σκοτωνόταν καί θά μέ έτυπτε μετά ή συνείδηση. «Καλύτερα, σκέφτηκα, νά σκοτωθώ έγώ, παρά νά σκοτωθή ό άλλος καί νά μέ σκοτώνη ή συνείδηση μου σέ όλη μου τήν ζωή.
Πώς θ' αντέξω μετά; Θά μού λέη ή συνείδηση μου: "Μπορούσες νά τόν γλυτώσης· γιατί δέν τόν γλύτωσες;"». Νήστευα κιόλας καί ήμουν νηστικός..., τέλος πάντων. Όποτε μού λέει ό διοικητής: «Καί έγώ προτιμώ νά πάς έσύ πού πιάνεις πουλιά στον αέρα, άλλα νά τρως, γιά νά έχης αντοχή». Πήρα τό όπλο καί ξεκίνησα. Οί αντάρτες μέ πέρασαν γιά δικό τους καί μέ άφησαν νά περάσω.
Πήγα στο χωριό, ανέβηκα σέ ένα διώροφο σπίτι. Μιά γριά πού ήταν έκεϊ μου έδωσε εφόδια και γύρισα πίσω στην διλοχία.
Την μεγαλύτερη χαρά την ένιωθα τον χειμώνα, εκεί μέσα στα χιόνια. Θυμάμαι, ξύπνησα ενα βράδυ· οι άλλοι κοιμόνταν. Το χιόνι είχε σκεπάσει τις σκηνές. Πάω, πιάνω τον ασύρματο και βγάζω τό χιόνι από τις τρύπες τοϋ ασυρμάτου· βλέπω δούλευε.
Τρέχω στον διοικητή και τοϋ τό λέω. Εκείνο τό βράδυ είκοσι έξι κρυοπαγημένους έβγαλα μέσα άπό τό χιόνι μέ τον κασμά.
Έγώ δεν έκανα τίποτε γιά τον Χριστό. Αν τό 10% άπό οσα έκανα στον στρατό τό έκανα γιά τον Χριστό, τώρα θά έκανα θαύματα! Γι' αυτό μετά στην καλογερική έλεγα: «Στον στρατό, γιά την πατρίδα ταλαιπωρήθηκα τόσο, γιά τον Χριστό τί κάνω;».
Δηλαδή μπροστά στην ταλαιπωρία πού πέρασα στον στρατό, στην καλογερική αισθανόμουν σάν νά ήμουν βασιλόπουλο - άσχετα αν είχα ή δεν είχα παξιμάδι. Γιατί στις επιχειρήσεις ξέρεις τί νηστεία κάναμε; Τρώγαμε σπυρωτό χιόνι. Οί άλλοι έτρεχαν, έβρισκαν και κάτι νά φάνε. Έγώ μέ τον ασύρματο δεν μπορούσα νά μετακινηθώ.
Μιά φορά δεκατρείς μέρες ήμασταν νηστικοί. Μόνο μιά κουραμάνα και μισή ρέγγα μάς είχαν μοιράσει. Νερό έπινα άπό τις πατημασιές τών ζώων. Και δεν ήταν και καθαρό βρόχινο άλλα λασπωμένο. Είχα πιει μιά... πορτοκαλλάδα μιά φορά! Είχα σκάσει γιά νερό. Είδα μιά πατημασιά ζώου γεμάτη κίτρινο νερό, ήπια- ήπια... Όποτε μετά στην καλογερική, ακόμη και ζούδια νά είχε τό νερό, μοϋ φαινόταν μεγάλη ευλογία. Έμοιαζε τουλάχιστον μέ νερό.
Μιά φορά, ενα απόγευμα, είχε κοπή ή έρπουσα γραμμή. Ήταν Δεκέμβρης μήνας τοϋ 1948. Τό χιόνι πολύ. Στις 4 ή ώρα τό απόγευμα έρχεται διαταγή νά πάμε στο χωριό, δυο ώρες μακριά, νά φτιάξουμε τήν γραμμή και νά γυρίσουμε πίσω. Έν τω μεταξύ δεν είχε ακόμη ούτε δυο ώρες μέρα. Οί στρατιώτες ήταν σκοτωμένοι στην κούραση και δέν είχαν κουράγιο νά ξεκινήσουν. Και πού νά βρής τήν γραμμή μέ τόσο χιόνι!
- Δεν ξέρατε, Γέροντα, τον δρόμο και που ήταν ή γραμμή;
- Έ, περίπου τόν δρόμο τόν ήξερα, άλλα Θα μας έπιανε και ή νύχτα. Τέλος πάντων, μου έδωσαν μια ομάδα καί ξεκινήσαμε. Στην αρχή ανοίξαμε μέσα στο στρατόπεδο με το φτυάρι τόν δρόμο από το χιόνι, και έτσι προχωρήσαμε λίγο, για να αναπαύσουμε τόν διοικητή. Μετά λέω: «Προχωράμε, γιατί πρέπει καί νά γυρίσουμε».
Πήγαινα μπροστά, γιατί οι άλλοι ήταν όλο αντίδραση. «Ή Ελλάδα ποτέ δέν πεθαίνει, άλλα πεθαίνουμε εμείς», μοϋ έλεγαν. Συνέχεια αυτό! Προχωρούσα, βούλιαζα μέσα στο χιόνι, με τραβούσαν επάνω· ξαναβούλιαζα, μέ ξανατραβούσαν. Είχα καί ένα ξίφος καί το κάρφωνα κάτω, γιά νά κάνω γείωση. Συνέχεια έπρεπε νά ελέγχω. Έμπαινα μπροστά. «Προχωρήστε, τους έλεγα· άπό 'δώ δέν περνούν ζώα, γιά νά κόψουν τήν γραμμή.
Μόνο σε κανένα λάκκο πού ή γραμμή είναι εναέριος, έκεϊ νά ελέγξουμε». Τελικά φθάσαμε σε ενα χωριό πού είχε πεζούλια καί, καθώς το χιόνι είχε στοιβαχθή άπό τόν αέρα, δέν ξεχώριζες τίποτε. Όταν φθάσαμε στά πεζούλια, πέφτω μέσα στο χιόνι.
Τρόμαξαν νά μέ βγάλουν οι άλλοι. "Υστερα σιγά-σιγά άπό το ένα πεζούλι στο άλλο κατεβήκαμε όλοι - μήν τά ρωτάς πώς! - αργά το βράδυ στο χωριό. Βρήκα σε κάτι λάκκους σέ ένα-δυό μέρη τήν γραμμή κρεμασμένη, τήν συνδέσαμε καί μπορέσαμε νά επικοινωνήσουμε μέ τόν διοικητή. «Νά γυρίστε πίσω», μας λέει ό διοικητής.
"Αλλά πώς νά γυρίσουμε; Έκτος πού ήταν νύχτα, πώς νά ανεβούμε τά πεζούλια; Κουτρουβάλα τά είχαμε κατεβή! Πού νά βρής δρόμο; «Μά έτσι στον ανήφορο, πώς νά γυρίσουμε; τού λέω. Στον κατήφορο τέλος πάντων, κατεβήκαμε! Νά γυρίσουμε αύριο το πρωί άπό τήν άλλη μεριά τού χωριού κάνοντας τόν γύρο». «Τίποτε, λέει ό διοικητής, απόψε».
Ευτυχώς άκουσε ένας υπασπιστής τόν διοικητή καί τόν παρακάλεσε νά μας άφήση νά μείνουμε τήν νύχτα στό χωριό, καί έτσι μείναμε. Σε ένα σπίτι μας έδωσαν δυό-τρεϊς τσέργες[2] και, επειδή είχα πουντιάσει - όπως έμπαινα μπροστά καί άνοιγα τά χιόνια, είχα γίνει τελείως μούσκεμα -, οι άλλοι μέ λυπήθηκαν, γιατί κατά κάποιο τρόπο τήν πλήρωσα εγώ πού τραβούσα μπροστά, καί μέ έβαλαν στην μέση, γιά νά ζεσταθώ. Τότε είχαμε φάει μόνον ένα κομμάτι κουραμάνα. Μεγαλύτερη χαρά δέν θυμάμαι νά έχω νιώσει στην ζωή μου.
Αναγκάσθηκα νά σας πώ αυτά τά παραδείγματα, γιά νά καταλάβετε τί θά πη θυσία. Δέν σάς τά είπα όλα αυτά, γιά νά μέ χειροκροτήσετε, άλλα γιά νά καταλάβετε άπό πού βγαίνει ή πραγματική χαρά. Έπειτα στο γραφείο Διαβιβάσεων ό ένας μού έλεγε ψέματα: «Έρχεται ό πατέρας μου καί πρέπει νά πάω νά τον δώ. Σέ παρακαλώ, κάθησε λίγο στην θέση μου». Ό άλλος: «Ήρθε ή αδελφή μου» -καί δέν ήταν ούτε καν αδελφή του.
Κάποιος άλλος κάτι άλλο, καί έγώ καθόμουν συνέχεια στην υπηρεσία γιά τον ένα καί γιά τον άλλον καί θυσιαζόμουν. Ύστερα σκούπιζα, καθάριζα, γιατί έκεϊ στην διμοιρία Διαβιβάσεων απαγορευόταν νά μπαίνουν άλλοι.
Ούτε αξιωματικός άπό άλλη υπηρεσία δέν μπορούσε νά πάη μέσα, γιατί ήταν καί καιρός πολέμου. Καθαρίστρια νά πάρουμε, δέν μπορούσαμε. Έπαιρνα λοιπόν τήν σκούπα καί καθάριζα όλους τους χώρους.
Έκει έμαθα νά σκουπίζω. «Έδώ είναι μιά υπηρεσία, έλεγα, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιερός χώρος· δέν κάνει νά είναι ακατάστατα». Ούτε υποχρέωση είχα νά σκουπίσω ούτε ήξερα άπό σκούπισμα. Μήπως είχα πιάσει ποτέ σκούπα στο σπίτι μου;
Καί νά ήθελα νά πιάσω σκούπα, θά μέ σκότωνε στο ξύλο μέ τήν σκούπα ή αδελφή μου. «Καθαρίστρια» μέ έλεγαν οι άλλοι, «αιώνιο θύμα» μέ έλεγαν. Δέν τά λάμβανα ύπ' όψιν μου. Καί ούτε γιά νά ακούσω το «ευχαριστώ» το έκανα. Άλλα τό έκανα άπό μέσα μου, γιατί τό ένιωθα ώς ανάγκη καί τό χαιρόμουν.
- Δέν σας περνούσε, Γέροντα, καθόλου αριστερός λογισμός; Δεν λέγατε λ.χ.: «Ό άλλος γυρίζει· δέν πάει να δη την αδελφή του»;
- Όχι, δέν μου περνούσε λογισμός. Άπό τήν στιγμή πού μου έλεγε ό άλλος «σέ παρακαλώ, μπορείς νά καθήσης λίγο», τελείωσε. Άλλος μου ζητούσε χρήματα καί μου έλεγε δήθεν ότι τά ήθελε για τά παιδιά του, και αυτός όχι μόνο δέν έστελνε στά παιδιά του, άλλα ζητούσε καί άπό τήν γυναίκα του χρήματα, νά ξοδεύη γιά τον εαυτό του. Κατάλαβες;
Οΰτε τό έκανα, γιά νά μου πουν «μπράβο»· τό αισθανόμουν ώς ανάγκη. Επειδή δέν έβγαινα έξω, τό είχαν εκμεταλλευτή οί άλλοι καί μου άφηναν όλη τήν δουλειά. Έβγαζα όλη τήν δουλειά τής διμοιρίας. Ένα σωρό σήματα διαβιβάσεων νά βροντάνε συνέχεια οί θυρίδες. Είχα γίνει ερείπιο. Ένα διάστημα είχα συνέχεια τριάντα εννιάμισι πυρετό καί δέν έλεγα σέ κανέναν τίποτε.
Έπειτα έπεσα πτώμα άπό τήν υπερκόπωση. Λιποθύμησα καί μέ πέταξαν σέ ένα φορείο. «Άντε Βενέδικτε[3], άκουσα νά λένε, θά σέ πάμε μέ τό φορείο γιά γενική επισκευή εκεί πού φτιάχνουν τά χαλασμένα αυτοκίνητα!» καί μέ πήγαν σέ ένα νοσοκομείο.
Καί εκεί εγκαταλελειμμένος - ποιος νά μου δώση σημασία; όλοι κοιτούσαν τους τραυματισμένους -, άλλα ένιωθα χαρά, τήν χαρά αυτή πού βγαίνει άπό τήν θυσία. Γιατί άπό τήν ανάπαυση τού άλλου γεννιέται ή ανάπαυση ή δική μου.

1. Λουκ. 21,4
2. Τσέργα: μάλλινη χοντρή κουβέρτα, βελέντζα.
3. Βενέδικτος ονομαζόταν ό ιεροκήρυκας τής περιοχής και οί συ-στρατιώτες του Γέροντα, όταν ήθελαν νά τον πειράξουν, τόν αποκαλούσαν «Βενέδικτο».

Απόσπασμα από τις σελίδες  193 -201 του βιβλίου:

       ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄              

              ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                  ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου